Δεν αναφέρομαι επομένως σε λανθασμένους συλλογισμούς ή σε λανθασμένα συμπεράσματα λόγω πλάνης κατά την ανάγνωση και την ερμηνεία των δεδομένων. Των δεδομένων που αφορούν την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Σε αυτό το λάθος μπορεί να πέσουμε όλοι ασχέτως της εκφοράς ή όχι δημόσιου λόγου. Σε αρκετές περιπτώσεις η πεποίθησή μου αυτή στην παράθεση όσο το δυνατό περισσότερων και πιο επίσημων στοιχείων που να αποτυπώνουν την κοινωνική, επιστημονική ή οικονομική πραγματικότητα γίνεται μάλλον αίτιο για την ταλαιπωρία των αναγνωστών μου με την συνεχή παράθεσή τους.
Η πιθανή αυτή υπερβολή μου έχει ως ένα από τα αίτιά της πως ο ιδεολογικός αντίπαλος ή δεν χρησιμοποιεί καθόλου τέτοια στοιχεία, αρκούμενος στην έκθεση ιδεοληψιών που δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα, ή όταν χρησιμοποιεί αυτά, πολύ συχνά, είναι ή λανθασμένα ή χαλκευμένα. Μπορώ κάλλιστα να δεχτώ και να σεβαστώ τον αντίπαλο που εκκινώντας από διαφορετικές ιδεολογικές και ταξικές αφετηρίες από μένα ερμηνεύει διαφορετικά την πραγματικότητα. Εκείνο που με εξοργίζει είναι η δημιουργία μιας πραγματικότητας ώστε η κριτική της να είναι στα μέτρα του αρθρογράφου. Η αγωνία μου ήταν πάντοτε η αναζήτηση και η παράθεση των δεδομένων που απεικονίζουν και περιγράφουν την πραγματικότητα.
Προσπαθούσα πάντα να είμαι σε όσο το δυνατό μεγαλύτερη επαφή με τα επιχειρήματα που αρθρώνονται από τη μεριά των ιδεολογικών και πολιτικών αντιπάλων. Των αντιπάλων που ταυτίζονται με το καπιταλιστικό σύστημα και τα συμφέροντά του και που, στην εποχή των μνημονίων, προασπίζονται τις ακολουθούμενες από τους πολιτικούς εκπροσώπους του κεφαλαίου πολιτικές στην Ελλάδα μετά το 2010 είτε άμεσα είτε έμμεσα με ένα «ναι μεν, αλλά…». Δυστυχώς, για όλους, το επίπεδο, ιδεολογικό και πολιτικό των περισσότερων από αυτούς είναι εξαιρετικά χαμηλό. Είναι αδύνατη η πραγματική ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση μαζί τους. .
Οι περισσότεροι από τους ιδεολογικούς προπαγανδιστές των πολιτικών του αστισμού αποτελούν ένα συρφετό ημιμαθών, τουλάχιστον, και χυδαίων προσώπων που απλά έχουν ταυτιστεί με ότι αποκαλούμε αστούς στην Ελλάδα. εξαργυρώνουν τις υπηρεσίες τους αυτές με το να νέμονται ένα μέρος των χρημάτων που κυκλοφορούν για προπαγάνδα ή να καρπώνονται τις αμοιβές από τη συμμετοχή τους σε διοικητικά συμβούλια επιχειρήσεων και οργανισμών ή να διαχειρίζονται για λογαριασμό τους διάφορα κοινοτικά προγράμματα. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχουν κάτι απίθανοι καθηγητές πανεπιστημίων, λογοτέχνες και ποιητές σφουγγοκωλάριοι της εξουσίας, που μόνο τιμή δεν περιποιούν για αυτό που κάποτε αποκαλούσαν πνευματικό κόσμο και πολύ περισσότερο για την έρευνα και την επιστήμη.
Απαίδευτοι και εγωπαθείς το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να επιβάλλουν την ασημαντότητά τους μέσα από το παχυλό πορτοφόλι τους και τις διασυνδέσεις τους με ένα απολύτως παρασιτικό και διεφθαρμένο πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις από τον παραπάνω κανόνα περιποιούν ιδιαίτερη τιμή σε όσους κατορθώνουν, με μεγάλο προσωπικό κόστος, να κρατούν ψηλά την προσωπική τους αξιοπρέπεια και το όποιο κύρος έχει απομείνει πλέον σε ότι αποκαλούσαμε πνευματικό κόσμο.
Η νέα εποχή που μένει να γεννηθεί οφείλει να ανατάξει κι αυτή την σχεδόν απόλυτη έκπτωση των αξιών του κατ’ επίφαση ονομαζόμενου πνευματικού κόσμου. Ενός κόσμου που για να είναι αντάξιος του ονόματός του πρέπει να αρθεί πάνω από την εξυπηρέτηση του πιο στενού και χυδαίου προσωπικού υλικού συμφέροντος ανυψούμενος στο ρόλο του πνευματικού ταγού. Μέσα σε αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια ανορθολογισμού και απόλυτης κυριαρχίας του χυδαίου δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη πως στο επίπεδο των διαφόρων δημοσιογράφων και αναλυτών το μόνο που δεν μπορούμε να περιμένουμε είναι η προσπάθεια επιστημονικής και αντικειμενικής αποτύπωσης της πραγματικότητας.
Φυσικά αναφέρομαι μόνο στην αποτύπωση της πραγματικότητας κι όχι στην ερμηνεία της ή πολύ περισσότερο στην προσπάθεια ελέγχου και μεταβολής αυτής προς κάποια καθορισμένη κατεύθυνση. Εκεί θα περίμενες, και θα έπρεπε, να συγκρούονται οι διαφορετικές ιδεολογικές, πολιτικές και ταξικές αφετηρίες και κατευθύνσεις. Αυτό όμως προϋποθέτει ένα σχετικά υψηλό επίπεδο συζήτησης κάτι που βρίσκεται έξω και πέρα από την απλοϊκή χρήση στερεότυπων που χρησιμοποιούνται προς άγρα πελατών του αστικού πολιτικού συστήματος από τη μεριά των προπαγανδιστών του.
Καθώς ανατρέχω στο διαδίκτυο προσπαθώντας να βρω κάποιες σοβαρές απόψεις αστών διανοητών, αναλυτών ή δημοσιογράφων για την κατάσταση στην Ελλάδα του σήμερα και για το μέλλον που επιφυλάσσεται στους εκτός της αστικής τάξης κατοίκους της σχεδόν πάντα απογοητεύομαι από τη ρηχότητα και χυδαιότητα της επιχειρηματολογίας αλλά ακόμη και του επιπέδου της προπαγάνδας. Ένα από τα, υποτίθεται, σοβαρότερα ιστολόγια που σθεναρά υπεραμύνονται της αστικής κοινωνικοοικονομικής τάξης είναι και το capital.gr. Σχετικά πρόσφατα δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Καταθέσεις και κρατισμός δεν πάνε μαζί» που υπογραφόταν από κάποιον Γιώργο Κράλογλου.
Το ζήτημα του κράτους και του ρόλου του βρίσκεται στο επίκεντρο του σημερινού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο της προπαγάνδας του κεφαλαίου καθώς άρχισε να ξεδιπλώνεται η επίθεση του στην εργασία κατά την περίοδο 2010-2011. Κατά τα επόμενα χρόνια υποχώρησε λίγο κι άρχισε να ξαναβγαίνει στο προσκήνιο καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως δείχνουν τα πράγματα, βαδίζει προς την κατάχτηση της κυβερνητικής εξουσίας. Μια και στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ το κράτος, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, καλείται να παίξει ένα άλλο ρόλο από αυτό που του επιφυλάσσουν οι πολιτικές του μεγάλου κεφαλαίου το ζήτημα επανέρχεται σε μια προσπάθεια κατασυκοφάντησης των πολιτικών του ΣΥΡΙΖΑ. Και ο αρθρογράφος δεν κρύβει το στόχο του καθώς αρχίζοντας γράφει:
«Όταν με τον σημερινό κρατισμό οι Εφορίες θα κερνάνε νεραντζάκι… μπας και πληρώσεις για να ζήσει το κράτος που βλέπει μείον μέχρι και 13% στα έσοδα από επιχειρήσεις τις οποίες όμως υποχρεώνει να πληρώνουν μέχρι και 1.000 ευρώ για να ανοίξουν και ψιλικατζίδικο πως θα ζήσει το κράτος που υπόσχεται να επαναφέρει και να συντηρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ; Τα σπίτια ξεπουλιόνται. Μένουν οι καταθέσεις.
Συνεπώς για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι υπεραρκετό μόνο να υπόσχεται κρατισμό και επιστροφή στο κράτος ότι του ξέφυγε…
Είναι υπεραρκετή η υπόσχεση συντήρησης του κρατισμού που υπάρχει ήδη και περιφρουρήθηκε από τις κυβερνήσεις της Ν.Δ. σε συνεργασία και με «τεχνογνωσία» ΠΑΣΟΚ.
Αυτό και μόνο φτάνει για να συγκινήσει τα πλήθη… του κρατισμού, των τρωκτικών και των ριζωμένων ιδιωτικών, ομαδικών και επιχειρηματικών συμφερόντων.
Γιατί το κράτος το αποζητούν να το απομυζήσουν 20 μέχρι 30 Έλληνες ψηφοφόροι οι οποίοι (με το πρόσχημα της αλλαγής, από τους αποτυχημένους σημερινούς κρατιστές) αναζητούν ένα νέο κρατισμό που να μην υποχωρεί βήμα από τα υπεσχημένα
Να συντηρήσει τους κρατικούς υπαλλήλους χωρίς ψαξίματα, χωρίς κυνήγια και χωρίς απολύσεις.
Να συντηρήσει τις περίπου 2.000 κρατικές υπηρεσίες και Οργανισμούς που πέρα από τους αναγκαίους (περίπου 500) οι υπόλοιποι είναι φωλιές των ψευτομπολσεβίκων που δήθεν στο όνομα της αριστεράς και του προοδευτισμού τρώνε χωρίς να υπολογίζουν αν είναι δανεικά αυτά που τρώνε.
Αλλά αυτό το κράτος της ελληνικής σοβιετικής εφεύρεσης το αποζητούν και πολλοί «λεγόμενοι» επιχειρηματίες που κατατάσσονται σε τέσσερις ομάδες.
http://www.capital.gr/jArticle.asp?id=2115378
Αυτό επομένως είναι πλέον το ζήτημα το οποίο απασχολεί το πολιτικό προσωπικό του κεφαλαίου στην Ελλάδα και τους προπαγανδιστές του. Το ότι δηλαδή διαγράφεται πλέον, με σχετική σαφήνεια, η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διατηρήσει την κυβερνητική εξουσία και η αύξηση της πιθανότητας ένα κόμμα της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, να την κατακτήσει. Μια και μία από τις διαφορετικές πολιτικές οπτικές μεταξύ των πολιτικών που εκπροσωπούν το κεφάλαιο κι αυτών που εκπροσωπούν την εργασία αφορά το κράτος και το ρόλο του είναι λογικό και αναμενόμενο να φουντώνει πάλι η συζήτηση για το κράτος.
Στο στόχαστρο του κεφαλαίου και των πολιτικών και ιδεολογικών εκπροσώπων του δε μπαίνει γενικά το αστικό κράτος. Κάθε άλλο. Στο στόχαστρο βρίσκονται εκείνες οι κρατικές λειτουργίες που καταχτήθηκαν μετά από αιματηρούς εργατικούς αγώνες. Οι λειτουργίες εκείνες που η ταξική πάλη που διεξαγόταν στο εσωτερικό των εθνικών κρατών κατόρθωσε να αποσπάσει για λογαριασμό της εργασίας . Από τη μεριά των, κάθε είδους, εκπροσώπων αλλά και κολαούζων του κεφαλαίου πρέπει να ενταθεί η προσπάθεια για την κατασυκοφάντηση του κράτους πρόνοιας και της όποιας αναδιανεμητικής παρέμβασής του και να προβληθεί ως απολύτως αναγκαίο το παντοδύναμο κράτος με μοναδικά χαρακτηριστικά του τον αυταρχισμό και την καταστολή που σε αυτό και μόνο μπορεί να στηριχτεί το κεφάλαιο για να προωθήσει τα συμφέροντά του.
Εκείνο όμως που είναι εντυπωσιακό δεν είναι η στάση αυτή του κεφαλαίου και των εκπροσώπων του αλλά η εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου αντιπαράθεση και επιχειρηματολογία. Χρησιμοποιούνται και πάλι λέξεις όπως «κρατισμός», «ψευτομπολσεβίκοι» και τα παρόμοια ώστε να ανασυρθούν τα γνωστά στερεότυπα περί κράτους γίγαντα που κατέστρεψε την ελληνική ιδιωτική οικονομία και τα λοιπά. Είναι όμως έτσι; Ας δούμε τα δεδομένα τα οποία τόσο απαξιοί να παρουσιάσει ο αρθρογράφος , αν φρόντισε ποτέ να τα πληροφορηθεί δηλαδή. Στον επόμενο πίνακα βλέπουμε τις τελικές καταναλωτικές δαπάνες των κρατών μελών του ΟΟΣΑ από το 1960 ως το 1995.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο συνημμένο αρχείο ή στο eparistera.gr