Ξαναπιάνοντας το νήμα (για τη σχέση δημοκρατίας και σοσιαλισμού) – Βιβλιοπαρουσίαση


Οπισθόφυλλο:
 
Στη σοσιαλιστική παράδοση συναντούμε συχνά μια οξεία κριτική του κυρίαρχου δημοκρατικού λόγου. Εξίσου συχνά, ο σοσιαλισμός προτάθηκε ως η πιο ευρεία δημοκρατία που θα γνώριζε ποτέ ο κόσμος. Τι συμβαίνει εδώ; Είναι, άραγε, η δημοκρατία ένα απλό νομιμοποιητικό μακιγιάζ για το «δεσποτισμό του εργοστασίου»; Μήπως η νομιμοποιητική της ισχύς βασίζεται στο ότι, αντίθετα, εγκλείει κάτι άξιο λόγου, του οποίου ο σοσιαλισμός αποτελεί και το μόνο δυνατό διάδοχο; Τι γίνεται όταν οι περιεκτικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας βρίσκονται σε άκρα αναντιστοιχία με τις παρούσες πολιτικές μορφές που τη διεκδικούν; Εν τέλει, τι ακριβώς είναι τα κείμενα της παρούσας έκδοσης; Μια συζήτηση σε αραχνιασμένο αμφιθέατρο του προηγούμενου αιώνα; 
Ο Νίκος Πουλαντζάς, στις πολύτιμες επεξεργασίες του περί δημοκρατίας και σοσιαλισμού, κατανοούσε εμφανώς το εγχείρημά του ως ένα στρατηγικό πρόβλημα για τη μετάβαση προς μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Εκεί πρέπει να αναζητηθεί το νήμα της επανεκκίνησης. 
Τρεις νεαροί θεωρητικοί επιστήμονες και ο καθηγητής Στάθης Κουβελάκης συμπράττουν με τις συνομιλίες τους, ελπίζοντας να στέκονται άξιοι ετούτης της έγνοιας.
 
Από τον πρόλογο του Στάθη Κουβελάκη:
Ξαναρχίζοντας τη συζήτηση
Οπως είδαμε όμως και προηγούμενα, για να ξαναπιάσουμε αυτό το νήμα, η στρατηγική οπτική παραμένει απαραίτητη ως σημείο εκκίνησης αλλά και ως άξονας εμβάθυνσης της προβληματικής. Σ’αυτό το πεδίο τοποθετείται το κείμενο της Εφης Αχτσιόγλου. Δείχνει με αυστηρή ακρίβεια τους τρόπους με τους οποίους το βάθεμα της νεοφιλελεύθερης αποδιάρθρωσης των εργασιακών δικαιωμάτων οδηγεί σε σταδιακή ρήξη με βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, έτσι τουλάχιστον όπως την είχαμε γνωρίσει την εποχή του κοινωνικού κράτους. Κεντρικό ρόλο παίζει εδώ η εγκαθίδρυση ενός νέου μοντέλου διακυβέρνησης που διαμορφώνεται σε υπερεθνική βάση, και πιο συγκεκριμένα μέσω της ονομαζόμενης «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».
Οι μηχανισμοί που γεννά αυτή η διαδικασία (επί του προκειμένου το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), απολύτως στεγανοποιημένοι από κάθε δυνατότητα λαϊκής παρέμβασης, λειτουργούν ως ενεργοί βραχίονες επιβολής της λογικής των αγορών και της αρχής του «ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού», και μάλιστα σε μια από τις κεντρικές παραδοσιακές λειτουργίες του εθνικού κράτους, τη διαχείριση των όρων απασχόλησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.
Η Αχτσιόγλου ανιχνεύει τις στρατηγικές προεκτάσεις αυτής της κατάστασης, προτείνοντας την παράλληλη ανάπτυξη πρωτοβουλιών από τις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις τόσο στο ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στο πεδίο του εθνικού κράτους. Πρωτοβουλίες που δεν μπορούν να κινούνται απλά στο επίπεδο των παραδοσιακών συνδικαλιστικών διεκδικήσεων και πρακτικών, στο βαθμό που έχουν να αντιμετωπίσουν έναν διαφορετικά οργανωμένο αντίπαλο, με ένα παράλληλο ως προς το εθνικό κράτος και εξόχως αντιθετικό  προς οποιαδήποτε ιδέα δημοκρατίας μοντέλο διακυβέρνησης. Τεκμηριώνεται έτσι πειστικά η θέση ότι, στη σημερινή συγκυρία της νεοφιλελεύθερης σκλήρυνσης του «αυταρχικού κρατισμού», και την επέκτασή του σε υπερεθνικά πλαίσια, το δημοκρατικό αίτημα αποκτά άμεση στρατηγική σημασία για τον αγώνα των κυριαρχούμενων τάξεων και τη μελλοντική ενεργοποίηση της σοσιαλιστικής προοπτικής.
Ο Στέργιος Μήτας τοποθετεί από την πλευρά του με στιβαρότητα το θέμα των σχέσεων σοσιαλισμού και δημοκρατίας στο πεδίο μιας κανονιστικής προσέγγισης και πιο συγκεκριμένα στο «χειραφετητικό πλεόνασμα» που κομίζει το αξιακό υπόβαθρο της δημοκρατικής αρχής. Αρνούμενος τόσο την εργαλειακή αναγωγή αυτών των αξιών στα υλικά συμφέροντα της κυρίαρχης (αστικής) τάξης, όσο και τις αντιλήψεις περί ιστορικής νομοτέλειας σύμφωνα με τις οποίες περιττεύουν οι αξιακές αναφορές, θεωρεί ότι η κανονιστική προσέγγιση προσφέρει ένα δόκιμο κριτήριο με το οποίο μπορεί να διελευκανθεί το πρόβλημα μέσων και σκοπών που θέτει η προβληματική του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό.
Διαχωριζόμενος από την τραγικότητα της ηθικής τοποθέτησης των κλασικών κειμένων του νεαρού Λούκατς[1], που θεωρεί μη υπέρβασιμη την ένταση μέσων και σκοπών και καλεί στην αποδοχή της ευθύνης του κακού και της ενοχής (με αντιστάθμισμα φυσικά το αναπόδραστο της θυσίας), ορίζει τη σχέση αυτή ως εμμένεια του μέσου προς το σκοπό: το μέσο συναποτελεί το σκοπό σε εμβρυακή μορφή. Τονίζει όμως επίσης ότι η ηθικότητα και η δικαιοσύνη δεν ταυτίζονται με την τρέχουσα ηθική τάξη και την κατεστημένη νομιμότητα, ανοίγοντας έτσι εκ νέου το καίριο ερώτημα που είχε ήδη θέσει ο Λούκατς, δηλαδή πώς μπορεί μέσα από την υπάρχουσα πραγματικότητα να ξεπηδήσει ένα νέο κριτήριο για την ανθρώπινη δράση και να διαμορφώσει μια νέα συνείδηση, μια νέα σχέση ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική πράξη.
Ο Ιορδάνης Κουμασίδης τέλος θέτει μια σειρά από ερώτηματα γύρω από τις εστίες έντασης που αναδεικνύει η ιστορική και εννοιολογική εκδίπλωση της σχέσης του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας, εστιάζοντας στο πεδίο της υποκειμενικότητας και των όρων της διαμόρφωσής της. Ενταση εντός των οργανώσεων και των μορφών εξουσίας που είχαν αναλάβει την εκπλήρωση του σοσιαλιστικού προτάγματος, αλλά και ένταση στο εσωτερικό της ίδιας της δημοκρατίας ως τεχνικής εξουσίας και πλέγματος εξουσίας και γνώσης που παράγει καθορισμένες μορφές υποκειμενικότητας, όχι απαραίτητα συμβατές με την προοπτική της χειραφέτησης. Ενταση τέλος τόσο στον τρόπο με τον οποίο διαμεσολαβείται η ατομική βούληση όταν προσπαθεί να συγκροτηθεί σε «γενική βούληση» όσο και στο εσωτερικό της, ως ρουσσωική-καντιανή αντινομία μεταξύ ηθικής βούλησης και φυσικής δύναμης, ελευθερίας και φύσης, που αποτελεί το συστατικό δίπολο της ανθρώπινης πράξης. Η ψηλάφηση της σχέσης σοσιαλισμού και δημοκρατίας μας επιτρέπει να σκεφτούμε τη διαλεκτική της, όχι ως συμφιλίωση και τελεολογική εξάλειψη της εσωτερικής της έντασης, αλλά ως διαδικασία παραγωγικής διαχείρισης και ανοίγματος σε νέες ιστορικές δυνατότητες.
 

[1]     Βλ. Georg Lukacs, « Tactics and Ethics » στο Political Writings 1919-1929, σ. 3-11 και « Bolshevism as a Moral Problem » στο Georg Lukacs Revolution and Counter-Revolution, Κερετάρο: Hear-Hear, 1991, σ. 37-41.
 
Από το κείμενο της Έφης Αχτσιόγλου:
« Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική συνίσταται συνεπώς στο να δημιουργεί το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό αγορών, στο να οργανώνει με διάφορα μέσα «την υποχρέωση της επιλογής» κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα άτομα να αποδέχονται την «τάξη της αγοράς», όπως τους έχει επιβληθεί, σαν αυτή να είναι μια «πραγματικότητα», σαν να είναι ο μοναδικός κανόνας του παιχνιδιού. Ως αποτέλεσμα, οι πολίτες ενσωματώνουν τους κανόνες του ανταγωνισμού και της αποτελεσματικότητας για να μη βγουν οι χαμένοι του παιχνιδιού. Τελικά όμως αυτή η ενσωμάτωση στο διαρκή ανταγωνισμό μετατρέπει τον πολίτη σε ένα υποκείμενο – επιχείρηση. Στη συνολική λοιπόν θέαση της επέκτασης της λογικής της αγοράς, το τελικό στάδιο δεν είναι η ανάδειξη του ανταγωνισμού ως νόρμας του κράτους – επιχείρησης, αλλά του ανταγωνισμού ως νόρμας του υποκειμένου – επιχείρηση. Ακριβώς λόγω αυτού του τελικού σταδίου, ο νεοφιλελευθερισμός μακράν του να είναι μια απλή ιδεολογία ή μια οικονομική πολιτική μετατρέπεται σε Λόγο, σε μια ορθολογικότητα που δομεί και οργανώνει όχι μόνο τις αποφάσεις και δράσεις των κυβερνώντων, αλλά και τη συμπεριφορά των κυβερνώμενων.»
«Όλες οι κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους απορρυθμίζονται σήμερα καταρχήν, διότι η ίδια η αναδιανεμητική του λειτουργία δε γίνεται ανεκτή από το νέο Λόγο. Γιατί πιο πριν ακόμη, η ισότητα, κεντρικός όρος του φιλελεύθερου στοχασμού, όχι απλώς δεν αποτελεί στόχευση του συστήματος, αλλά συγκρούεται με αυτό, καθώς η καθολική νόρμα του ανταγωνισμού διέπει το σύνολο των εκφάνσεων της ζωής. Ως εκ τούτου, καμία κοινωνική ειρήνη και κανένας μεγάλος συμβιβασμός δεν μπορεί να διατηρηθεί. Αντιθέτως, ο συμβιβασμός αυτός πρέπει να αρθεί, μέσα από την κρατική ή όποια άλλη, θεσμική σε κάθε περίπτωση, παρέμβαση.»
 
Από το κείμενο του Στέργιου Μήτα:
   Η αξιακή αποσύνδεση της δημοκρατικής αρχής από την κεφαλαιοκρατική οργάνωση του κοινωνικού βίου επείγει εντονότερα από ποτέ. Η δημοκρατία, πολύ λιγότερο από το να αποτελεί «αστική» επινόηση par essence, αναφέρεται σ’ ένα αξιακό πλαίσιο που υπερβαίνει τον ιστορικό περίγυρο εκφοράς της. Φέρει, με άλλα λόγια, ένα χειραφετητικό πλεόνασμα, του οποίου ο μαρξισμός αποτελεί τον κριτικό, όσο και νόμιμο, επίγονο. Όταν ο Μαρξ κριτικάρει την πολιτική δημοκρατία, λόγου χάρη στο Εβραϊκό ζήτημα[1], δεν υπογραμμίζει στην ουσία τίποτε άλλο από τα όρια μιας, κατά τα λοιπά αξιότιμης, κληρονομιάς.
Η πολιτική δημοκρατία, ως αυτο-έκφραση ενός κυρίαρχου λαού, συντεθειμένου από πολίτες ελεύθερους και ίσους, καταστρώνει, είναι η αλήθεια, μια αφαίρεση που σκιάζει τις ουσιώδεις κοινωνικές διαιρέσεις: ανάμεσα σε κατόχους μέσων παραγωγής και ακτήμονες, ανάμεσα σε παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου και επικαρπωτές του, ανάμεσα σε διαχωρισμένη πολιτική εξουσία και υπεξούσια κοινωνία.

   Η κοινωνική χειραφέτηση, ωστόσο, δεν θα εκθεμελιώσει ή διαδεχθεί απλώς την πολιτική χειραφέτηση, όσο θα την αποκαταστήσει στο ακέραιο. Στο μέτρο που η διακηρυγμένη γενική βούληση συνοδεύεται από υπαρκτό κοινωνικό τεμαχισμό, η λαϊκή κυριαρχία συνιστά καθαυτή μια λογική αδυνατότητα. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, από την άλλη, παραπέμπει σ’ ένα διττό συλλογικό αυτοπροσδιορισμό: τόσο από πλευράς πολιτών όσο και από πλευράς παραγωγών, ελεύθερα συνενωμένων για την από κοινού διαχείριση της ίδιας τους της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Αποδεικνύεται, έτσι, πως το ευκταίο «βάθεμα και πλάτεμα» της πολιτικής δημοκρατίας αναφέρεται εξίσου στον όρο πολιτική (συνάρθρωση θεσμίσεων αντιπροσώπευσης και αυτοδιαχείρισης) όσο και στον όρο δημοκρατία (συλλογικός-δημοκρατικός έλεγχος, εφεξής και στην παραγωγή και ιδιοποίηση του κοινωνικού πλούτου). Θα ήταν εξίσου νόμιμο να αποκληθεί ετούτο το σχήμα δημοκρατικός κομμουνισμός, δεν θα έπαυε, πάλι ωστόσο, να αποτελεί ένα σχήμα πλεονασμού.

[1] Βλ. Καρλ Μαρξ, Το εβραϊκό ζήτημα, μτφ. Γ. Κρητικός, Οδυσσέας, Αθήνα, 1978.
 
Από το κείμενο του Ιορδάνη Κουμασίδη:
Η συζήτηση λοιπόν ιστορικά βρέθηκε να παλινδρομεί μεταξύ της δημοκρατίας εντός των (σοσιαλιστικών) κομμάτων και εντός των (σοσιαλιστικών) καθεστώτων. Ποιο κόμμα όμως μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορεί να πραγματώσει τη δημοκρατία, όπως τέλος πάντων την εννοεί[1], όταν δεν την έχει κατακτήσει στο εσωτερικό του; Παρ’ όλα αυτά, ουδείς αμφισβητεί τη συνεισφορά των σοσιαλιστικών κομμάτων (δηλαδή κομμάτων-κηρύκων αλλά και υλικών εκφράσεων της σοσιαλιστικής ιδέας) στην ανάπτυξη και εμπέδωση της δημοκρατίας[2]. Αυτό καταδεικνύει πως υπήρξαν εκτός των άλλων και βασικοί εκφραστές των ώριμων αιτημάτων και διεκδικήσεων για δημοκρατία, όπως αυτά εμφανίστηκαν μέσα στις κοινωνίες.
Ούτως ή άλλως η απελευθέρωση από τη δουλειά ή την εξοντωτική, ολοήμερη εργασία απετέλεσε αναγκαία και ικανή συνθήκη για να αναπτυχθεί ένα ενδιαφέρον για τα κοινά, για τον τρόπο διακυβέρνησης[3].
Από την άλλη, ο αντίλογος αναφέρει την ολίσθηση πολλών καθεστώτων που επικαλούνταν τον σοσιαλισμό όχι στο βάθεμα της δημοκρατίας αλλά σε απεχθείς μορφές ολοκληρωτισμού. Παραμένει ερώτημα κατά πόσον η καθοριστική στιγμή για την απονέκρωση της δημοκρατίας υπήρξε η εισαγωγή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού από τον Λένιν ή η ανάπτυξη της προσωπολατρείας για τον Στάλιν, σίγουρα πάντως και μέσω των δυο στιγμών παγιώθηκε ως αντίληψη αυτό που ο Παπαϊωάννου όρισε ως «μονοπώλιο της αλήθειας»[4]
  Τα ερωτήματα, όπως παρατηρούμε, εμφανίζονται σχεδόν πάντα με τη μορφή ζεύγματος. Για παράδειγμα, η αντίστιξη αυτοδιαχείριση – κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας ή η παραλληλία του δίπολου άμεση δημοκρατία – αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Πως θα μπορούσαμε λοιπόν να τα προσεγγίσουμε και ενδεχομένως να τα υπερβούμε; Η πρώτη λύση θα ήταν να προσεγγιστούν μέσω της αριστοτελικής μεσότητας ή απλώς να θεωρηθεί πως κατά το ιστορικό προτσές θα υπερβληθούν λόγω των νόμων της διαλεκτικής.
Μια εξαιρετική όμως φιλοσοφική ιδέα θα επίτασσε να σκεφθούμε αυτά τα ζεύγματα υπό το πρίσμα μιας σχέσης γενικού – ειδικού, ως μια σπινοζική αναφορά. Σε αυτό το σχήμα, ο σοσιαλισμός λαμβάνοντας τη λειτουργία του ειδικού απεκδύεται την ευθύνη ενός ολιστικού λόγου, που συν τοις άλλοις αναλαμβάνει και την ευθύνη για «λύσεις» σε όλο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων, διατηρώντας το ρόλο ενός φιλόδοξου συνεκδοχικού λόγου περί δημοκρατίας (το γενικό) που στο βάθος καταδεικνύει εκείνο που θα ισχυριστούμε αργότερα ως το κορυφαίο επιδιωκόμενο, την ελευθερία.
 

[1]     Εάν συνεχίζει να τη θεωρεί στη βάση ενός σκληρού δημοκρατικού συγκεντρωτισμού όπως πράττουν τα κλασικά κομμουνιστικά κόμματα, τότε πολύ εύκολα αντικρούεται από τον Πόππερ στην Ανοιχτή Κοινωνία και τους Εχθρούς της, παρά τις λοιπές αδυναμίες του στοχαστή απέναντι στις αριστερές θέσεις.

[2]     Επ’ αυτού βλέπε την πρόσφατη κυκλοφορία Geoff Eley Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία της Ευρωπαϊκής αριστεράς 1850-1923 (Σαβάλλας, 2010), όπου ασφαλώς, όπως γίνεται κατανοητό και από τον τίτλο, η εστίαση αφορά τον Ευρωπαϊκό χώρο. 

[3]     Βλ. Μαρξ  Το Κεφάλαιο, πρώτος τόμος, κεφ. ‘Η εργάσιμη μέρα’, σελ. 246 κ.ε., όπου ο Μαρξ αναφέρεται στην ιστορική ανάπτυξη της καταναγκαστικής υπερεργασίας, υπονοώντας την μεταξύ άλλων και ως αποτρεπτικό αίτιο πολιτικοποίησης.   

[4]     Κ. Παπαϊωάννου Η ψυχρή ιδεολογία (Ύψιλον, 1986), σελ. 53 κ.ε.

 

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *