Συλλογικές διαπραγματεύσεις, μισθολογικό κόστος και αναπάντητα συνδικαλιστικά ερωτήματα


Αποστόλης Καψάλης
Αυτήν την εβδομάδα (16-20 Ιανουαρίου) οι εξελίξεις στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων είναι για άλλη μια φορά σπουδαίες. Από την μια, η αξιοπρεπέστατη σε συμμετοχή και παλμό απεργιακή διαδήλωση από τα εργατικά κέντρα της Αττικής ενάντια στην λαίλαπα των απολύσεων, της μείωσης των αποδοχών και της απορρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας. Από την άλλη, η διεξαγωγή της πρώτης φάσης του κοινωνικού διαλόγου για την περαιτέρω μείωση του μισθολογικού κόστους, ιδίως του έμμεσου, υπό την ευθεία απειλή της εξουσίας «βρείτε τα ή νομοθετώ».
 
Ως είθισται, τα καθεστωτικά ΜΜΕ διαμορφώνουν επιμελώς την ατζέντα της νέας μεταρρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας κινδυνολογώντας για τον 13ο και τον 14ο μισθό, το ύψος των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, την αθέτηση της σε ισχύ Εθνικής Γενικής ΣΣΕ που συνεπάγεται αυξήσεις 2,6% από 01/07/2012 και το πάγωμα όλων των αυξήσεων ακόμη και των ωριμάνσεων για άγνωστο χρονικό διάστημα. Στα πλαίσια της γνωστής απεύθυνσης εκβιαστικών διλλημάτων στον κόσμο της μισθωτής εργασίας οι ελίτ ξέθαψαν τον κοινωνικό διάλογο και ενέπλεξαν την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση σε μια διαβούλευση με προδιαγεγραμμένο το αποτέλεσμά της.
 
Ήδη, η σχετική αρθρογραφία για την ερμηνεία και τις απώτερες επιδιώξεις -δεδηλωμένες και λανθάνουσες- της νέας αντεργατικής επίθεσης είναι ταυτόχρονα πλούσια, εμπεριστατωμένη και επαρκέστατη[2]. Πλήθος αναλύσεων αποδομούν την κρατούσα αντίληψη περί την απόλυτη σύνδεση μισθολογικού κόστους και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, ερμηνεύουν με σαφήνεια την απώτερη στόχευση της απαξίωσης των ίδιων των συνδικαλιστικών οργανώσεων και προειδοποιούν για την στρατηγικής σημασίας επιδίωξη του γερμανικού επεκτατισμού, την προσθήκη δηλαδή της Ελλάδας στην περιφέρεια αυτής της ιμπεριαλιστικής δύναμης και την μετατροπή περιοχών της σε παραγωγικό ή επενδυτικό παράδεισο για το γερμανικό κεφάλαιο.
 
Όποιος θέλει να κατανοήσει τί ακριβώς διακυβεύεται είναι εύκολο να το κάνει. Αντιθέτως, όποιος αναζητά εναγωνίως προοπτικές αναχαίτισης αυτής της πορείας συρρίκνωσης εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων θα δυσκολευτεί να εντοπίσει αξιόπιστες και υλοποιήσιμες εναλλακτικές. Οι διάφορες οικονομικές αναλύσεις για την βιωσιμότητα ή την διαχειρησιμότητα του χρέους αρχίζουν να αποτελούν στην συνείδηση τμήματος των αγωνιστών του εργατικού κινήματος -στην καλύτερη περίπτωση- δευτερεύουσας σημασίας ζητήματα.
 
Για παράδειγμα, όλοι γνωρίζουν ότι η κοινωνική και οικονομική ερήμωση ολόκληρων νομών και περιφερειών έγινε με επιμέλεια και με αξιοθαύμαστο τρόπο, ώστε να εμφανίζονται σήμερα οι ξένοι επενδυτές ως εθνοσωτήρες. Οι ΕΟΖ είναι οι Ερειπωμένες Οικονομικές Ζώνες που φιλοδοξούν να γίνουν Ειδικές. Αυτό το καταλαβαίνουν και τα συνδικάτα στην Θράκη και στην Πελοπόννησο[3] που πρέπει όμως να απαντήσουν με πειστικό τρόπο στον εφιάλτη της υπερδιογκωμένης ανεργίας και της μαζικής μετανάστευσης ελλήνων εργατών στο εξωτερικό.
Πολύ σύντομα, και για πολλοστή φορά, οι νομικοί θα σπεύσουμε να αναλύσουμε την έκταση της κατάργησης θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων, οι οικονομολόγοι θα αναδείξουν το φαύλο κύκλο της ύφεσης και του δανεισμού, άρα της διόγκωσης του (κουρεμένου) χρέους, όμως τα σωματεία στην περιοχή των ΕΟΖ -και όχι μόνον- θα βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο και με το στυλό (της συν-υπογραφής τοπικών ΣΣΕ) στο χέρι. Στις νέου τύπου συλλογικές διαπραγματεύσεις σε επιχειρησιακό ή τοπικό επίπεδο το επίδικο θα συνοψίζεται στο ερώτημα ακραία ευελιξία ή απόλυτη εξαθλίωση.
 
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα θα είχε, ίσως, σημασία να γίνει μια προσπάθεια ενίσχυσης της (απαραίτητης) δουλειάς για την ερμηνεία του κόσμου (μας) μέσα από τον εμπλουτισμό της με άμεσα εφαρμόσιμους διεξόδους για την αλλαγή αυτού του κόσμου (από εμάς).
Ήταν και είναι ανάγκη επιτακτική να καταστεί σαφές ότι η διαδικασία του άρθρου 99 είναι αδιέξοδη για τους εργαζόμενους[4]. Επιβάλλεται πράγματι να διατυπωθεί η διεκδίκηση της ανατροπής του ισχύοντος προ-πτωχευτικού και πτωχευτικού δικαίου. Μια πρόταση για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο σημερινό περιβάλλον εργοδοτικής ασυλίας και δυσμενούς επιχειρηματικού γίγνεσθαι, όσο άρτια επιστημονικά και εάν είναι, δεν θα προσφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα εάν δεν συνοδεύεται από δύο στοιχεία: αφενός, από συγκεκριμένες προτάσεις για την ανάπτυξη ενός κινήματος γύρω από την διεκδίκηση της ανάληψης της λειτουργίας και της βιωσιμότητας της υπό πτώχευσης εταιρείας και αφετέρου, από την διασφάλιση όλων εκείνων των όρων που θα προστάτευαν αυτό το κίνημα από το κατασταλτικό μένος των δημοκρατικών δυνάμεων της συγκυβέρνησης.
 
Οι προτάσεις διεξόδου από την κρίση χωρίς την επισήμανση της επιτακτικής ανάγκης -αλλά και της διασφάλισης των όρων- για την πρόσβαση του εισηγητή στον ρόλο του επισπεύδοντος είναι η μισή δουλειά.
Εάν θεωρείται απαραίτητο να μην υποβαθμίζεται η διαδικασία του κοινωνικού διαλόγου, είναι επίσης αναγκαίο να εφαρμόζονται υποδείγματα αναβίωσής του, όπου και όπως αυτό είναι εφικτό και ανεξάρτητα από τις μεθόδους που θα εξασφαλίσουν την προσέλευση της αντίπαλης πλευράς για την συνομολόγηση μιας συμφωνίας, στην βάση μάλιστα μιας ολοκληρωμένης ατζέντας/ εισήγησης από την πλευρά του επισπεύδοντος.
 
Ο συσχετισμός δυνάμεων δεν είναι αρνητικός στην Ελλάδα. Διαφορετικά ποιό είναι ακριβώς το νόημα της ένστασης περί την παντελή έλλειψη κοινωνικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης των τεχνοκρατών-ακροδεξιών;
Τί παραπάνω έχουν οι γάλλοι συνάδελφοι που απήγαγαν εργοδότες και καταλάμβαναν εργοστάσια πρόσφατα; Πόσο περισσότερο ανεπτυγμένο και ταξικό είναι το εργατικό κίνημα στο Ουσκόνσιν, ώστε να συνταράσσει ολόκληρο τον πλανήτη από την καρδιά του κτήνους; Ποιές είναι, τάχα, αυτές οι υπερφυσικές δυνάμεις που κάνουν ανίκητους τους τραμπούκους της εργοδοσίας στην περιοχή του αεροδρομίου στην Ελλάδα, ώστε να απαγορεύουν δια της βίας την συνεδρίαση της επιθεώρησης εργασίας στην Παλλήνη με θέμα την παράνομη απόλυση συνδικαλίστριας;
 
Όσοι[5] καλόπιστα ή μη σπεύσουν για άλλη μια φορά να κρίνουν ή και να επικρίνουν την συμμετοχή και την επιχειρηματολογία των συνδικάτων στον «κοινωνικό διάλογο» που διεξάγεται αυτές τις ημέρες σε τριτοβάθμιο ή άλλο επίπεδο, χρήσιμο θα ήταν ακόμη και την τελευταία στιγμή να θέσουν τα προηγούμενα –ενδεχομένως δε και άλλα- ερωτήματα στον εαυτό τους, αλλά και δημόσια, επιχειρώντας, όμως, μια πρώτη προσπάθεια ολοκληρωμένης απάντησής τους. Δημόσια σημαίνει όχι (μόνον) στα «κατεχόμενα» του κέντρου της Αθήνας, αλλά (ιδίως) στα καφενεία της Αλεξανδρούπολης και του Πύργου…
 

[1] Καψάλης Αποστόλης, 17/01/2012.

[2] Βλ. ενδεικτικά Αρανίτου Βάλια, «Κοινωνικός διάλογος: παρανοήσεις και αντιφάσεις», Καθημερινή της Κυριακής 15/01/2012, και Καραμεσίνη Μαρία, «Προς την πλήρη ανατροπή των συλλογικών διαπραγματεύσεων: επιδίωξη η οριστική συντριβή του συνδικαλιστικού κινήματος», Εποχή 15/01/2012.

[3] Καρυώτη Όλγα, «Οι Μανωλάδες γίνονται ΕΟΖ: ή όταν νομιμοποιείται το σύμβολο της εθνικής κυριαρχίας», Λεύγα, τ. 5, Ιανουάριος 2011.

[4] Πετρόπουλος Τάσος, «Άρθρο 99: εξυγίανση ή εξαπάτηση;», Εποχή 08/01/2012 και Κατερίνης Γιώργος, «Η ασυλία που παρέχει το άρθρο 99 στους ‘δεν πληρώνω’ επιχειρηματίες», Δρόμο της Αριστεράς, 06/01/2012.

[5] Ιδίως προερχόμενοι από συνδικαλιστικούς κύκλους.

 

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *