Να συγκροτηθεί ο λαός ως συλλογικό υποκείμενο


Α.Χρύσης
(συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ)

 

 


Συζητάμε με τον καθηγητή Φιλοσοφίας της Ιστορίας και Ιστορίας των ιδεών για την Αριστερά, το φασισμό και τα κινήματα. Μόνος δρόμος απέναντι στη λαίλαπα είναι αυτός της συλλογικής αντίστασης και πάλης για τον Αλ. Χρύση. «Αλλά για να αντισταθεί και να παλέψει ο λαός πρέπει να συγκροτηθεί ως λαός, ως συλλογικό υποκείμενο, κάτι που δεν είναι προεξοφλημένο και αυτονόητο σε μια εποχή ακραίου ατομικισμού και κατακερματισμού των δυνάμεων, όπως είναι, μέχρι τώρα τουλάχιστον, η δική μας εποχή», υπογραμμίζει ο καθηγητης.

Τη συνέντευξη για την ΕΠΟΧΗ (17/11/13),  πήρε η Ιωάννα Δρόσου

«Οι κομ­μου­νι­στές θα μας πά­ρουν τα σπί­τια» ή­ταν μία α­πό τις φρά­σεις που α­κού­γο­νταν πρώ­τες α­πό τους ε­πι­κρι­τές του κομ­μου­νι­σμού. Ακό­μα και αυ­τός ο «μύ­θος» κα­τέρ­ρευ­σε με την εν­δε­χό­με­νη άρ­ση της α­πα­γό­ρευ­σης των πλει­στη­ρια­σμών. Πώς θα α­ντι­στα­θεί ο λαός σε αυ­τή τη λαί­λα­πα;
Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι η μι­κρή και, εν πολ­λοίς, υ­πο­θη­κευ­μέ­νη ι­διο­κτη­σία των μι­κρο­α­στι­κών και με­σαίων α­στι­κών στρω­μά­των της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας α­πει­λεί­ται ό­χι βε­βαίως α­πό τους κομ­μου­νι­στές, αλ­λά α­πό την άρ­χου­σα τά­ξη και το σύ­στη­μα ε­ξου­σίας της. Εί­τε, α­μέ­σως, με τη μορ­φή της άρ­σης της α­πα­γό­ρευ­σης των πλει­στη­ρια­σμών εί­τε, εμ­μέ­σως, με την ε­ξώ­θη­ση των μι­κρών και με­σαίων ι­διο­κτη­τών να που­λή­σουν «ό­σο-ό­σο» το ό­ποιο α­κί­νη­τό τους για να α­ντα­πο­κρι­θούν στις ά­με­σες και πιε­στι­κές υ­πο­χρεώ­σεις τους, ο μα­γι­κός κό­σμος της μι­κρο­με­σαίας ι­διο­κτη­σίας και των με­γά­λων αυ­τα­πα­τών κα­ταρ­ρέει. Η κλα­σι­κή φι­λε­λεύ­θε­ρη  θέ­ση ό­τι το κρά­τος έ­χει βα­σι­κό σκο­πό την προ­στα­σία της ι­διο­κτη­σίας των πο­λι­τών α­πο­κα­λύ­πτε­ται στις πραγ­μα­τι­κές δια­στά­σεις  της. Το κρά­τος, το κα­πι­τα­λι­στι­κό-νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο κρά­τος, α­σκώ­ντας στις μέ­ρες μας ά­γρια τα­ξι­κή πο­λι­τι­κή, θω­ρα­κί­ζει ό­χι την ό­ποια ι­διο­κτη­σία του ό­ποιου πο­λί­τη, αλ­λά την πο­λύ­μορ­φη ι­διο­κτη­σία της με­γα­λο­α­στι­κής τά­ξης και των α­ξιω­μα­τού­χων της.  Απέ­να­ντι σε αυ­τή τη λαί­λα­πα, για τα πλητ­τό­με­να κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα δεν μέ­νει άλ­λος δρό­μος πα­ρά μό­νον αυ­τός της συλ­λο­γι­κής α­ντί­στα­σης και πά­λης. Αλλά για να α­ντι­στα­θεί και να πα­λέ­ψει ο λαός πρέ­πει να συ­γκρο­τη­θεί ως λαός, ως συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο, κά­τι που δεν εί­ναι προ­ε­ξο­φλη­μέ­νο και αυ­το­νό­η­το σε μια ε­πο­χή α­κραίου α­το­μι­κι­σμού και κα­τα­κερ­μα­τι­σμού των δυ­νά­μεων, ό­πως εί­ναι, μέ­χρι τώ­ρα του­λά­χι­στον, η δι­κή μας ε­πο­χή.

Πα­ρά τα τό­σα α­ντερ­γα­τι­κά μέ­τρα που έ­χουν παρ­θεί, το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα εί­ναι στά­σι­μο. Για­τί έ­χει πα­γώ­σει η κοι­νω­νία; Μπο­ρεί έ­να κί­νη­μα να φέ­ρει την α­να­τρο­πή;
Ο α­το­μι­κι­σμός και ο γε­νι­κό­τε­ρος κα­τα­κερ­μα­τι­σμός των κοι­νω­νι­κών υ­πο­κει­μέ­νων και των δυ­νά­μεων που προ­α­νέ­φε­ρα, ό­πως και μια κλι­μα­κού­με­νη α­πα­ξίω­ση της πο­λι­τι­κής α­πο­δί­δουν ί­σως κά­ποιες ό­ψεις του προ­βλή­μα­τος της κοι­νω­νι­κής α­κι­νη­σίας που ε­πι­ση­μαί­νε­τε, δεν αρ­κούν ό­μως για να μας ο­δη­γή­σουν σε μια βα­θύ­τε­ρη α­πά­ντη­ση. Γε­γο­νός εί­ναι, πά­ντως, ό­τι ε­πί δε­κα­ε­τίες οι ι­δε­ο­λο­γι­κοί μη­χα­νι­σμοί του α­στι­κού κρά­τους, και διε­θνώς και στη χώ­ρα μας, έ­κα­ναν πο­λύ κα­λά τη δου­λειά τους στην κα­τεύ­θυν­ση ε­νός κοι­νω­νι­κού «διαί­ρει και βα­σί­λευε». Ταυ­τό­χρο­να, α­να­πτύ­χθη­καν α­πο­τε­λε­σμα­τι­κές πρα­κτι­κές ό­χι μό­νο ι­δε­ο­λο­γι­κής, αλ­λά και υ­λι­κής εν­σω­μά­τω­σης ευ­ρύ­τε­ρων κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των στον α­στι­κό τρό­πο ζωής. Σή­με­ρα, βε­βαίως, αυ­τοί οι μη­χα­νι­σμοί εν­σω­μά­τω­σης, μα­ζί με τις ψευ­δαι­σθή­σεις που καλ­λιέρ­γη­σαν μέ­σα στις λαϊκές τά­ξεις και στρώ­μα­τα κλο­νί­ζο­νται και, σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, κα­ταρ­ρέ­ουν. Αλλά, έ­να κί­νη­μα α­να­τρο­πής δεν προ­κύ­πτει αυ­τό­μα­τα. Η κοι­νω­νία ό­ντως έ­χει «πα­γώ­σει», οι ό­ποιες κι­νη­το­ποιή­σεις, κα­θώς δεν εί­χαν α­πτά θε­τι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα, δεν α­να­βαθ­μί­στη­καν σε έ­να κί­νη­μα με δο­μές και σχέ­διο. Άρα το ε­ρώ­τη­μα δεν εί­ναι, κα­τά τη γνώ­μη μου, «αν μπο­ρεί έ­να κί­νη­μα να φέ­ρει την α­να­τρο­πή», αλ­λά «πώς μπο­ρεί να συ­γκρο­τη­θεί στις μέ­ρες μας  -και ό­χι μό­νο στη χώ­ρα μας- έ­να τα­ξι­κά συ­νει­δη­τό ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα;» Πε­ρισ­σό­τε­ρο, πά­ντως, και α­πό την α­που­σία ε­νός τέ­τοιου κι­νή­μα­τος με α­νη­συ­χεί προ­σω­πι­κά η έλ­λει­ψη ε­νός ου­σια­στι­κού και συ­στη­μα­τι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού, σε ε­πι­στη­μο­νι­κό, συν­δι­κα­λι­στι­κό και πο­λι­τι­κό ε­πί­πε­δο, για τις αι­τίες αυ­τής της  κα­θί­ζη­σης, αλ­λά και για τους τρό­πους α­ντι­με­τώ­πι­σής της.

Δεν αρ­κεί έ­να δη­μο­κρα­τι­κό μέ­τω­πο

Η «ι­δε­ο­λο­γία» της Χρυ­σής Αυ­γής, σύμ­φω­να με τους υ­πο­στη­ρι­κτές της, στη­ρί­ζε­ται και στην ελ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φία. Ποια η γνώ­μη σου;
Η αρ­χαία ελ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φι­κή σκέ­ψη, σε ό­ποια εκ­δο­χή της, πλα­τω­νι­κή, α­ρι­στο­τε­λι­κή, με­τα-α­ρι­στο­τε­λι­κή α­νέ­δει­ξε ως θε­με­λιώ­δεις αρ­χές της ύ­παρ­ξης, α­το­μι­κής και συλ­λο­γι­κής, την ε­λευ­θε­ρία, την ι­σο­νο­μία, το σε­βα­σμό στη δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα. Ποια σχέ­ση μπο­ρούν να έ­χουν τέ­τοια φι­λο­σο­φι­κά ρεύ­μα­τα με την α­γε­λαία ι­δε­ο­λο­γία και την κτη­νώ­δη πρα­κτι­κή των χρυ­σαυ­γι­τώ­ν;

Ζού­με σε μία κοι­νω­νία βίας;

Ζού­με α­σφα­λώς σε μια κοι­νω­νία βίας, πο­λύ­μορ­φης βίας, που α­πο­τε­λεί την πε­μπτου­σία μιας τα­ξι­κής κοι­νω­νίας, ό­πως η δι­κή μας. Από την ά­πο­ψη αυ­τή, και με το δε­δο­μέ­νο μιας βα­θιάς κρί­σης, ό­πως αυ­τή που ε­ξε­λίσ­σε­ται τα τε­λευ­ταία χρό­νια διε­θνώς και στη χώ­ρα μας, δεν εκ­πλήσ­σει, α­σφα­λώς,  η ά­νο­δος της α­κρο­δε­ξιάς, α­κό­μη και με την α­πε­χθέ­στε­ρη μορ­φή της, αυ­τή της  Χρυ­σής Αυ­γής.

Πώς πι­στεύεις ό­τι α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ο φα­σι­σμός;
Χει­μα­ζό­με­να κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα α­ντι­δρούν αυ­θόρ­μη­τα στις ε­φαρ­μο­ζό­με­νες α­ντι-κοι­νω­νι­κές πο­λι­τι­κές υιο­θε­τώ­ντας ψευ­δε­πί­γρα­φα α­ντι-συ­στη­μι­κές λύ­σεις. Για να α­ντι­με­τω­πί­σου­με α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά αυ­τή τη δυ­να­μι­κή, που α­να­κα­λεί στο σή­με­ρα α­πο­τρό­παιες φα­σι­στι­κές πρα­κτι­κές α­πό το πα­ρελ­θόν της Ευ­ρώ­πης και της Ελλά­δας, δεν αρ­κεί η συ­γκρό­τη­ση ε­νός κα­θό­λα α­να­γκαίου δη­μο­κρα­τι­κού με­τώ­που, στο ο­ποίο δεν μπο­ρεί βε­βαίως να έ­χουν θέ­ση δυ­νά­μεις που εμ­μέ­σως πλην σα­φώς «φλερ­τά­ρουν» πο­λι­τι­κά με α­κρο­δε­ξιές ορ­γα­νώ­σεις και ι­δε­ο­λο­γίες. Χρειά­ζε­ται, κα­τά τη γνώ­μη μου, η α­νά­πτυ­ξη ε­νός συ­γκρο­τη­μέ­νου α­ντι-συ­στη­μι­κού κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­κού λό­γου σε συν­δυα­σμό με πο­λυ­ποί­κι­λες μορ­φές δρά­σης και αλ­λη­λεγ­γύης α­πό την πλευ­ρά της Αρι­στε­ράς. Εί­ναι μεί­ζον πο­λι­τι­κό σφάλ­μα να εκ­χω­ρεί­ται το πε­δίο της α­ντι-συ­στη­μι­κής κρι­τι­κής στα φε­ρέ­φω­να του ί­διου του συ­στή­μα­τος, στους χρυ­σαυ­γί­τες και στους ο­μοίους τους. Με μια πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη, ί­σως, δια­τύ­πω­ση, θα μπο­ρού­σα να υ­πο­στη­ρί­ξω ό­τι, α­νε­ξαρ­τή­τως των ό­ποιων προ­θέ­σεων, ό­σο η Αρι­στε­ρά γί­νε­ται συ­στη­μι­κή δύ­να­μη, τό­σο η α­κρο­δε­ξιά, και ι­διαι­τέ­ρως η «Χρυ­σή Αυ­γή», διευ­ρύ­νει το κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό α­κρο­α­τή­ριό της.

Πώς κρί­νεις τις κι­νή­σεις της κυ­βέρ­νη­σης α­πέ­να­ντι στη Χρυ­σή Αυ­γή;
Οι κα­θε­στω­τι­κές-κυ­βερ­νη­τι­κές δυ­νά­μεις (ΝΔ-ΠΑ­ΣΟΚ), εί­ναι προ­φα­νές ό­τι, α­φού «λεύ­κα­ναν» πο­λι­τι­κά α­κρο­δε­ξιούς δια­φό­ρων πα­ραλ­λα­γών ό­πως ο Γεωρ­γιά­δης και ο Βο­ρί­δης, έ­χο­ντας πλέ­ον «α­να­κα­λύ­ψει» αυ­τό που ε­πί χρό­νια γνώ­ρι­ζαν και α­ξιο­ποιού­σαν, την ε­γκλη­μα­τι­κή δρά­ση της Χρυ­σής Αυ­γής, θα προ­χω­ρή­σουν εν­δε­χο­μέ­νως στη δια­μόρ­φω­ση μιας συμ­μα­χι­κής πο­λι­τι­κής δύ­να­μης, μιας «κα­τοι­κί­διας» α­κρο­δε­ξιάς.

Η θεω­ρία των «δύο ά­κρων» εί­ναι πά­ντα στο προ­σκή­νιο. Πολ­λοί την έ­χουν κρί­νει «ε­γκλη­μα­τι­κά α­νι­στό­ρη­τη». Ποια η γνώ­μη σου;
Η θεω­ρία των «δύο ά­κρων» εί­ναι και α­νι­στό­ρη­τη και α­νορ­θο­λο­γι­κή. Δια­μέ­σου της θεω­ρίας των δύο ά­κρων, ε­πι­χει­ρεί­ται κα­τά και­ρούς και κα­τά τό­πους, ό­πως πρό­σφα­τα και στη χώ­ρα μας, να τε­θεί η ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά σε θέ­ση συμ­με­τρι­κή προς ε­κεί­νη της φα­σι­στι­κής Δε­ξιάς. Στην ου­σία, οι ε­μπνευ­στές και οι υ­πο­στη­ρι­κτές αυ­τής της θεω­ρίας «κα­τα­σκευά­ζουν» μια «ά­κρα Αρι­στε­ρά» συμ­βα­τή προς το θεω­ρη­τι­κό σχή­μα τους ή βα­φτί­ζουν «α­ρι­στε­ρά» ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα και πρα­κτι­κές που ου­δε­μία σχέ­ση έ­χουν με τις α­ντι­λή­ψεις και τις δρά­σεις των ρι­ζο­σπα­στι­κών α­ρι­στε­ρών ορ­γα­νώ­σεων. Προς το πα­ρόν, το βέ­βαιο εί­ναι ό­τι ζού­με στις πιο α­κραίες εκ­δο­χές της την τα­ξι­κή πο­λι­τι­κή των κα­θε­στω­τι­κών δυ­νά­μεων ΝΔ-ΠΑ­ΣΟΚ.

Αδιέ­ξο­δο το α­ντι­μνη­μο­νια­κό μέ­τω­πο

Το ΚΚΕ αρ­νεί­ται πει­σμα­τι­κά να συ­να­ντη­θεί με τις υ­πό­λοι­πες εκ­φάν­σεις της Αρι­στε­ράς α­κό­μα και στους δρό­μους. Εί­ναι α­να­γκαία η συ­μπό­ρευ­ση της Αρι­στε­ράς;
Ασφα­λώς η στά­ση του ΚΚΕ α­πο­τε­λεί μεί­ζον πρό­βλη­μα, που με πολ­λές α­φορ­μές και α­πό πολ­λές πλευ­ρές έ­χει ε­πι­ση­μαν­θεί και δι­καίως. Ωστό­σο, και το ζή­τη­μα της συ­μπό­ρευ­σης της Αρι­στε­ράς δεν μπο­ρεί να α­νά­γε­ται α­μέ­σως ή εμ­μέ­σως σε ζή­τη­μα ε­κλο­γι­κής συ­νερ­γα­σίας. Απαι­τεί σο­βα­ρή α­ντι­με­τώ­πι­ση, ό­χι δια­χεί­ρι­ση ε­πι­κοι­νω­νια­κού χα­ρα­κτή­ρα. Δεν μπο­ρεί και δεν πρέ­πει να α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται στη λο­γι­κή ε­νός α­θροί­σμα­τος πο­λι­τι­κών δυ­νά­μεων ε­νό­ψει ε­κλο­γών. Ένα κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό μέ­τω­πο της Αρι­στε­ράς  προϋπο­θέ­τει την ε­πε­ξερ­γα­σία ε­νός πλαι­σίου θε­με­λίω­σης και οι­κο­δό­μη­σής του χω­ρίς φρα­στι­κό «μο­ντάζ» α­πλά και μό­νο για να χω­ρέ­σουν ό­λοι ή, έ­στω, ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ροι.

Ποια θα μπο­ρού­σαν να εί­ναι τα μί­νι­μουμ ση­μεία συμ­φω­νίας;
Πι­στεύω ό­τι η στά­ση κομ­μά­των και ορ­γα­νώ­σεων α­πέ­να­ντι στην ΕΕ (και την Ο­ΝΕ) α­πο­τε­λεί σή­με­ρα λυ­δία λί­θο μιας κε­ντρι­κής πο­λι­τι­κής συ­μπό­ρευ­σης της Αρι­στε­ράς. Για να γί­νω πιο συ­γκε­κρι­μέ­νος, η σύ­γκλι­ση σε κα­τεύ­θυν­ση α­πο­δέ­σμευ­σης α­πό την ΕΕ (και την Ο­ΝΕ) εί­ναι ό­ρος εκ των ων ουκ ά­νευ για μια κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή συ­μπό­ρευ­ση των ε­πι­μέ­ρους πο­λι­τι­κών κομ­μά­των και ορ­γα­νώ­σεων της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς. Αντι­θέ­τως, η συ­γκρό­τη­ση ε­νός α­ντι-μνη­μο­νια­κού με­τώ­που, που θα διεκ­δι­κή­σει την κυ­βέρ­νη­ση και, μέ­σω αυ­τής, την ε­πί­λυ­ση των κρί­σι­μων προ­βλη­μά­των του ελ­λη­νι­κού λα­ού ε­ντός ΕΕ (και Ο­ΝΕ) εί­ναι, κα­τά την ά­πο­ψή μου, μια πολ­λα­πλά α­διέ­ξο­δη ε­πι­λο­γή τό­σο για την Αρι­στε­ρά, ό­σο και για τις εκ­με­ταλ­λευό­με­νες τά­ξεις της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας.

Ο Χρ. Λά­σκος έ­γρα­ψε στην πε­ρα­σμέ­νη «Επο­χή»: «Το πρό­γραμ­μα της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς σή­με­ρα, αν το δού­με με τυ­πι­κό τρό­πο, α­κό­μη και στις α­ρι­στε­ρό­τε­ρες εκ­δο­χές του εί­ναι «δε­ξιό» σε σχέ­ση με τα προ­γράμ­μα­τα με τα ο­ποία η Αρι­στε­ρά διεκ­δί­κη­σε και βρέ­θη­κε στην κυ­βέρ­νη­ση στα τέ­λη του ’70 αρ­χές του ’80», για να κα­τα­λή­ξει πως «Πρέ­πει να πι­στεύου­με στο σο­σια­λι­σμό». Πι­στεύεις ό­τι η ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά κά­νει πί­σω στις α­ξίες της στο ό­νο­μα της κυ­βερ­νη­σι­μό­τη­τας;;
Χω­ρίς αμ­φι­βο­λία, μια Αρι­στε­ρά που δεν λέ­γε­ται μό­νον, αλ­λά και διεκ­δι­κεί να εί­ναι στην πρά­ξη ρι­ζο­σπα­στι­κή, ο­φεί­λει, στο πλαί­σιο ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου θεω­ρη­τι­κού και πο­λι­τι­κού σχε­δίου με­τά­βα­σης, να α­να­δει­κνύει διαρ­κώς και με πολ­λές μορ­φές την άρ­ρη­κτη και ορ­γα­νι­κή σύν­δε­ση της τα­κτι­κής της με το στρα­τη­γι­κό στό­χο του σο­σια­λι­σμού. Κά­θε υ­πο­χώ­ρη­ση α­πό αυ­τή την αρ­χή στο ό­νο­μα της ε­κλο­γι­κής νί­κης δεν μπο­ρεί πα­ρά να έ­χει μοι­ραίες συ­νέ­πειες. Όπως προ­δή­λως αρ­νη­τι­κές συ­νέ­πειες, δη­μιουρ­γώ­ντας σύγ­χυ­ση σε μα­ζι­κή κλί­μα­κα, προ­κα­λεί και η λε­κτι­κή ταύ­τι­ση κυ­βέρ­νη­σης και ε­ξου­σίας, ταύ­τι­ση που υιο­θε­τούν πολ­λές φο­ρές κο­ρυ­φαία στε­λέ­χη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ό­ταν α­να­φέ­ρο­νται σε (μελ­λο­ντι­κές) βου­λευ­τι­κές ε­κλο­γές . Μια σύγ­χρο­νη ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά, που δεν κά­νει πί­σω στις α­ξίες της και δι­δά­σκε­ται α­πό τα λά­θη της, δεν ε­πι­τρέ­πε­ται να χρη­σι­μο­ποιεί ε­ναλ­λα­κτι­κά και σα συ­νώ­νυ­μους τους ό­ρους «κυ­βέρ­νη­ση» και «ε­ξου­σία». Ο δρό­μος προς την ε­ξου­σία δεν ταυ­τί­ζε­ται με το δρό­μο προς την κάλ­πη. Ο δρό­μος προς την κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σίας α­πό την πλευ­ρά της σύγ­χρο­νης ερ­γα­τι­κής τά­ξης και των συμ­μά­χων της και τη συ­ντρι­βή του α­στι­κού κρά­τους -για να θυ­μη­θού­με τη θέ­ση και την α­νά­λυ­ση του Marx- εί­ναι δρό­μος μα­κρύς, α­νη­φο­ρι­κός, ε­πί­πο­νος, γε­μά­τος κιν­δύ­νους και α­να­τρο­πές. Αυ­τό μας έ­χει δι­δά­ξει ό­χι μό­νο η θεω­ρία, αλ­λά και η ι­στο­ρία του κι­νή­μα­τος διε­θνώς και στη χώ­ρα μας.

Η ι­δέα του σο­σια­λι­σμού εί­ναι α­κό­μα ε­φι­κτή;
Εξα­κο­λου­θώ να πι­στεύω ό­τι ο κομ­μου­νι­σμός εί­ναι το μέλ­λον του κό­σμου, υ­πό τον ό­ρο ό­μως ό­τι οι ερ­γα­ζό­με­νοι και οι πο­λι­τι­κές πρω­το­πο­ρίες τους, α­ξιο­ποιώ­ντας και α­πλώ­νο­ντας στους σύγ­χρο­νους και­ρούς τον α­νε­ξάν­τλη­το θεω­ρη­τι­κό πλού­το του μαρ­ξι­σμού, ε­πι­τυγ­χά­νουν να συν­δέ­σουν στρα­τη­γι­κή με τα­κτι­κή, διε­θνο­ποιώ­ντας τους α­γώ­νες τους και α­πο­φεύ­γο­ντας να εν­δώ­σουν σε ψευ­δαι­σθή­σεις ή/ και να ε­πα­να­λά­βουν πρα­κτι­κές που κα­τέ­λη­ξαν σε τρα­γω­δίες κα­τά τη διάρ­κεια του 20ου αιώ­να.

Το εκ­παι­δευ­τι­κό κί­νη­μα «α­γνο­εί­ται»

Πριν τρία χρό­νια εί­χες γρά­ψει έ­να άρ­θρο με τίτ­λο «Ποια παι­δεία; Σε ποια κοι­νω­νία;» Σή­με­ρα, γί­νε­ται μια ύ­στα­τη προ­σπά­θεια να κα­θιε­ρω­θεί η παι­δεία ως ε­μπό­ρευ­μα. Ποια η γνώ­μη σου για το εκ­παι­δευ­τι­κό κί­νη­μα; Πώς θα α­πο­τρα­πεί η α­πα­ξίω­ση της παι­δείας;;

Εξα­κο­λου­θώ να πι­στεύω ό­τι έ­να κί­νη­μα διεκ­δί­κη­σης της παι­δείας ως δη­μό­σιου α­γα­θού δεν μπο­ρεί πα­ρά να εί­ναι, σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, ορ­γα­νι­κό μέ­ρος ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ρι­ζο­σπα­στι­κού κι­νή­μα­τος κοι­νω­νι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού. Προ­σπά­θη­σα μά­λι­στα να α­να­δεί­ξω αυ­τή τη θέ­ση μέ­σα α­πό μια μι­κρή με­λέ­τη που εί­δε το φως της δη­μο­σιό­τη­τας το 2012 με τίτ­λο «Πα­νε­πι­στή­μιο-ε­πι­χεί­ρη­ση & κοι­νω­νία της α­πό-γνω­σης. Μαρ­ξι­στι­κά προ­λε­γό­με­να». Δυ­στυ­χώς, δε θα ή­ταν σή­με­ρα ε­κτός πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ό­ποιος θα υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι το εκ­παι­δευ­τι­κό κί­νη­μα -και α­να­φέ­ρο­μαι ει­δι­κό­τε­ρα στο χώ­ρο της τρι­το­βάθ­μιας εκ­παί­δευ­σης- «α­γνο­εί­ται». Η σπου­δά­ζου­σα νε­ο­λαία με­τά τις πο­λύ ση­μα­ντι­κές κι­νη­το­ποιή­σεις του 2006-2007 δεί­χνει, κα­τά συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία, να έ­χει α­να­δι­πλω­θεί, ε­νώ ό­σον α­φο­ρά το δι­δα­κτι­κό προ­σω­πι­κό η εν­σω­μά­τω­ση ή/ και η μοι­ρο­λα­τρι­κή στά­ση δί­νουν τον τό­νο στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της λε­γό­με­νης πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας.
Η ό­ποια α­να­τρο­πή αυ­τής της κα­τά­στα­σης μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει στο μέλ­λον α­πό έ­να μα­ζι­κό εκ­παι­δευ­τι­κό κί­νη­μα, που, σε συ­ντο­νι­σμό με έ­να ορ­γα­νω­μέ­νο κί­νη­μα της σύγ­χρο­νης ερ­γα­τι­κής τά­ξης, θα α­να­χαι­τί­σει την α­πα­ξίω­ση της εκ­παί­δευ­σης και θα διεκ­δι­κή­σει την παι­δεία ως δη­μό­σιο α­γα­θό. Προς το πα­ρόν πά­ντως, δεν έ­χω πα­ρά να κα­τα­θέ­σω στην κυ­ριο­λε­ξία, την α­πο­ρία μου. Όπως ση­μείω­να και στη με­λέ­τη μου, ό­λα δεί­χνουν ό­τι «η κυ­ρίαρ­χη ι­δε­ο­λο­γία έ­χει κά­νει κα­λά τη δου­λειά της. Ο α­το­μι­κι­σμός ζει και βα­σι­λεύει, έ­χο­ντας εν­δυ­θεί το με­τα­μο­ντέρ­νο του έν­δυ­μα, και ο α­φη­ρη­μέ­νος αν­θρω­πι­στι­κός λό­γος, που συ­χνά α­ντι­τάσ­σε­ται στον κυ­νι­σμό των κυ­ρίαρ­χων, δεν μπο­ρεί πα­ρά να α­πο­δει­κνύε­ται ά­σφαι­ρος και πά­ντως α­κίν­δυ­νος, εν­δε­χο­μέ­νως και λει­τουρ­γι­κός, για την α­να­πα­ρα­γω­γή της υ­πάρ­χου­σας τά­ξης πραγ­μά­των».

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *