«Παράξενη υπόσχεση»


Απόσπασμα της ομιλίας του Θανάση Σαράντη που έγινε κατά την παρουσίαση του βιβλίου στη Λειβαδιά:

Ο τίτλος του βιβλίου, όπως μας πληροφορεί και το οπισθόφυλλο, θα μπορούσε να ήταν και «Από το Νοέμβρη στο Δεκέμβρη». Ανάμεσα σε δυο εκρήξεις της νεολαιίστικης οργής, με απόσταση μιας βιολογικής γενιάς η μια από την άλλη, εφτά πρόσωπα, που βρέθηκαν να συμπορεύονται στα χρόνια που ακολούθησαν την Εξέγερση του Νοέμβρη του 1973, συναντιώνται και πάλι, το Δεκέμβρη του 2008. Έχουν μεσολαβήσει τόσα και τόσα κι οι διαδρομές έχουν αποκλίνει, οι ελπίδες έχουν πάψει από καιρό να τέμνονται. Τα παλιά οράματα κάποιων έχουν ξεθωριάσει. Κάποιων άλλων, λες και δεν τα άγγιξε ο χρόνος! Μια γενιά αναλογίζεται τους δρόμους που βάδισε. Και αναμετράται με τις επιλογές της…
Επτά λοιπόν οι ήρωες, επτά και οι ιστορίες τους. Για τις οποίες δεν μπορεί να πει κανείς, πόσο είναι ψεύτικες και πόσο αληθινές. Μέσα σε κάθε μια από τις επτά μπορεί να βρει ο αναγνώστης στοιχεία από την δικιά του, καθώς τα πρόσωπα τα συναντάμε όλα σχεδόν στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης: από τον απογοητευμένο αλλά πιστό αριστερό μέχρι τον πρώην αριστερό-νυν λαμόγιο, και από την «πρώην επαναστάτρια» που συμβιβάστηκε μέχρι τη συντρόφισσά της που προσπαθεί να μη συμβιβαστεί μπλέκοντας με την αυτοκαταστροφή. Σημείο τομής και των επτά, η ένταξη στην Οργάνωση (που δεν κατονομάζεται, καθώς θα μπορούσε να είναι τόσο μια από τις πολυάριθμες πολιτικές οργανώσεις εκείνων των ετών, αλλά και η ίδια η έννοια της οργάνωσης, της συλλογικής στράτευσης, της ένταξης και της αυταπάρνησης). Σημείο τομής επίσης, η αποχώρησή τους από αυτήν, που πάλι θα μπορούσε να έχει διττή σημασία, αλλά υποδηλώνει σίγουρα την αποχώρησή τους από τον κοινό με τους υπόλοιπους βηματισμό, και τη χάραξη ενός ατομικού δρόμου συχνά εκ διαμέτρου αντίθετου με όσα ενστερνίζονταν πριν. Ενός δρόμου που τους εσώκλεισε, τον έναν μετά τον άλλο και με διαφορετικό τρόπο, στο μεγάλο και σιωπηρό πλήθος του συμβιβασμού ή της αδράνειας, που εκείνοι προηγουμένως αποστρέφονταν.
Η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα σε επτά διαφορετικά κεφάλαια, το καθένα με τίτλο έναν στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη. Ποιητή που, όπως και ο Στρατής Τσιρκας αλλά και πολλοί ακόμα στρατευμένοι καλλιτέχνες (εντός και εκτός εισαγωγικών…), προσπάθησε να ψηλαφήσει τη σχέση του καλλιτέχνη με τη στράτευση, τη σχέση, που πολλές φορές είναι διάσταση, του προσωπικού με το συλλογικό. Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι βέβαια όλοι καλλιτέχνες. Είναι όμως άνθρωποι που τη σχέση αυτή, χωρίς να το καταλαβαίνουν, την ένιωσαν να τους διαπερνάει έντονα, πολλές φορές να τους τσακίζει με τις απαιτήσεις της και τελικά να τους φέρνει τον έναν μακριά από τον άλλον. Έτσι, οι επτά διαφορετικές αφηγήσεις του βιβλίου, με πολλαπλούς εγκιβωτισμούς και χρονικά πισωγυρίσματα, προσφέρουν εφτά διαφορετικές ματιές τόσο στα κοινά των συγκεκριμένων εφτά, όσο και συνολικά στην ιστορία εκείνης της περιόδου, με σταθμό τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Τα πραγματικά μεγάλα ιστορικά γεγονότα, δεν τα κρίνει κανείς μόνο από την επιρροή τους, αλλά από το πως καταφέρνουν να ενωνουν στον ίδιο χώρο και χρόνο πρόσωπα, διαδρομές και καταστάσεις που φάνταζαν μέχρι τότε ασυμβίβαστα ή και αντίθετα. Ένα τέτοιο γεγονός ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, ορόσημο για τη γενιά που σκιαγραφεί ο συγγραφέας, που κατάφερε να ορίσει κοινά τις τύχες των επτά ηρώων (κι έτσι, κατά μία έννοια, κεντρικός ήρωας δεν είναι κανείς από τους επτά, αλλά η ίδια η εξέγερση και το χρονικοπολιτικό της περιβάλλον).
Ο συγγραφέας όμως δεν μένει στην στείρα παράθεση των ιστοριών, ούτε όμως και στην απλή διασταύρωσή τους. Προχωρά ένα βήμα πιο πέρα, στον εσωτερικό κόσμο και το σκεπτικό των πρωταγωνιστών, προσπαθεί να απαντήσει ένα ερώτημα που η γενιά αυτή ποτέ της δεν απάντησε: πως έγινε και μετά τη δίνη μιας ταραχώδους δεκαετίας, άνθρωποι που ζούσαν μαζί, αγωνιζόντουσαν, πολλές φορές ριψοκινδύνευαν μαζί, ακολούθησαν μονοπάτια τόσο διαφορετικά; Πως έβλεπε ο καθένας όσα ζούσαν τότε, και πως τα βλέπει μετά; Τι σήμαιναν για τον καθένα η προσωπική συμμετοχή, οι φιλίες, οι διαφωνίες, και τι σημαίνουν τώρα; Κι εδώ μπορεί να δει κανείς τόσο το εύκολα ερμηνεύσιμο, όσο και αυτό που στην αδυναμία μας να εξηγήσουμε, απαξιώνουμε: Ο εσωτερικός μονόλογος του πρώην στελέχους της επαναστατικής αριστεράς, και νυν αδίστακτου μεγαλοστελέχους επιχείρησης είναι ένας μονόλογος επίπονος, εξοργιστικός ανά σημεία, αλλά και εξαιρετικά διαφωτιστικός, για το πως (μπορεί να) σκέφτονται όλοι όσοι ανήκουν στην κατηγορία αυτή.

Τι είναι τελικά η Παράξενη Υπόσχεση; Είναι η ιστορία μιας γενιάς εξωτερικά όμοιας, αλλά εξαιρετικά αντιφατικής. Είναι η ιστορία ανθρώπων που συμπορεύτηκαν, αλλά και χώρισαν με ρυθμούς έντονους και εκρηκτικούς. Είναι η ιστορία μιας χώρας που βλέπει χρόνια τώρα όνειρα και προσδοκίες να συντρίβονται, τα θύματα να γίνονται οι πιο δεινοί θύτες, τις λέξεις και τις πράξεις να χάνουν και να βρίσκουν συνεχώς νοήματα, μέσα στη δίνη της Ιστορίας. Ο τίτλος προέρχεται από τη σύζευξη δύο χαρακτηρισμών που έχουν δοθεί για να περιγραφεί σε δύο διαφορετικές στιγμές η έννοια και σημασία του αγώνα: της Μεγάλης Υπόσχεσης, του Άγγελου Ελεφάντη, και του Παράξενου Παιχνιδιού, του Ροζέ Βαγιάν. Διαβάζοντας το βιβλίο, θα συνειδητοποιήσουμε πολλά που δεν ξέραμε για τον εαυτό μας, τις οικογένειές μας, τα βιώματα του τόπου αυτού. Πάνω από όλα όμως, θα πειστούμε ίσως ότι υπάρχει και για εμάς ακόμη μια Παράξενη Υπόσχεση: σήμερα, την ώρα που κάποιοι συνεχίζουν με λύσσα να στήνουν στην πλάτη μας ένα Μεγάλο Παιχνίδι, χρέος μας να σκίσουμε την τσόχα, να αναποδογυρίσουμε το τραπέζι και να βάλουμε, επιτέλους, τους δικούς μας κανόνες επί σκηνής…

ΠΗΓΗ: alfavita

 
 
3 αποσπάσματα από την «Παράξενη υπόσχεση» που μας έστειλε ο ίδιος ο συγγραφέας

"…Ήταν εκπληκτικό αυτό το νεολαιίστικο κίνημα που φούντωσε με το που έπεσε η δικτατορία. Κι ακόμα πιο μεγαλειώδες το εργατικό κίνημα. Ο κοσμάκης που δούλευε στα εργοστάσια, κυρίως, που σήκωσε το ανάστημά του και τα έβαλε με πανίσχυρα συμφέροντα.
Ήταν συγκλονιστικές εκείνες οι απεργίες, που κρατούσαν ακόμα και μήνα, κάποιες φορές και περισσότερο. Να βλέπεις κόσμο που θα τον περίμενες μίζερο, παραιτημένο, να έχει αποδεχτεί τη μοίρα του και όμως!
Απεργούσαν για να αυξηθεί το μεροκάματο, αλλά και γιατί απολύθηκαν κάποιοι συνάδελφοί τους! Απεργούσαν για να έχουν το δικαίωμα να φτιάξουν το δικό τους σωματείο, αλλά και γιατί απεργούσε το διπλανό εργοστάσιο ή και ένα άλλο, μακρινό, που ουδέποτε είχαν συναντηθεί με τον κόσμο που δούλευε εκεί, αλλά τώρα του συμπαραστέκονταν, έχαναν μεροκάματα, κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά τους!
Κορίτσια, που μέχρι τότε η μόνη τους έγνοια ήταν να βρεθεί κάποιο παλικάρι να αποκατασταθούν και ίσως να ξεφύγουν και από την κόλαση του εργοστασίου, συζητούσαν τώρα με πάθος, χρησιμοποιώντας όρους όπως «εργατική τάξη», «πάλη των τάξεων», «ταξική ενότητα», «αλληλεγγύη»!
Αγόρια, που η μόνη τους χαρά ήταν το γήπεδο την Κυριακή και η αγορά της μηχανής, έστω και Βέσπας, για να βάζουν πάνω το κορίτσι τους και να αποφεύγουν τα ενοχλητικά βλέμματα και τα σχόλια της γειτονιάς, τώρα το κρατούσαν με το ένα χέρι και με το άλλο σήκωναν πανό με συνθήματα, κάποτε ανορθόγραφα.
Άντρες και γυναίκες, που έφερναν μαζί και τα μικρά τους παιδιά, γιατί δεν είχαν πού να τ’ αφήσουν, ακόμα και ηλικιωμένοι. Άνθρωποι που έζησαν επί δεκαετίες τη φτώχεια, τη στέρηση και την καταφρόνια, μέσα σ’ αυτούς τους αγώνες ανακάλυπταν τη δύναμή τους…».

«…Αλλά, αλήθεια, ρε γαμώτο, πώς γίναμε έτσι; Κι είναι κρίμα, γιατί τα καλύτερα παιδιά της γενιάς μας ήταν αυτά που μπήκαν μπροστά τότε στο παιχνίδι. Όπως γίνεται πάντα. Μήπως και στην εποχή της αντίστασης κει μετά με τους Λαμπράκηδες, ποιοι ήταν αυτοί που βγήκαν μπροστά;
Αλλά θα μου πεις, δεν ήταν όλοι Άγιοι! Σωστό, αλλά μήπως κι εμείς εκκλησία φτιάχνουμε; Κομμάτι της κοινωνίας είμαστε. Το αριστερό της κομμάτι, αλλά μέσα στην κοινωνία. Ο καθένας μας μπήκε στο κίνημα, διαμορφωμένος από όλα αυτά που κουβαλάει μαζί του. Μπορεί να προσπαθείς ν’ αλλάξεις σαν άνθρωπος, να βάλεις το εγώ μέσα στο εμείς, έχοντας καταλάβει πως αξιοπρέπεια είναι να καταπολεμάς τους μιρκοεγωισμούς, για να συνυπάρχεις σε όσο γίνεται πιο ισότιμη βάση με τους άλλους γύρω σου, αλλά και πάλι μέσα στην κοινωνία παλεύεις. Που εξακολουθεί να σε επηρεάζει καθημερινά.
Να γιατί σε μεγάλες ιστορικές στιγμές, όταν η ελπίδα για το καινούργιο γίνεται, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, περισσότερο χειροπιαστή, πυκνώνουν οι γραμμές μας. Για να αραιώσουν και πάλι, όταν το όνειρο αρχίζει να ξεθωριάζει. Τότε οι πιο πολλοί, αντί να συνεχίσουν με την ελπίδα πως θα ξαναδημιουργηθούν συνθήκες τέτοιες που θα θέσουν και πάλι επί τάπητος το ζήτημα της αλλαγής της κοινωνίας, προσγειώνονται στην πραγματικότητα που αμφισβήτησαν και για να αποφύγουν και τη σχιζοφρένεια αρχίζουν να την εκθειάζουν κιόλας. Όπως κάνει ο Μιχάλης. Ή να ανακαλύπτουν έξυπνα κόλπα, για να τα πάνε καλά και με τις δυνατότητες που τους παρέχει η κοινωνική ανάδειξη και να θεωρούν και τους εαυτούς τους αριστερούς. Όπως ο Νίκος, καλή ώρα…».

«…Ήμουν στη χειρότερη φάση της ζωής μου. Με τη Σιμόν είχαμε χωρίσει, με αποτέλεσμα να μη μπορώ να βλέπω κάθε μέρα το κοριτσάκι μου. Το εργοστάσιο έκλεισε κι όχι μόνο στερήθηκα τη σιγουριά του μεροκάματου, αλλά ένιωσα και προσωπικά ηττημένος γιατί πέρασε το δικό τους. Όσο για τα άλλα, άσε! Τι να πρωτοθυμηθώ;
Αρκεί το βούρκωμα, που εξελίχθηκε σε γοερό κλάμα, όταν πρωτάκουσα εκείνο το τραγούδι:

Έβγαλε βρόμα η Ιστορία ότι ξοφλήσαμε.
Ήμασταν, λέει, το παρατράγουδο στα ωραία άσματα.

Παλιότερα, τότε που είχαμε διαλυθεί, πήγαινε σπίτι του ο άλλος ή χωνόταν σε καμιά θεσούλα, αλλά και σε θεσάρα ακόμα, με τη αιτιολογία, έστω τη δικαιολογία, πως μπορεί να απέτυχε η δική μας πρόταση, αλλά με την «Αλλαγή» ανοίγει ένας άλλος δρόμος, που μπορεί να μην είναι αυτός που είχαμε φανταστεί και επιδιώκαμε, αλλά τέλος πάντων! Όλο και κάτι καλό θα βγει!
Τώρα, σου έλεγε πως τελείωσαν όλα. Ποιοι σοσιαλισμοί και ποιοι κομμουνισμοί και πράσινα άλογα; «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω, φίλε μου», όπως μου είπε κι ο Νίκος, όταν το είδα σ’ εκείνη τη συναυλία της Αρβανιτάκη, στο Λυκαβηττό, το καλοκαίρι που διαλυόταν η Σοβιετία, διασπώνταν και πάλι η Αριστερά, δεν έμενε κολυμπηθρόξυλο γύρω μας.

Ξέσκισε η πόρνη η Ιστορία αρχαία οράματα.
Τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο.

Και να μην έχεις και κανέναν να μιλήσεις. Με ποιον; Όλοι, άλλος λίγο, άλλος πολύ, αυτά που έλεγε ο Νίκος σού έλεγαν…».

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *