Ο Αλέξης Μητρόπουλος, σε άρθρο του για τις ΕΟΖ, γράφει στα Επίκαιρα (22.9.2011): «Το φαινόμενο αυτό είναι ομόλογο του πολεμικού φαινομένου, της εκστρατείας, δηλαδή, μιας στρατιωτικής δύναμης εναντίον μιας αδύναμης –συνήθως– χώρας προς κατάκτηση των πλουτοπαραγωγικών της πηγών. Είναι η λεγόμενη διαδικασία της διά των όπλων “πρωτογενούς συσσώρευσης”. Αν υπάρχει κατάκτηση διαρκείας, τότε πρόκειται για την περίπτωση τη αποικιοποίησης ή της δημιουργίας περιφερειακού προτεκτοράτου.
Η ηγεμονική θέση του χρηματιστικού και βιομηχανικού κεφαλαίου γερμανικών συμφερόντων στην ΕΕ και την Ευρωζώνη είναι προφανής. Στην περίπτωση των ΕΟΖ, η εμπλοκή των Γερμανών τεχνοκρατών υπήρξε καταλυτική, και φυσικά με το αζημίωτο. Η πρόεδρος του Χρηματοοικονομικού Φόρουμ Θράκης, Κατερίνα Καραγιάννη, είναι Ελληνογερμανίδα και πρώην στέλεχος της Deutsche Bank. Τη νομική μελέτη του Φόρουμ για την πραγματοποίηση της ΕΟΖ στη Θράκη εκπόνησε γερμανική εταιρεία. Η ευρωενωσιακή Task Force, που με την έκθεσή της τονίζει την αναγκαιότητα δημιουργίας ΕΟΖ και επίσπευσης του προγράμματος Helios, έχει επικεφαλής τον Γερμανό Χορστ Ράιχενμπαχ, αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανοικοδόμησης και Ανάπτυξης.
Ενώ ο αντίλογος στις ΕΟΖ επικεντρώνεται στις εργασιακές συνθήκες άγριας εκμετάλλευσης που, όπως γνωρίζουμε, ισχύουν στις ΕΟΖ των λεγόμενων αναπτυσσόμενων χωρών, επικαλείται εξίσου την επερχόμενη συντριβή, από το μεγάλο κεφάλαιο, των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων (επιχειρήσεων δηλαδή που απασχολούν από ελάχιστους αλλά μέχρι και 250 εργαζόμενους), οι οποίες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία της επιχειρηματικής δραστηριότητας στη Μακεδονία και τη Θράκη, δίνοντας πάντα έμφαση στον αποικιοκρατικό χαρακτήρα των ΕΟΖ και την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Παραβλέπεται έτσι αφενός η συμβολή των εμπορικών και βιοτεχνικών επιμελητηρίων και του ελληνικού κεφαλαίου στη διαδικασία και επισκιάζεται αφετέρου η σύγκρουση των συμφερόντων των εργατών της Ελλάδας με τα συμφέροντα των μικρών, μικρομεσαίων και μεγάλων αφεντικών.
Ας θυμηθούμε τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης (άρθρο 4, Ν. 2639/1998) ανάμεσα σε επιχειρήσεις κι εργοδοτικές ενώσεις περιοχών και τα αντίστοιχα εργατικά κέντρα, που ξεκίνησαν να εφαρμόζονται από το 1997 σε περιοχές με υψηλή ανεργία, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του περιεχομένου των συλλογικών συμβάσεων εργασίας για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, τη δημιουργία γεωγραφικών ζωνών χαμηλού κόστους εργασίας και την περαιτέρω διάσπαση της εργατικής τάξης και των κλαδικών συνδικάτων.
Πέρα από τις ήδη υπάρχουσες διά νόμου «ΕΟΖ», υφίστανται άτυπες ειδικές οικονομικές ζώνες που η ανάπτυξή τους και η κερδοφορία τους βασίζεται μεν στη φοροδιαφυγή (η οποία, όταν νομιμοποιείται, λέγεται φοροαπαλλαγή και αναπτυξιακό κίνητρο), αλλά κυρίως στις εξοντωτικές εργασιακές συνθήκες. Η ΕΟΖ της Μανωλάδας στην Πελοπόννησο είναι ένα από τα πιο τρανταχτά (και γνωστά) παραδείγματα.
Οι ΕΟΖ αποτελούν στην ουσία εργαλείο ανάπτυξης του καπιταλισμού από τον 18ο αιώνα. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Δανία το αξιοποιούν περιστασιακά εδώ κι αιώνες. Οι γεωγραφικές περιοχές που για σκοπούς ανάπτυξης της παραγωγής και του εμπορίου εξαιρούνται από τη νομοθεσία της υπόλοιπης επικράτειας διαφοροποιούνται μεταξύ τους ανάλογα με τις συνθήκες και τα επιθυμητά αποτελέσματα, λαμβάνοντας διάφορες ονομασίες (Special Economic Zones, maquiladoras, Export Processing Zones, Free Trade Zones κ.ά.). Οι σύγχρονοι σκοποί των ζωνών αυτών περιλαμβάνουν τη στήριξη ευρύτερων οικονομικών μεταρρυθμιστικών στρατηγικών, την αύξηση των εξαγωγών, την προσέλκυση ξένων (και όχι μόνο) άμεσων επενδύσεων και την αντιμετώπιση της ανεργίας.
Στη Δυτική Ευρώπη, οι ζώνες αυτές περιορίζονται στη συσκευασία και την αποθήκευση, εξαιτίας των κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαδικασίες επεξεργασίας επιτρέπονται μόνο στην Ελεύθερη Ζώνη Εμπορίου του Αμβούργου στην Γερμανία, στις Ελεύθερες Ζώνες Εμπορίου στα Κανάρια Νησιά και τις Αζόρες στην Ισπανία, στη Μαδέρα της Πορτογαλίας και σε υπερπόντιες περιοχές. Από την ίδια φιλοσοφία πηγάζουν τα πρoγράμματα Ελεύθερων Αστικών Ζωνών στη Γαλλία, κατά τα πρότυπα των Επιχειρηματικών και Ενισχυτικών Ζωνών στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ –όπου εντοπίζονται πάνω από 85 τέτοιες ζώνες για την αναζωογόνηση των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών– αντίστοιχα. Οι επιχειρηματικές ζώνες υποστηρίχθηκαν στην Αγγλία τόσο από τον εμπνευστή τους, φαβιανό σοσιαλιστή καθηγητή Πίτερ Χολ, όσο και από τη συντηρητική κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η Κίνα πραγματοποίησε το μεγάλο άλμα προς τον καπιταλισμό με την ίδρυση της ΕΟΖ της Σενζέν, ενός μικρού ψαροχωριού που μέσα σε 25 χρόνια μετατράπηκε σε αστική μητρόπολη στην οποία πλέον εμπερικλείονται δεκάδες άλλες ειδικές ζώνες, με διαφορετικά κίνητρα για επενδύσεις. Τα πλαφόν παραγωγής υφασμάτων και ρούχων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που ίσχυαν μέχρι το 2005, ώθησαν τις επιχειρήσεις να μετακινούνται και να επενδύουν σε αναπτυσσόμενες χώρες ώστε να επωφελούνται από τα υψηλά όριά τους. Το αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση και ο γοργός πολλαπλασιασμός τέτοιων ζωνών (πλέον αριθμούν περί τις 3.500) στην Ασία, τη Λατινική Αμερική, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και την Κεντρική Ασία. Οι περισσότερες από τις θέσεις εργασίας στις ζώνες αυτές συγκεντρώνονται σε λιγότερες από δώδεκα χώρες, με πρώτη την Κίνα. Τα προϊόντα αφορούν υρίως ένδυση, υφάσματα, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη, και εξαρτώνται από το ήδη υπάρχον επίπεδο βιομηχανικής ανάπτυξης της χώρας.
Η έκθεση της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελεύθερων Συνδικάτων (ICFTU), το 2003, για τις ΕΟΖ (που αφορούσε μόνο τις αναπτυσσόμενες χώρες)τονίζει την καταστρατήγηση των κριτηρίων εργασίας των Συμβάσεων του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας τόσο από την πλευρά των επενδυτών όσο και από την πλευρά των κρατικών αρχών. Η πρόσβαση συνδικαλιστών στον εργασιακό χώρο είναι σχεδόν ανέφικτη. Η επικοινωνία με τους εργάτες μπορεί να γίνει μόνο εκτός της εταιρείας, ενώ οι ζώνες κλείνονται από συρματοπλέγματα με οπλισμένους σεκιουριτάδες και απαιτείται άδεια της διοίκησης για είσοδο. Η συνεχής απειλή της απόλυσης, καθώς οι περισσότεροι εργαζόμενοι έχουν συμβόλαια ορισμένου χρόνου, επιτρέπει στους εργοδότες να παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία. Μαζί με την υπογραφή της σύμβασης εργασίας, οι εργαζόμενοι συχνά υπογράφουν επιστολές παραίτησης ώστε να απολύονται όποτε το αποφασίσει η διοίκηση. Ο ρυθμός απολύσεων και προσλήψεων είναι ιλιγγιώδης. Οι εργαζόμενοι σπάνια μένουν στις θέσεις τους πάνω από πέντε χρόνια, και η ανανέωση του εργατικού δυναμικού φτάνει ως το 40% κάθε μήνα. Πολλές φορές οι δηλωμένοι εργοδότες είναι πλασματικοί. Οι απειλές απόλυσης, σωματικής βλάβης, ακόμα και θανάτου, αποτρέπουν την οργάνωση των εργατών.
Στην Ονδούρα, οι εργαζόμενοι κατάφεραν να φτιάξουν ένα σωματείο (που εκπροσωπεί δύο επιχειρήσεις) το οποίο επιβίωσε και ισχυροποιήθηκε χάρη και στη διεθνή στήριξη. Οι εργαζόμενοι είχαν στόχο να φτιάξουν ένα σωματείο για όλη τη ζώνη, ώστε να μην αναγκάζονται να περνούν αυτή τη διαδικασία για κάθε εργοστάσιο ξεχωριστά, αλλά το υπουργείο Εργασίας αρνήθηκε την αναγνώριση κλαδικού σωματείου. Σε κάποιες χώρες, η διαχειριστική αρχή των ζωνών είναι κρατική και ορίζει μονομερώς τους μισθούς και τους όρους εργασίας. Αλλού η ασφάλεια στρατολογεί εργαζόμενους ώστε να αποτρέπεται η απεργιακή δράση. Εταιρείες κλείνουν και ανοίγουν με άλλες ονομασίες για να ξεφορτωθούν τα σωματεία. Οι εργοδότες στήνουν δικές τους ενώσεις εργοδοτών κι εργαζομένων και κίτρινα σωματεία. Σε χώρες όπου δεν απαγορεύεται η απεργία εν γένει, οι κυβερνήσεις επικαλούνται το εθνικό συμφέρον, καθώς οι εταιρείες στις ζώνες εκλαμβάνονται ως ζωτικής σημασίας για την εθνική οικονομία, με σκοπό οι απεργίες να κηρύσσονται τελικά παράνομες και καταχρηστικές.
Ο ελάχιστος ή μέσος μισθός ουσιαστικά δεν διαφέρει από τον μισθό της χώρας όπου βρίσκεται η ΕΟΖ, η έλλειψη συνδικαλισμού και η αδράνεια των Επιθεωρητών Εργασίας επιτρέπει όμως στους εργοδότες να προσλαμβάνουν «μαύρα». Δεν καταβάλλουν υπερωρίες, δεν παρέχουν στον εργαζόμενο τον απαιτούμενο προστατευτικό εξοπλισμό (ειδικά ρούχα, πόσιμο νερό, εξαερισμό) και η πρακτική άσκηση διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε κανονικές συνθήκες. Οι εργαζόμενοι κλειδώνονται στον χώρο εργασίας, με αποτέλεσμα πολλούς θανάτους λόγω φωτιάς. Οι γυναίκες, που αποτελούν το συντριπτικό ποσοστό των εργαζομένων στις ΕΟΖ, υποβάλλονται σε εξευτελιστικούς ελέγχους πρόληψης εγκυμοσύνης και απολύονται αν μείνουν έγκυες. Με τη μείωση του κύκλου ζωής των προϊόντων, ιδίως των ηλεκτρονικών, οι γραμμές παραγωγής αλλάζουν συχνά, και οι εργάτες οφείλουν να προσαρμόζονται – αλλιώς αντικαθίστανται. Οι προθεσμίες είναι εξαντλητικές, η πίεση μείωσης του κόστους συνεχής. Οι ώρες εργασίας κυμαίνονται στις 15-16 ώρες· δεν γίνονται σεβαστές ούτε καν οι φυσικές ανάγκες. Στη θεωρούμενη ως επιτυχημένη ζώνη των Φιλιππίνων, οι ουρολοιμώξεις και τα νεφρικά προβλήματα είναι γενικευμένο φαινόμενο.
Στην Ελλάδα, τα φαινόμενα αντισυνδικαλιστικού τραμπουκισμού, η «μαύρη» εργασία, τα κίτρινα συνδικάτα, η ανεπάρκεια της Επιθεώρησης Εργασίας, οι δολοφονικές και βάρβαρες επιθέσεις της εργοδοσίας, η ανοχή ή και φανατική στήριξη των αστυνομικών αρχών στους εργοδότες, δεν είναι πράγματα ούτε άγνωστα ούτε καινούργια. Τα εργατικά ατυχήματα δείχνουν τις συνεχείς παραβιάσεις των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας. Η ολοένα εντεινόμενη ευελιξία των εργασιακών σχέσεων, που στην ουσία πάντα ίσχυε στον ιδιωτικό τομέα και πλέον τείνει να επικρατήσει και στον δημόσιο, σε συνδυασμό με την αναστολή των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας ως γενικών και υποχρεωτικών (Ν. 4024 /2011), με σκοπό την πλήρη επικράτηση των ατομικών συμβάσεων και την πριμοδότηση της σύναψης επιχειρησιακής σύμβασης με Ενώσεις Προσώπων, καθώς και όσες άλλες αντεργατικές νομοθετικές ρυθμίσεις έπονται, παράλληλα με τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, συνιστούν ικανές συνθήκες ώστε να προχωρήσει στην πράξη η δημιουργία νομότυπων, πλέον, ΕΟΖ.
Σε εκδήλωση για τις ΕΟΖ στην Πελοπόννησο, ο Σάββας Ρομπόλης, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, παρουσίασε την εναλλακτική αναπτυξιακή πρόταση της ΓΣΕΕ: τη δημιουργία ολοκληρωμένων συμπλεγμάτων δραστηριοτήτων (clusters) με σκοπό την εξασφάλιση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και των εργασιακών και κοινωνικών συνθηκών παραγωγής τους στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού και διεθνούς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος. Με τυφλή προσήλωση στην ανταγωνιστικότητα, προωθείται μια σοσιαλδημοκρατική αντίληψη που επικαλείται την πιο σωβινιστική εκδοχή του εργατικού συνδικαλισμού ποντάροντας στην εξαθλίωση της εργατικής τάξης άλλων χωρών και την ευημερία της ελληνικής εργατικής τάξης· μέσω της γνώσης, της καινοτομίας και της διά βίου εκπαίδευσης των εργαζομένων, η ευθύνη για την ανεργία μετατίθεται στον ίδιο τον εργαζόμενο, που δεν προσπαθεί αρκετά να εκσυγχρονίσει και να εμπλουτίσει τις δεξιότητές του.
Ο αγώνας ενάντια στην ίδρυση ΕΟΖ θα κριθεί ως προς τη δυνατότητά του να συμβάλει στην αποσαφήνιση της ταξικής διάστασης αυτής της εξέλιξης και στη σύνδεσή της με όσες άλλες οπισθοχωρήσεις έχει επιφέρει όχι μια «προδοτική» πολιτική διαχείρισης της κρίσης, αλλά μια πολιτική εντατικοποιημένης αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης του κόσμου της εργασίας, με σκοπό την εξασφάλιση της δυνατότητας αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Θα είναι ένας αγώνας ελλήνων και μεταναστών εργατών, αλλά κι ένας αγώνας αλληλεγγύης στους εργάτες των ΕΟΖ όλων των χωρών, για να αναδειχθεί το αδιέξοδο των συστημικών λύσεων και να συντριβεί η διαστρεβλωτική εθνικοπατριωτική ρητορεία.