Δημήτρης Γρηγορόπουλος
Η επιλογή και αποπομπή τελικά της Ρομά Σαμπιχά Σουλεϊμάν ως υποψηφίας στο ευρωψηφοδέλπο του ΣΥΡΙΖΑ αναζωπύρωσε τις συζητήσεις και τις αντιπαραθέσεις για το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας, τις σχέσεις της με το ελληνικό και τουρκικό κράτος και τα πολιτικά κόμματα. Η στάση του ελληνικού κράτους και των καθεστωτικών πολιτικών κομμάτων χαρακτηρίζεται απ’ το δίπολο εθνικισμός – κοσμοπολιτισμός.
Η συνύπαρξη και εναλλαγή των φαινομενικά διαμετρικά αντίθετων πολιτικών ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Το ελληνικό κράτος υιοθετεί μια πολιτική αυταρχισμού και διακρίσεων εις βάρος της μουσουλμανικής μειονότητας, για να την ποδηγετεί μέσω του εκφοβισμού και σαν αντίβαρο στις πιέσεις της Τουρκίας στο Κυπριακό. Απ’ την άλλη όμως, συναινεί στην επιχείρηση εκτουρκισμού της μειονότητας που επιχειρείται με άξονα το τουρκικό προξενείο. Αυτή η πολιτική καθορίστηκε με νατοϊκό σχεδιασμό κυρίως λόγω των κοινών συνόρων με τη σοσιαλιστική Βουλγαρία, στην οποία ζούσαν ανάλογοι πληθυσμοί (Πομάκοι). Ακραία έκφραση αυτής της πολιτικής υπήρξε ο καθορισμός της τουρκικής γλώσσας ως μοναδικής γλώσσας για τη μουσουλμανική μειονότητα και για τους μη τουρκογενείς Πομάκους και Ρομά. Την ίδια πολιτική πατριδοκαπηλίας και «αντιεθνικιοτικής» στάσης υιοθετούν και τα ελληνικά αστικά κόμματα, για να συγκροτούν μηχανισμούς πελατείας στη μειονότητα και να αγρεύουν ψήφους.
Άρα και ο εθνικισμός και ο κοσμοπολιτισμός ρίχνουν νερό στο μύλο του επεκτατισμού της Άγκυρας. Η προϊούσα ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε βασική δύναμη αστικής διαχείρισης τον σπρώχνει επίσης στο σταυροδρόμι του εθνικισμού – κοσμοπολιτισμού. Αυτός ο ρόλος προϋποθέτει υπευθυνότητα στα εθνικά θέματα, τάση που ενισχύεται και απ’ την αθρόα προσέλευση στελεχών του ΠΑΣΟΚ ζυμωμένων με εθνικιστικό βερμπαλισμό του «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι τυχαίο που ο Τσίπρας ενισχύει τον εθνικό οίστρο, για να συγκαλύψει τον ταξικό συμβιβασμό με τους αστούς.
Αταβιστικά η κυρίαρχη αντίληψη που ο ΣΥΡΙΖΑ κληρονόμησε απ’ τον ΣΥΝ είναι ο κοσμοπολιτισμός – «αντιεθνικισμός», που πρεσβεύει την άρση των εθνικών αντιθέσεων, την αποδόμηση του έθνους-κράτους, την παγκόσμια και περιφερειακή ενοποίηση -ολοκλήρωση. Αυτή η ιδεολογία δεν έχει σχέση με τον κοσμοπολιτισμό της προοδευτικής φάσης της αστικής τάξης, όταν ήταν πολέμιος της εθνικιστικής στενότητας. Ούτε έχει σχέση βέβαια με τον προλεταριακό διεθνισμό, που προωθεί τη διεθνή αλληλεγγύη και ισοτιμία, τη ρήξη σε εθνική κλίμακα και τη στρατηγική της προλεταριακής ισότιμης διεθνοποίησης – ενοποίησης. Στο στάδιο όμως του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης ο κοσμοπολιτισμός εκφράζει τα συμφέροντα των πολυεθνικών, των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, των κυρίαρχων ιμπεριαλισμών (ΗΠΑ) ή αναδυόμενων περιφερειακών ιμπεριαλισμών (Τουρκία).
Ο κοσμοπολιτισμός και ο αντιεθνικισμός χρησιμοποιούνται απ’ τα ισχυρά έθνη-κράτη για την ένταση της ανισομετρίας και την αποδυνάμωση εθνών-κρατών που προβάλλουν αντιστάσεις. Στην καθ’ ημάς περίπτωση είναι πλαστός και αίολος ο αντιεθνικισμός που προασπίζει τα συμφέροντα μιας μειονότητας, όταν δεν καταγγέλλει τη χειραγώγηση της απ’ τον επεκτατισμό άλλου έθνους-κράτους (αν υπάρχει βεβαίως και δεν αποτελεί άλλοθι της καταπίεσης). Για την Αριστερά είναι θέμα αρχής να υπερασπίζει τη μουσουλμανική μειονότητα και τη σλαβόφωνη μειονότητα, αποσυνδέοντας όμως αυτή τη θέση απ’ τον σοβινιστικό αλυτρωτισμό που υποθάλπουν Τουρκία και Σκόπια.
Η παλινωδία του ΣΥΡΙΖΑ στην περίπτωση της Ρομά Σαμπιχά Σουλεϊμάν σ’ ένα πρώτο επίπεδο προδίδει την εκλογοθηρία και τον μανιώδη κυβερνητισμό του. Στο βωμό του καιροσκοπισμού ανεβάζει και κατεβάζει υποψηφίους χωρίς αρχές, εκθέτοντας εαυτόν. Στο βάθος όμως αναδύεται το δίπολο εθνικισμού – κοσμοπολιτισμού που εντάσσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ομόλογη στάση των αστικών κομμάτων. Οι πατριωτικές κορόνες του ΣΥΡΙΖΑ γενικά και ειδικά για τη Θράκη συνυφαίνονται με το υβρίδιο των κοσμοπολίτικων – εθνικιστικών δηλώσεων του υποψήφιου ευρωβουλευτή Δ. Χριστόπουλου, τις οποίες υιοθέτησε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ: «…διάφοροι μηχανισμοί ελαφρού και βαθέος κράτους βάλθηκαν να μας πουν ότι η μειονότητα δεν είναι ένα συμπαγές τουρκικό πράγμα αλλά δύο ή τρεις εθνοτικές ομάδες». Η θέση αυτή στο όνομα των δικαιωμάτων της μειονότητας δικαιώνει τον τουρκικό εθνικισμό και επεκτατισμό. Εντάσσει αυθαίρετα όλους όσους ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα στο «συμπαγές τουρκικό πράγμα» εξυπηρετώντας αντικειμενικά το εγχείρημα εκτουρκισμού που μεθοδεύει το τουρκικό προξενείο (και ανέχεται το ελληνικό κατεστημένο) και ισοδυναμεί με την επιβολή πολιτικού ελέγχου επ’ αυτής.
Η παραγνώριση της ιδιαιτερότητας και του δικαιώματος αυτοκαθορισμού των Πομάκων και των Ρομά στο όνομα της άμβλυνσης των εθνικισμών αυτοαναιρείται, γιατί απολυτοποιεί τον χειραγωγούμενο απ’ την Άγκυρα τουρκικό εθνικισμό – αλυτρωτισμό.
Η Αριστερά πρέπει αδιαπραγμάτευτα να υποστηρίζει την ισότητα και ισονομία, το δικαίωμα αυτοκαθορισμού όλων των μειονοτήτων, εθνικών θρησκευτικών, γλωσσικών, την αρμονική συνεργασία της πλειονότητας και όλων των μειονοτήτων, την καταδίκη του εθνικισμού και του ψευδεπίγραφου κοσμοπολιτισμού, τη σύνδεση της ισοτιμίας με την εργατική πολιτική εναντίον του ετεροκαθορισμού και της ανισομετρίας της ιμπεριαλιστικής και καπιταλιστικής πολιτικής.