Παλλόμενη ποιητική σκέψη και πολιτική πράξη


Κώστας Κρεμμύδας
Ποιητές βγείτε έξω απ’ τα ερμάριό σας
Ανοίξτε τα παράθυρά σας, ανοίξτε τις πόρτες σας
Είχατε αποσυρθεί τόσον καιρό
Στους ερμητικούς σας κόσμους […]
Στους δρόμους του κόσμου για μια φορά ακόμη
Κι ανοίξτε τα μυαλά και τα μάτια σας
με την παλιά της όρασης απόλαυση
Καθαρίστε το λαιμό σας και μιλήστε
Η ποίηση απέθανε, ζήτω η ποίηση
Με τρομερά μάτια και βουβαλίσιο σθένος
Λόρενς Φερλινγκέτι (1919-)
Κάθε φορά που στέκομαι μηρός σε ένα λευκό word είναι σαν να ξαναγύριζα στα θρανία έχοντας μια δύσκολη εξίσωση να λύσω. Το κακό είναι πως δεν τα καταφέρνω με τα μαθηματικά. Το καλό είναι πως επιστρέφω σ’ εφηβικές αθωότητες. Εκεί όπου ο χρόνος παρέμενε άπλετος μπροστά μας – ιδίως στα καλοκαίρια της μοναξιάς σου και συχνά υποσχόμενος, ακόμα και στην αδράνεια του. Διαβάζαμε πολύ, συχνά άναρχα, απρογραμμάτιστα, θέλοντας να κατακτήσουμε όλα όσα προϋπήρξαν. Ελπίζοντας τη φορά αυτή να τα αξιοποιήσουμε καλύτερα απ’ ό,τι οι προηγούμενοι.
Με τον καιρό ο χρόνος στένεψε ξεμακραίνοντας πίσω μας, σωρεύοντας αναβολές και προσγειώσεις. Είναι οι εποχές που οι ματαιώσεις συναγωνίζονται τις αναμνήσεις, ενώ τα μελλοντικά σχέδια για μεγάλες ανακατατάξεις ολοένα συρρικνώνονται δίνοντας τη θέση τους σε μια ρεάλπολιτίκ, δυστυχώς όχι μονάχα μέσα στους αδηφάγους μηχανισμούς του συστήματος αλλά ακόμα και στις θερινές διακοπές μας. Κι είναι τόσο το μινιμάρισμα που στο τέλος συρρικνωθήκαμε, γίναμε άφαντοι, σιωπηροί – για να μας επικαλείται ως πλειοψηφία του ο Κυριάκος Μητσοτάκης (στον τόπο αυτόν οι φιλήσυχοι, οι πεθαμένοι, οι σιωπηλοί είχαν πάντα πέραση, ακόμη και στις εκλογές.)
Τα όσα διαπιστώνω για την αμηχανία (αλλά και αγνότητα) του λευκού χαρτιού ή της άσπρης οθόνης δεν αφορούν τις γνωστές διακομματικές περσόνες που περιφέρουν τις βεβαιότητές τους από κανάλι σε κανάλι εκφέροντας διαδοχικά φθόγγους της κλίμακας διαπασών διανθισμένους με τις στοιχειώδεις αρχές της πολιτικής κινησιολογίας. Άλλωστε όπως αποδεικνύεται η ουσία είναι συνήθως περιττή, δύσπεπτη, άχρηστη σε έναν ολιγαρκή τόπο μεγαλωμένο με «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου».
Εξακολουθώ να υποστηρίζω πως τέχνη, πολιτική και θερινές διακοπές έχουν πολλά μεταξύ τους κοινά: βρίσκονται (ή οφείλουν να βρίσκονται) σε μια διαρκή κίνηση, γεννούν προσδοκίες (συχνά αβάσιμες), δικαιολογημένες ή μη απογοητεύσεις, προϋποθέτουν τη μεγαλοθυμία αναγνώστη-ψηφόφορου-παραθεριστή ενώ, σε κάθε στραπάτσο, αναπτερώνουν σχεδόν μηχανικά τις ελπίδες τους μέχρι το επόμενο καλλιτεχνικό εγχείρημα, την προσεχή εκλογική αναμέτρηση, το άλλο καλοκαίρι.
Επιπλέον προϋποθέτουν και τα τρία (τέχνη, πολιτική, διακοπές) μια προετοιμασία, έναν προγραμματισμό, μια στοιχειώδη επεξεργασία προκειμένου από τη διαμορφωμένη -ή έστω εν εξελίξει σκέψη- να περάσουμε στο ρυθμό της πράξης. Ένα αποτέλεσμα συναυτουργίας δηλαδή της γλώσσας – μια σύνθεση εκφραστικής αποτύπωσης όπου περιλαμβάνεται και η σκέψη. Διαδικασία αυτονόητη ακόμα και στους πλέον ακραιφνείς υποστηρικτές της αυτόματης γραφής ή του μηχανικού -όχι του «από μηχανής» (δηλαδή θεόπνευστου)- πολιτικού λόγου. Και για να το πούμε απλούστερα: πρώτα σκέφτεσαι το μέρος των διακοπών, σταθμίζεις τα δεδομένα -μίλια, κόστος ναύλου, παρέα, ημέρες άδειας, συνολικό προϋπολογισμό- κι ύστερα κατεβαίνεις στον Πειραιά να βρεις καράβι. Και το κυριότερο: διαλέγεις εσύ τη διαδρομή σου, δεν μπαίνεις στο πρώτο πλοίο της γραμμής -εκτός αν αποζητάς περιπέτεια ή είσαι εθισμένος σε πολλές σημαίες ευκαιρίας, με την προσμονή κάποια να σου κάτσει στο τέλος. Δεν περιμένεις επίσης μήπως ο καπετάνιος τα παρατήσει για να βρεις χώρο ν’ ανέβεις στη θέση του. Γιατί ακόμα και τότε ή μάλλον ιδιαίτερα τότε θα πρέπει να ‘σαι ήδη προετοιμασμένος ν’ αναλάβεις την πλοήγηση, ειδάλλως στην καλύτερη θα μείνεις ξέμπαρκος στο λιμάνι να κάνεις κύκλους και στη χειρότερη (αν τολμήσεις ν’ αυτοσχεδιάσεις) θα πέσεις σε ξέρα.
Ιδιαίτερα στον τόπο μας και τα τρία (τέχνη, πολιτική, καλοκαίρι) λάμπουν διά μέσου των αιώνων τόσο απλόχερα κάτω από τον γαλανό ουρανό, ώστε όπως σωστά σημείωνε ο φίλος ζωγράφος Δανιήλ (Παναγόπουλος) να μην υπάρχουν άφαντα οχήματα (και άφατα θα μπορούσαμε να προσθέσουμε), καθώς τα πάντα αναδομούνται και μεταβάλλονται από το φως. Άραγε εκεί να βασίζεται η άνθηση της ποίησής μας, καθώς μετατρέπει την κάθε εικόνα που βλέπεται σε λόγο που ακούγεται; Μήπως αυτή η καθαρότητα του φωτός είναι που γέννησε την Αθηναϊκή Δημοκρατία; Ίσως γι’ αυτό το φαιό είναι τόσο ξένο και τόσο απόμακρο στο ελληνικό καλοκαίρι;
Η εικόνα σαν ποιητικότητα/έκφραση, σαν πολιτικό γεγονός, σαν ερωτικό σκίρτημα μπορεί να δημιουργήσει φευγαλέες ελπίδες. Θα χρειαστεί όμως να γνωρίσουμε παράλληλα με την αισθητική πλευρά τη φύση και την ουσία της εικόνας (με την ευρύτερη διάσταση του όρου), προκειμένου να αποσαφηνίσουμε προθέσεις αλλά και να ορίσουμε τον δικό μας ρόλο μέσα στη νέα πραγματικότητα: πολιτική, καλλιτεχνική, ερωτική.
Από το σημείο αυτό αρχίζουν και οι δυσκολίες. Αλλά γεννιούνται και οι ελπίδες για υπέρβαση κάθε είδους. Όπως είναι το αίτημα κάθε ζωντανού οργανισμού.
Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 27.7.2014

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 10.00% ( 1
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *