Περιεχόμενα
Προλογικά ΧΙ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ 1
Εισαγωγή – Πριν από τις τάξεις 3
I – Η νεολιθική «επανάσταση» 10
II – Οι πρώτοι πολιτισμοί 17
III – Οι πρώτες ταξικές διαιρέσεις 22
IV – Η καταπίεση των γυναικών 29
V – Οι πρώτοι «Σκοτεινοί Χρόνοι» 32
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 41
I – Σίδηρος και αυτοκρατορίες 43
II – Η αρχαία Ινδία 46
III – Οι πρώτες κινεζικές αυτοκρατορίες 52
IV – Οι ελληνικές πόλεις-κράτη 61
V – Η άνοδος και η πτώση της Ρώμης 69
VI – Η άνοδος του χριστιανισμού 85
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΟΙ ΜΕΣΟΙ ΧΡΟΝΟΙ 99
I – Οι αιώνες του χάους 101
II – Κίνα, η αναγέννηση της αυτοκρατορίας 104
III – Βυζάντιο, το ζωντανό απολίθωμα 115
IV – Οι ισλαμικές επαναστάσεις 121
V – Οι αφρικανικοί πολιτισμοί 134
VI – Η ευρωπαϊκή φεουδαρχία 138
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 157
I – Η κατάκτηση της Νέας Ισπανίας 159
II – Από την Αναγέννηση στη Μεταρρύθμιση 170
III – Οι ωδίνες του τοκετού μιας νέας τάξης πραγμάτων 192
IV – Η τελευταία άνθηση των αυτοκρατοριών της Ασίας 218
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ: Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΑΞΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ 229
I – Μια εποχή κοινωνικής ειρήνης 231
II – Από τις προλήψεις στην επιστήμη 235
III – Ο Διαφωτισμός 240
IV – Δουλεία και μισθωτή δουλεία 245
V – Δουλεία και ρατσισμός 247
VI – Τα οικονομικά της «ελεύθερης εργασίας» 255
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΗΡΘΕ ΤΑ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ 261
I – Αμερικανικός πρόλογος 263
II – Η Γαλλική Επανάσταση 275
III – Ο ιακωβινισμός έξω από τη Γαλλία 301
IV – Η υποχώρηση της λογικής 313
V – Η Βιομηχανική Επανάσταση 316
VI – Η γένεση του μαρξισμού 325
VII – 1848 333
VIII – Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος 343
IX – Η κατάκτηση της Ανατολής 353
X – Η ιαπωνική εξαίρεση 363
XI – Έφοδος στον ουρανό: η Κομμούνα του Παρισιού 366
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ: Ο ΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ 373
I – Ο κόσμος του κεφαλαίου 377
II – Παγκόσμιος πόλεμος και παγκόσμια επανάσταση 405
III – Θύελλα στην Ευρώπη 430
IV – Εξέγερση στον αποικιακό κόσμο 449
V – 1920: η «χρυσή δεκαετία» 464
VI – Η μεγάλη πτώση 470
VII – Η στραγγαλισμένη ελπίδα: 1934-36 493
VIII – Μεσάνυχτα στον αιώνα 513
IX – Ο Ψυχρός Πόλεμος 546
X – Η νέα παγκόσμια αταξία 582
Συμπέρασμα: η αυταπάτη της εποχής 611
Σημειώσεις 629
Γλωσσάριο 667
Πρόσθετη βιβλιογραφία 693
Ευρετήριο 701
Ο κόσμος του κεφαλαίου
Το 1900 το κεφάλαιο είχε βάλει πλέον τη σφραγίδα του παντού στον κόσμο.
Ήταν δύσκολο να βρεθεί οπουδήποτε μια ομάδα ανθρώπων που το κεφάλαιο να
μην είχε μετασχηματίσει τη ζωή τους. Μόνο οι παγωμένες εκτάσεις της Ανταρ-
κτικής, τα πιο απόμακρα δάση του Αμαζονίου και οι κοιλάδες των υψιπέδων
της Νέας Γουινέας περίμεναν ακόμη τους αποστόλους του καπιταλισμού, τους
Ευρωπαίους εξερευνητές με τα φθηνά προϊόντα τους, τις Βίβλους, τα μικρόβια
και τις ελπίδες για εύκολο πλουτισμό.
Οι συνέπειες που απέρρεαν από το κεφάλαιο δεν ήταν παντού οι ίδιες. Σε
πολλά μέρη του κόσμου η κυριαρχία του σήμαινε τη διατήρηση της παλιάς χει-
ρωνακτικής κοπιαστικής εργασίας χωρίς μηχανές, που τώρα κατευθυνόταν προς
την παραγωγή κέρδους για απόμακρους καπιταλιστές παρά στην τοπική κατα-
νάλωση. Όμως στη δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η εκμηχάνιση εξα-
πλωνόταν σε όλο και ευρύτερα πεδία της βιομηχανίας, των μεταφορών, ακόμη
και της γεωργίας.
Έναν αιώνα νωρίτερα, στη Βρετανία, η Βιομηχανική Επανάσταση είχε επι-
κεντρωθεί σε έναν κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας: τα βαμβακοκλωστήρια. Τώ-
ρα όλοι οι κλάδοι μεταποίησης μετασχηματίζονταν συνεχώς: η σαπωνοποιία, η
βαφή υφασμάτων, η ναυπηγική, η τυπογραφία, η υποδηματοποιία και η χαρ-
τοποιία. Η εφεύρεση της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και η ανάπτυξη του
λαμπτήρα πυράκτωσης δημιούργησαν έναν νέο τρόπο παραγωγής τεχνητού φω-
τός και παράτασης των εργάσιμων ωρών (η πρώτη απεργία στην υφαντουργία
της Βομβάης αποτελούσε αντίδραση σε αυτή την παράταση). Η επινόηση του
ηλεκτροκινητήρα επέτρεπε την κίνηση των μηχανών σε κάποια απόσταση από
την άμεση πηγή ενέργειας, όπως στην ατμομηχανή. Η γραφομηχανή επέφερε ρι-
ζική αλλαγή στις διαδικασίες της επιχειρηματικής αλληλογραφίας και έσπασε το
μονοπώλιο των ανδρών γραμματέων με πολλά χρόνια εμπειρίας στη δουλειά
γραφείου. Η επινόηση του τηλέγραφου και στα τέλη της δεκαετίας του 1880 του
τηλεφώνου επέτρεψαν να συντονίζονται ευκολότερα από μακρινές αποστάσεις
τόσο η παραγωγή όσο και ο πόλεμος, και οι άνθρωποι να έρχονται ευκολότερα
σε επαφή (ο Ένγκελς διέθετε τηλέφωνο στο σπίτι του στο Λονδίνο, λίγο πριν
από τον θάνατό του το 1895). Η εξάπλωση των εργοστασίων συνοδευόταν από
την ακατάπαυστη εξάπλωση του σιδηροδρόμου φέρνοντας έτσι απομακρυσμέ-
νες περιοχές σε στενή επαφή με τις πόλεις. Τα ανθρακωρυχεία πολλαπλασιά-
στηκαν για να ικανοποιούν τη συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για καύσιμα των σι-
δηροδρόμων, των εργοστασίων και των ατμόπλοιων. Ξεπήδησαν σιδηροβιο-
μηχανίες και χαλυβουργεία σε μέγεθος μικρών πόλεων, με κωμοπόλεις δίπλα
τους για τους εργάτες τους.
Η ανάπτυξη ενός βιομηχανικού κλάδου ενθάρρυνε την ανάπτυξη κάποιου άλ-
λου. Οι άνθρωποι των πόλεων, των χωριών δίπλα σε ορυχεία και των κωμοπό-
λεων δίπλα σε χαλυβουργεία έπρεπε να τρώνε και να ντύνονται. Αναπτύχθηκαν οι
πρώτες αγροβιομηχανίες, καθώς σιτηρά από τους προηγουμένως ≪αναξιοποίη-
τους≫ λειμώνες των μεσοδυτικών πολιτειών της Αμερικής, βοδινό κρέας από την
αργεντίνικη πάμπα και μαλλί από την Αυστραλία στέλνονταν με πλοία χιλιάδες χι-
λιόμετρα μακριά. Αυτό με τη σειρά του ενθάρρυνε νέους τρόπους αποθήκευσης και
συντήρησης των τροφίμων. Οι πόλεις που μεγεθύνονταν χρειάζονταν κάποια μέσα
για να μεταφέρουν τους ανθρώπους από τον τόπο κατοικίας στον τόπο δουλειάς
τους. Οι καπιταλιστές που πίστευαν ότι μπορούσαν να κερδίζουν χρήματα οργα-
νώνοντας ≪λεωφορεία≫ που τα έσερναν άλογα, κατασκευάζοντας τραμ ή ακόμη υπό-
γειους σιδηροδρόμους, και όπου οι καπιταλιστές δεν επρόκειτο να αναλάβουν πα-
ρόμοια έργα, τα έκαναν συχνά οι δήμοι. Στα μέσα του 19ου αιώνα οι μεσαίες τάξεις
ανέχονταν πρόθυμα να ζουν οι φτωχοί σε πυκνοκατοικημένες γειτονιές και να πε-
θαίνουν από αρρώστιες ή από την πείνα. Όμως στα τέλη του 19ου αιώνα κατάλα-
βαν ότι οι ασθένειες μπορούσαν να μεταδοθούν από τις φτωχές στις πλούσιες γει-
τονιές, και πίεζαν για την κατασκευή αποχετευτικών συστημάτων, την καθαριότη-
τα του πυκνοκατοικημένου κέντρου των πόλεων, την παροχή καθαρού νερού και
φυσικού αερίου για τον φωτισμό των δρόμων και τη θέρμανση των σπιτιών. Ομά-
δες καπιταλιστών άρχισαν να βγάζουν κέρδος από αυτές τις υπηρεσίες και χρησι-
μοποίησαν νέες ομάδες εργατών για την παροχή τους.
Ο ρυθμός της αστικοποίησης επιταχύνθηκε. Τη δεκαετία του 1880 πάνω από
το ένα τρίτο των κατοίκων του Λονδίνου ήταν νεοφερμένοι στην πόλη.1 Το 1900
τα τρίτα τέταρτα του πληθυσμού της Βρετανίας ζούσαν σε κωμοπόλεις και πό-
λεις, και μόνον ο ένας στους δέκα εργαζόταν στον αγροτικό τομέα.2 Η Βρετανία
αποτελούσε το ακραίο παράδειγμα. Στη Γερμανία στις αρχές του αιώνα το ένα
τρίτο του πληθυσμού δούλευε ακόμη στον αγροτικό τομέα και πολλοί βιομηχα-
νικοί εργάτες ζούσαν σε μικρές κωμοπόλεις ή βιομηχανικά χωριά και όχι στις
πόλεις. Στη Γαλλία μέχρι το 1950 το 30% του πληθυσμού δούλευε στον αγροτι-
κό τομέα και στην Ιαπωνία το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν σε 38%.3 Ακόμη
και στις ΗΠΑ ο αγροτικός πληθυσμός παρέμενε πολυπληθής (αν και η εκμηχά-
νιση είχε αρχίσει να μετασχηματίζει τους λειμώνες) και μέχρι τη δεκαετία του
1940 περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν σε μικρές κωμοπόλεις παρά σε μεγάλα
αστικά κέντρα. Εντούτοις σε όλες αυτές τις χώρες η τάση ακολουθούσε το βρετα-
νικό παράδειγμα. Το χωριό με την εκκλησία, τον ιεροκήρυκα, τον προύχοντα
και ίσως τον δάσκαλό του περνούσε στο παρελθόν. Ολόκληρος ο τρόπος ζωής
των ανθρώπων μετασχηματιζόταν.
Αυτός ο μετασχηματισμός δημιουργούσε νέες ευκαιρίες αλλά και προβλή-
ματα για το κεφάλαιο. Οι ευκαιρίες ήταν η παροχή μη υλικών αγαθών. Οι άν-
θρωποι δεν είχαν μόνον υλικές ανάγκες. Χρειάζονταν να χαλαρώνουν, να έχουν
κοινωνικές συναναστροφές και να ανακτούν δυνάμεις, τόσο από τη φυσική εξά-
ντληση όσο και από την αποχαυνωτική μονοτονία της δουλειάς. Η εργοστασια-
κή παραγωγή και η ζωή στην πόλη είχαν θέσει τέλος στους παλαιούς τρόπους με
τους οποίους ικανοποιούνταν αυτές οι ανάγκες, και που βασίζονταν στη ζωή στο
χωριό με τους εποχικούς ρυθμούς της και τις ευκαιρίες για άτυπες κοινωνικές
συναθροίσεις. Το κεφάλαιο μπορούσε να αποκομίζει κέρδος παρέχοντας νέους
τρόπους κοινωνικής συναναστροφής. Οι ζυθοποιοί είχαν κερδοφόρα δίκτυα με
παμπ. Οι πρώτοι βαρόνοι των εφημερίδων ανακάλυψαν ένα τεράστιο κοινό που
αναζητούσε ψυχαγωγία και διασκέδαση (ο Βρετανός εκατομμυριούχος εκδότης
Χάρμσγουερθ είχε την πρώτη επιτυχία του με μια εβδομαδιαία εφημερίδα που
ονομαζόταν Titbits). Ο επιχειρηματικός κλάδος της διασκέδασης έκανε το πρώ-
το δοκιμαστικό βήμα του με τα μιούζικ χολ και ένα ακόμη βήμα με την επινόη-
ση τη δεκαετία του 1890 του φωνογράφου (προδρόμου του πικάπ) και του κι-
νηματογράφου.
Από τον νέο κόσμο του βιομηχανικού καπιταλισμού ξεπήδησε επίσης ο ορ-
γανωμένος αθλητισμός. Τα άτυπα παιχνίδια με μπάλα είχαν ηλικία χιλιάδων
ετών. Όμως η οργάνωση ομάδων που έπαιζαν σύμφωνα με κανόνες και αντα-
νακλούσαν το ανταγωνιστικό ήθος της καπιταλιστικής βιομηχανίας ήταν ένα
από τα νέα γνωρίσματα της Βρετανίας του 19ου αιώνα και σύντομα εξαπλώθη-
καν σε όλο τον κόσμο. Εργοστασιακές πόλεις ή ακόμη και τα ίδια τα εργοστάσια
ήταν η γενέτειρα πολλών ομάδων (από αυτές προέρχονται ονόματα όπως Άρ-
σεναλ ή Δυναμό Μόσχας), των οποίων οι πρόεδροι ήταν τοπικοί επιχειρημα-
τίες, που είχαν αντιληφθεί τα πλεονεκτήματα της ταύτισης των ανθρώπων με
την τοπική ομάδα, αφού αυτή η ταύτιση υπερέβαινε τις ταξικές διαιρέσεις.
Ο καπιταλισμός είχε ξεκινήσει εκμεταλλευόμενος μέρος της ζωής των αν-
θρώπων που ήταν προϊόν της προηγούμενης μορφής της κοινωνίας – εκείνο το
μέρος της ζωής τους που αφορούσε την υποδούλωσή τους για 12, 14 ή 16 ώρες
σε κάποιο εργαστήριο ή εργοστάσιο. Όμως τώρα μπορούσε να αποκομίζει κέρδος
από όλη τη ζωή τους, από τα κρεβάτια που κοιμούνταν οι άνθρωποι και τις στέ-
γες που τους προστάτευαν από τη βροχή, από τα τρόφιμα που έτρωγαν, τα μέσα για
να πάνε στον χώρο εργασίας τους μέχρι τις διασκεδάσεις που τους επέτρεπαν να
ξεχνούν τον κόσμο της εργασίας. Ο καπιταλισμός έγινε ολικό σύστημα.
Ωστόσο αυτό δημιουργούσε ένα πρόβλημα. Ο καπιταλισμός δεν μπορούσε
πλέον να προσφεύγει έξω από το σύστημα για να προμηθεύεται νέο εργατικό
δυναμικό. Έπρεπε να λάβει μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η προσφορά εργατι-
κού δυναμικού άρα και το μεγάλωμα νέων γενιών ανθρώπων. Την πρώτη πε-
ρίοδο της Βιομηχανικής Επανάστασης στη Βρετανία οι καπιταλιστές ελάχιστα
είχαν νοιαστεί για όλα αυτά και οι βιομήχανοι καπιταλιστές των άλλων χωρών
ήταν συνήθως εξίσου αδιάφοροι. Οι γυναίκες και τα παιδιά παρείχαν τη φθη-
νότερη και πλέον βολική εργασία για τα κλωστήρια, και έτσι στοιβάζονταν εκεί
μέσα χωρίς καμιά μέριμνα για τις επιπτώσεις στην υγεία τους ή για τη φροντί-
δα των μικρότερων παιδιών. Εφόσον η συσσώρευση του κεφαλαίου απαιτούσε
την καταστροφή της εργατικής οικογένειας, ας καταστρεφόταν!
Ωστόσο, τη δεκαετία του 1850, οι πιο διορατικοί καπιταλιστές άρχισαν να
φοβούνται ότι τα μελλοντικά αποθέματα του εργατικού δυναμικού εξαντλούνταν.
Το 1871 στη Βρετανία οι επιθεωρητές του Νόμου για τη φτώχεια ανέφεραν: ≪Εί-
ναι αποδεδειγμένο ότι κανένα από τα αγόρια των φτωχότερων τάξεων που με-
γάλωσαν σε πόλη, ιδιαιτέρως εκείνα που μεγάλωσαν στο Λονδίνο, δεν φθάνει
ποτέ […] το ενάμισι μέτρο≫ ύψος ή περίμετρο στήθους τα 72,5 εκατοστά ≪στην
ηλικία των δεκαπέντε ετών. Η μη κανονική ανάπτυξη είναι χαρακτηριστικό αυ-
τής της ομάδας≫4. Το 1893 η Επιτροπή του Mansion House έβγαλε το συμπέ-
ρασμα ότι ≪η προφανής θεραπεία […] είναι να βελτιωθεί το σφρίγος, φυσικό και
ηθικό, της εργατικής τάξης του Λονδίνου≫5.
Διαδοχικοί νόμοι μείωσαν τις ώρες εργασίας των παιδιών και απαγόρευσαν
την απασχόληση των γυναικών σε βιομηχανίες που θα μπορούσαν να περιορί-
σουν τις πιθανότητες επιτυχούς εγκυμοσύνης. Μερικοί καπιταλιστές έκτισαν
≪πρότυπα χωριά≫ –όπως το Πορτ Σανλάιτ στον ποταμό Μέρζι, που έκτισε ο πα-
ραγωγός σαπουνιών Λέβερ, και το Μπούρνβιλ κοντά στο Μπέρμιγχαμ, που έκτι-
σε ο σοκολατοπαραγωγός Κάντμπουρι– στα οποία μπορούσαν να εξασφαλίζουν
ότι το εργατικό δυναμικό τους ζούσε σε συνθήκες που ενθάρρυναν τη μακρο-
πρόθεσμη παραγωγικότητα (με τη βοήθεια της αυστηρής απαγόρευσης των οι-
νοπνευματωδών). Όμως κυβερνητικά μέτρα για την ενίσχυση του ≪φυσικού
σφρίγους≫ των εργατών δεν πάρθηκαν πριν από το τέλος της πρώτης δεκαετίας
του 20ού αιώνα. Μια έρευνα από την ≪Επιτροπή για την Επιδείνωση της Φυ-
σικής Κατάστασης≫ που αφορούσε την κακή κατάσταση των στρατολογηθέντων
για τον Πόλεμο των Μπόερς το 1899-1902, εξέφραζε ανησυχία για τη μελλο-
ντική ικανότητα της Βρετανίας να διεξάγει πολέμους, και μια κυβέρνηση των
φιλελευθέρων αντέδρασε εισάγοντας τα δωρεάν γεύματα στα σχολεία – η πρώτη
περιορισμένη κίνηση προς αυτό που θα γινόταν αργότερα το κράτος πρόνοιας.
Εκτός από αυτό, η έμφαση δινόταν κυρίως στη βελτίωση του ≪ηθικού σφρίγους≫
της εργατικής τάξης, στην ηθικολογική επίθεση εναντίον της ≪απρονοησίας≫, του
≪έκλυτου βίου≫, της≪μέθης≫ και της ≪ηθικής εξαχρείωσης που παράγει […] η
ανεξέλεγκτη φιλανθρωπία≫6.
Η αντιμετώπιση αυτών των ελαττωμάτων περιλάμβανε εκστρατείες φιλαν-
θρώπων, εκκλησιών και βουλευτών, που εγκωμίαζαν το οικογενειακό ιδανικό
της μεσαίας τάξης: σταθερή, μονογαμική πυρηνική οικογένεια του εργαζόμενου
συζύγου, της πιστής νοικοκυράς και των πειθαρχημένων παιδιών. Μόνο μια
τέτοια οικογένεια, ισχυρίζονταν, μπορούσε να αναθρέψει υπάκουα παιδιά, προ-
σηλωμένα στο καθήκον. Η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι, σύμφωνα με την
≪ανθρώπινη φύση≫. Πρακτικές που μπορεί να αμφισβητούσαν την πρότυπη οι-
κογένεια, αν και διαδεδομένες στο παρελθόν, χαρακτηρίζονταν ≪ανήθικες≫ ή
≪αφύσικες≫. Έτσι οι σεξουαλικές σχέσεις πριν από τον γάμο και εκτός γάμου, το
διαζύγιο, η αντισύλληψη και οι συζητήσεις περί σεξουαλικής υγιεινής και σε-
ξουαλικής ηδονής επικρίνονταν δριμύτατα στο νέο κλίμα του επίσημου πουρι-
τανισμού. Για πρώτη φορά στη Βρετανία η ανδρική ομοφυλοφιλία έγινε ποινι-
κό αδίκημα.
Συνδεδεμένη με αυτή την πρότυπη οικογένεια ήταν η αντίληψη περί ≪οικο-
γενειακού μισθού≫ – το να είναι το εισόδημα του άνδρα επαρκές για να μένει η
γυναίκα στο σπίτι και να μεγαλώνει τα παιδιά. Αυτός ο μισθός δεν έγινε ποτέ
πραγματικότητα παρά μόνο για μια πολύ μικρή μειοψηφία εργατών. Ακόμη και
όταν οι εργοδότες έδιναν στους άνδρες αυξήσεις μισθών σε περιόδους οικονο-
μικής άνθησης, όταν οι απεργίες και η έλλειψη εργατικών χεριών μπορούσαν να
τους ζημιώσουν, σε περιόδους οικονομικής ύφεσης τις έπαιρναν εξίσου εύκολα
πίσω. Πολλές γυναίκες που εγκατέλειψαν την εργασία τους αφού παντρεύτηκαν
και απέκτησαν παιδιά εξακολουθούσαν να κάνουν ποικίλες δουλειές έναντι μι-
σθού (κατ’ οίκον εργασία ή καθαρισμό σπιτιών). Όμως ο καθορισμός ενός ιδα-
νικού και το να δημιουργείται η εντύπωση ότι η εργασία της γυναίκας δεν ήταν
τόσο σημαντική όσο εκείνη του άνδρα που ≪κέρδιζε το ψωμί της οικογένειας≫
έκανε ευκολότερο για τους εργοδότες να ξεφεύγουν πληρώνοντας χαμηλότερους
μισθούς.
Μαζί με την έγνοια για την ≪ηθική≫ των εργατών συμβάδιζε η εντεινόμενη
εμμονή στην αποδοτικότητα. Στις αρχές της Βιομηχανικής Επανάστασης, οι κα-
πιταλιστές θεωρούσαν ότι ο δρόμος για το κέρδος ήταν να κάνουν τους εργάτες να
εργάζονται όσο το δυνατόν περισσότερο ημερησίως αποσπώντας τους αυτό που
ο Καρλ Μαρξ αποκαλούσε ≪απόλυτη υπεραξία≫. Όταν κατέστη εφικτή η συνεχής
και ουσιαστικά χωρίς διακοπή παραγωγή με 2 ή 3 βάρδιες, το ενδιαφέρον άρχι-
σε να μετατοπίζεται στην εντατικοποίηση της εργασίας και την κατάργηση κάθε
διακοπής στη διάρκειά της. Ένας Αμερικανός, ο Φρέντερικ Τέιλορ, εισήγαγε το
≪επιστημονικό μάνατζμεντ≫: τη χρησιμοποίηση επιθεωρητών με ρολόγια με χρο-
νοδιακόπτη, που ανέλυαν την εργασία στα συστατικά στοιχεία της έτσι ώστε να κα-
θορίζουν τον μέγιστο αριθμό ενεργειών που μπορούσε να πραγματοποιήσει ένας
εργάτης σε μία εργάσιμη ημέρα, και κατόπιν να καθορίζουν τον μισθό με βάση την
εκπλήρωση αυτής της νόρμας. Η μηχανή δεν ήταν πια συμπλήρωμα του εργάτη,
αλλά ο εργάτης συμπλήρωμα της μηχανής.
Τέλος, το ενδιαφέρον για την παραγωγικότητα συνεπαγόταν επίσης την ανά-
γκη εκπαίδευσης και εγγραματοσύνης. Η ανάγνωση, η γραφή και η αριθμητι-
κή δεν ήταν υποχρεωτικές για τους αγρότες και τους εργάτες γης στις προβιο-
μηχανικές κοινωνίες. Γι’ αυτό τον λόγο όταν μιλούμε για Γράμματα στην προ-
καπιταλιστική εποχή ή τις απαρχές της καπιταλιστικής εποχής, αναφερόμαστε
στα Γράμματα των ανώτερων και των μεσαίων τάξεων. Όμως τώρα οι πολύ-
πλοκες και αλληλεπιδρώσες διαδικασίες της καπιταλιστικής παραγωγής απαι-
τούσαν εγγράμματο εργατικό δυναμικό –έστω και μόνο για να διαβάζει τις οδη-
γίες πάνω στις μηχανές και τις ετικέτες στα κιβώτια συσκευασίας– με βασικό
επίπεδο γνώσεων αριθμητικής και –εξίσου σημαντικό με αυτά τα δύο– με πα-
γιωμένα ήθη πειθαρχίας στον χρόνο και υπακοής. Ακόμη και ο βρετανικός κα-
πιταλισμός, που είχε πετύχει τη Βιομηχανική Επανάστασή του χωρίς αυτά τα
στοιχεία, ένιωσε υποχρεωμένος τη δεκαετία του 1870 να εισαγάγει για τους
μελλοντικούς εργάτες του την υποχρεωτική παιδεία μέχρι την ηλικία των 10
ετών, αν και άφησε την εκπαίδευση των μεσαίων και των ανώτερων τάξεων σε
ιδιωτικά και (κακώς αποκαλούμενα) ≪δημόσια≫ σχολεία. Οι χώρες όπου ο κα-
πιταλισμός έφθασε καθυστερημένα και που απαιτούσαν εργατικό δυναμικό αρ-
κετά ικανό για να αμφισβητήσουν την κυριαρχία της Βρετανίας στις αγορές,
προώθησαν συνήθως εξαρχής δημόσια και απαιτητικά εκπαιδευτικά προ-
γράμματα, που δεν στόχευαν μόνο να εκπαιδεύουν τους μελλοντικούς εργάτες,
αλλά και να εξοπλίζουν με τεχνικές γνώσεις τμήματα της μεσαίας τάξης.
Ο παιδικός καπιταλισμός της ύστερης φεουδαρχικής περιόδου και της πε-
ριόδου του απολυταρχισμού είχε φθάσει στην εφηβική ηλικία του στα τέλη του
18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Στις αρχές του 20ού αιώνα στη δυτική Ευ-
ρώπη και τη Βόρεια Αμερική έμπαινε στην ώριμη ηλικία. Ως τέτοιος είχε πολ-
λά από τα γνωρίσματα της κοινωνίας που ζούμε σήμερα. Μία συνέπεια ήταν ότι
οι άνθρωποι άρχισαν να θεωρούν όλα αυτά τα γνωρίσματα αυτονόητα. Στις αρ-
χές της Βιομηχανικής Επανάστασης, η μετάβαση από την αγροτική ζωή στη βιο-
μηχανική εργασία είχε συγκλονίσει τους ανθρώπους. Αναζητούσαν συχνά στο
παρελθόν κάποια θεραπεία για τα δεινά τους – όπως όταν οι χαρτιστές ξεκίνη-
σαν ένα σχέδιο δημιουργίας μικρών αγροκτημάτων. Στις αρχές του 20ού
αιώνα η αίσθηση της κατάπληξης δεν υπήρχε πια. Οι άνθρωποι μπορεί να έμε-
ναν κατάπληκτοι με διάφορες καινοτομίες, όπως το αυτοκίνητο ή το ηλεκτρικό
φως. Όμως η κοινωνία που ήταν οικοδομημένη στη βάση του ανταγωνισμού,
της χρονομέτρησης και της απληστίας δεν τους προκαλούσε καμία έκπληξη. Οι
άνθρωποι γνώριζαν μόνο την καπιταλιστική κοινωνία. Οι μορφές συμπεριφο-
ράς που τη χαρακτηρίζουν έμοιαζαν να ανάγονται στην ≪ανθρώπινη φύση≫. Οι
άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονταν πια πόσο αλλόκοτη θα φαινόταν η συμπερι-
φορά τους στους προγόνους τους.__