Την τελευταία εβδομάδα, μετά τα γεγονότα της 12ης Φεβρουαρίου στο Σύνταγμα, άναψε ξανά η συζήτηση στο κίνημα μέσα από ανακοινώσεις αλλά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το θέμα των βίαιων επεισοδίων και των καταγγελιών από πλευράς αριστερών οργανώσεων για δράση προβοκατόρων.
Ας ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέσα στις ομάδες κουκουλοφόρων δρουν και ασφαλίτες ή παρακρατικές συμμορίες. Υπάρχει άλλωστε άφθονο φωτογραφικό υλικό με κουκουλοφόρους δίπλα σε αστυνομικούς όπως και πολλά βίντεο (χαρακτηριστική π.χ. η φυγάδευση χρυσαυγιτών στη Βουλή από τα ΜΑΤ τον Ιούνιο του 2011). Και καλώς η αριστερά, ιδίως σε περιόδους που το κίνημα έπασχε περισσότερο από έλλειψη μαζικότητας, κατήγγειλε αυτές τις πρακτικές (σπασίματα κλπ) που όντως λειτουργούσαν προβοκατόρικα και διαλυτικά (είτε γίνονταν από εντεταλμένους είτε από απλό κόσμο που λειτουργούσε έτσι λόγω της πολιτικής του θεώρησης – ή ίσως λόγω της ελλειμματικής του πολιτικής θεώρησης). Ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα εξής σημεία:
1) Στο σημείο κοινωνικού αδιεξόδου που έχουμε φτάσει πια, δύσκολα τέτοιες ενέργειες μπορούν να κρατήσουν τον κόσμο στο σπίτι του. Όταν δεν έχεις δουλειά και δεν μπορείς καν να ταΐσεις το παιδί σου, δύσκολα θα σε φοβίσουν κάποια κτίρια που καίγονται. Όταν κάθε μέρα αυτοκτονεί κόσμος, όταν καίγονται οι ζωές μας, τα υπόλοιπα περνούν εκ των πραγμάτων σε δεύτερη μοίρα. Είναι θέμα προτεραιοτήτων και κακώς η αριστερά εξακολουθεί να δίνει τόσο βάρος στις υλικές ζημιές – εκεί δηλαδή που θέλει και το καθεστώς να εστιάζουμε. Όχι ότι πρέπει να υποβαθμίζουμε το γεγονός ότι μόνο από τύχη δεν είχαμε μια νέα Marfin την Κυριακή (όπως, ασφαλώς, και ένα νέο Δημήτρη Κοτζαρίδη). Όμως αυτός ο πόλεμος ήδη έχει τους νεκρούς του, κι ας μην έχουν χάσει τις ζωές τους σε διαδηλώσεις. Στις 12/2 ήμασταν μισό ή ίσως και ένα εκατομμύριο (ποιος μπορεί να υπολογίσει;) και όλοι ξέραμε τι θα αντιμετωπίσουμε.
2) Η στάση του κόσμου αλλάζει. Την Κυριακή οι μούτζες έγιναν γροθιές. Μετά από δύο χρόνια μνημονίου, μετά από ένα σχεδόν χρόνο στους δρόμους και στις πλατείες για τον περισσότερο κόσμο και εφόσον όχι μόνο δεν έχει αλλάξει η πολιτική που ακολουθείται στο παραμικρό, αλλά αντίθετα γίνεται πιο αντιλαϊκή και βυθίζει τον κόσμο όλο και περισσότερο στην απόγνωση, πλέον η οργή ξεχειλίζει. Οι αυταπάτες ότι «αν μαζευτούμε χιλιάδες, δεν μπορεί, θα αναγκαστούν να μας ακούσουν» τσακίστηκε από τα γκλομπ των ΜΑΤ και πνίγηκε στα χημικά και τα δακρυγόνα. Ενώ παλιότερα η συντριπτική πλειοψηφία ήθελε να διαδηλώνει ειρηνικά και ερχόταν σε αντιπαράθεση με τους «μπάχαλους», πλέον, βλέποντας τα όρια της ειρηνικής διαμαρτυρίας ως μέσο πάλης (και ξέροντας ότι θα δεχτούν την επίθεση της αστυνομίας είτε υπάρχει αφορμή είτε όχι), αρκετοί βλέπουν είτε αδιάφορα είτε και θετικά τους βανδαλισμούς – η απόγνωση μεταφράζεται σε «να καούν όλα». Καθήκον της αριστεράς αυτή τη στιγμή δεν είναι να καταγγέλλει τους εμπρησμούς κτιρίων αλλά να μετατρέψει αυτή την οργή σε δημιουργική δύναμη, να αντιτάξει μορφές πάλης όπως η απεργία διαρκείας και κυρίως να συσπειρώσει γύρω από συγκεκριμένα πολιτικά αιτήματα και να εμπνεύσει με το όραμα μιας άλλης κοινωνίας. Εδώ είναι εκκωφαντική η ανεπάρκεια της επίσημης αριστεράς: το μεν ΚΚΕ προτείνει άλλη μια ευκαιρία στα σταλινικά οράματα και στον «υπαρκτό», ο δε ΣΥΡΙΖΑ συγχρωτίζεται με «καλούς πασόκους» στα πλαίσια ενός θολού αντιμνημονιακού μετώπου που στην ουσία υπόσχεται μια αναβίωση της σοσιαλδημοκρατίας, μια επιστροφή στο 2009 μέσω της αναπροσαρμογής του χρέους σε «βιώσιμο» επίπεδο – και αυτό τη στιγμή που έχουν όλοι καταλάβει ότι χρειάζονται βαθιές τομές και ότι το προηγούμενο σύστημα δε λειτουργεί πια.
3) Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και τον κίνδυνο η αριστερά, όσο καταγγέλλει τις «προβοκάτσιες» χωρίς να καταφέρνει να δώσει ουσιαστική διέξοδο στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, να ενταχθεί σε ένα συστημικό κάδρο και να παρουσιαστεί ως ένας απλός υπερασπιστής της νομιμοφροσύνης και του περιορισμού σε «ακίνδυνες» ειρηνικές διαμαρτυρίες. Η αποδόμηση των πολιτικών που ακολουθούνται, οι απεργίες και οι καταλήψεις με στόχο τον εργατικό έλεγχο στις επιχειρήσεις είναι σαφώς πιο επικίνδυνα για το σύστημα από ένα καμένο κτίριο. Όμως στη σημερινή συγκυρία δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τη βίαιη οργή μέρους του κόσμου. Ο λαός δέχεται καθημερινά τόση βία που θα έχει και βίαια ξεσπάσματα. Αυτά θα εμφανίζονται παράλληλα με τους θετικούς αγώνες της αριστεράς. Δεν πρόκειται για μοιρολατρία αλλά για ρεαλισμό.
4) Περί «τυφλής βίας»: Μπορεί να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε με την πρακτική του βανδαλισμού, όμως δεν μπορούμε να εντάξουμε όλα όσα έγιναν την Κυριακή στο πλαίσιο της τυφλής βίας. Ο εμπρησμός τραπεζών είναι μία πράξη με ξεκάθαρα ταξικό συμβολισμό, γι’αυτό και πλέον σε μεγάλο βαθμό επιδοκιμάζεται από τον κόσμο.
5) Φυσικά, άλλες ενέργειες δεν έχουν τον ίδιο συμβολισμό και είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι πρόκειται είτε για προβοκάτσια είτε για ηλιθιότητα και καφριλίκι. Ωστόσο, συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε σε εξεγερσιακές καταστάσεις; Πώς φανταζόμαστε μία εξέγερση; Μήπως και στη δική μας επανάσταση «δε θα σπάσει ούτε τζάμι», όπως στης Παπαρήγα; Πότε, ιστορικά, έγινε αυτό; Εννοείται ότι σε τέτοιες συνθήκες θα λειτουργήσουν και αναρχομπάχαλοι (που θέλουν απλά να δουν τα πάντα να καίγονται) και χουλιγκάνια και πλιατσικολόγοι και, ναι, προβοκάτορες. Και θα γίνουν και έκτροπα. Όσο γίνονται έκτροπα εντός της Βουλής, τόσο θα αυξάνονται και αυτά στο δρόμο, είτε μας αρέσει είτε όχι.
6) Η αριστερά δεν είναι ούτε ο ιδιοκτήτης του κινήματος συνολικά ούτε εκπροσωπεί όλο τον κόσμο που κατεβαίνει στις διαδηλώσεις για να νιώθει την υποχρέωση να δικαιολογήσει ή να εξηγήσει δημοσίως τις πράξεις του καθενός.
Και ο αντιεξουσιαστικός χώρος ωστόσο αντιμετωπίζει το ζήτημα εντελώς προβληματικά. Οι περισσότεροι αντιδρούν κάθε φορά που ακούν αριστερό να μιλάει για προβοκάτορες, ενώ γνωρίζουν κι αυτοί ότι είναι αλήθεια. Πιθανώς η φετιχοποίηση της βίας να έχει ριζωθεί τόσο βαθιά σε αυτό το χώρο που να ηδονίζονται με τις καταστροφές, ακόμα κι αν ξέρουν ότι τις έχουν κάνει ασφαλίτες. Μήπως το «καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται» έχει οδηγήσει τους αναρχικούς στο να υιοθετούν, από αντίδραση, το «επιδοκιμάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται»; Ίσως. Ωστόσο πρόκειται περί μέγιστου στρουθοκαμηλισμού το να γνωρίζεις ότι το παρακράτος υιοθετεί τις πρακτικές σου, άρα σε χρησιμοποιεί για τους σχεδιασμούς του, και αντί να προσπαθείς από μόνος σου να διαχωριστείς από τους προβοκάτορες να τους προσφέρεις στην ουσία πολιτική κάλυψη και να αναλαμβάνεις την ευθύνη για οτιδήποτε – γιατί αυτό γίνεται όταν αρνείσαι κάθε συζήτηση για τη δράση προβοκατόρων με αναρχικό προσωπείο. Είτε πρόκειται για παραδοχή ήττας των αναρχικών συγκρουσιακών πρακτικών, είτε όντως για ιδεολογικοποίηση της τυφλής βίας, είναι σοβαρό πρόβλημα του α/α χώρου και οφείλει να προβληματίσει τους συντρόφους που ανήκουν σε αυτόν.
Κλείνοντας: πρέπει η αριστερά να σταματήσει κάθε κουβέντα για την προβοκατόρικη δράση (συνειδητή ή μη) μέρους των «κουκουλοφόρων»; Όχι, είναι μία πραγματικότητα και αν την αγνοήσουμε μάλλον θα γιγαντωθεί. Όμως είναι και λάθος στη συγκεκριμένη ιστορική φάση να επικεντρωνόμαστε εκεί και τέτοιες καταγγελίες να είναι η πρώτη μας αντίδραση μετά από κάθε μεγάλη συγκέντρωση με επεισόδια, παίζοντας το παιχνίδι των ΜΜΕ. Το μεγάλο πλιάτσικο γίνεται στους διαδρόμους της Βουλής και της Ε.Ε…
Φίλε Πάνο,
από το κείμενό σου απουσιάζει εντελώς οποιαδήποτε ταξική ανάλυση. Η αριστερά, και δη η κομμουνιστική συνιστώσα της ποτέ δεν είπε ότι εκπροσωπεί ή καθοδηγεί ολόκληρο το ''κίνημα'' ή όλους όσους ''διαμαρτύρονται''. Η αριστερά είναι η ατμομηχανή του κινήματος της εργατικής τάξης (το οποίο προφανώς και πρέπει να δίνει με τη σειρά του τον τόνο σε ολόκληρο το ''κίνημα'').
Από την άλλη, το αναρχικό ρεύμα εδώ και 150 χρόνια εξέφραζε και εκφράζει σχεδόν αποκλειστικά μικροαστικά στρώματα (με εξαίρεση την Ισπανία του '36, και αυτό πολύ μερικώς). Ένα άλλο ρεύμα που ως γνωστόν εκφράζει επίσης μικροαστικά στρώματα είναι το φασιστικό.
Σε καιρούς κρίσης, ανέκαθεν τα στρώματα που τρώνε τη μεγαλύτερη σφαλιάρα σχετικά με την προηγούμενη θέση τους είναι τα μικροαστικά (αφού η εργατική τάξη ζορίζεται πάντα). Είναι προφανές λοιπόν ότι σε καιρούς κρίσης, όπως τώρα, τα μικροαστικά στρώματα βγαίνουν στο προσκήνιο, κουβαλώντας τη γνωστή τους ανυπομονησία, αλλά και την έχθρα τους προς το συντεταγμένο και ταξικό εργατικό κίνημα.
Είναι λοιπόν προφανές (έχει επαναλειφθεί πάρα πολλές φορές), ότι θα δυναμώσει πολύ τόσο το αναρχικό όσο και το φασιστικό ρεύμα (στην Ελλάδα φαίνεται ότι το δεύτερο ενισχύεται σαφώς περισσότερο από το πρώτο). Θα ενταθεί και η ανυπομονησία των τρομαγμένων από τη ραγδαία υποβάθμιση μικροαστικών στρωμάτων, που νομίζουν ότι καίγοντας και σπάζοντας θα αλλάξουν όλα σε μια νύχτα, αλλά επίσης θα ενταθεί και η αντιπαράθεση τους με το εργατικό κίνημα, και με την αριστερά ως πολιτικό εκφραστή του. Από την άλλη προφανώς ενισχύεται και η ίδια η αριστερά και το εργατικό κίνημα, με το συγκροτημένο και συντεταγμένο τρόπο της.
Αυτήν την διαμάχη, κοινωνική ταξική και πολιτική, βιώνουμε σήμερα.
Επίτρεψέ μου να πιστεύω ότι η μόνη λύση προς την κοινωνική ανατροπή είναι το εργατικό κίνημα να ηγεμονεύσει σε όλα τα στρώματα που διαμαρτυρονται και σε ''ολόκληρο το κίνημα'', και η κομμουνιστική και αντικαπιταλιστική αριστερά να ηγεμονεύσει πολιτικά σε όλους τους αγωνιζόμενους.