Οι απολυμένοι χαλυβουργοί ακόμα αγωνίζονται


Δημήτρης Σταμούλης
Σαν σήμερα, πριν από δύο ακριβώς χρόνια, στις 20 Ιουλίου του 2012, οι ορδές των ΜΑΤ της νεότευκτης τότε τρικoμματικής συγκυβέρνησης Σαμαρά, που μόλις πριν ένα μήνα είχε ορκιστεί…. πίστη και υπακοή στους βιομήχανους, όρμησαν στους λίγους απεργούς που βρίσκονταν στις 5.30 τα χαράματα στην πύλη του εργοστασίου της Ελληνικής Χαλυβουργίας και κατέλαβαν το χώρο. Με ξύλο και χημικά τα ΜΑΤ έσπασαν την κατάληψη στην οποία είχε προχωρήσει επί σχεδόν εννέα μήνες το σωματείο και οι εκατοντάδες εργάτες χαλυβουργοί που αρνήθηκαν να γίνουν «καύσιμο» στα σχέδια του βιομήχανου Μάνεση, συλλαμβάνοντας έξι απεργούς.
Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, με τον «φρέσκο» τότε πρωθυπουργό Α. Σαμαρά αποφάσισε να ξεκινήσει το «βρώμικο» έργο της, σπάζοντας με βία και τρομοκρατία μια ηρωική απεργία, που κέρδισε το σεβασμό, την εκτίμηση και την έμπρακτη αλληλεγγύη της πλειοψηφίας των εργαζομένων, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και από πολλές γωνιές όλους του κόσμου. Πάνω από 2500 ψηφίσματα αλληλεγγύης στην απεργία, τόνοι τροφίμων και αρκετές χιλιάδες ευρώ που έδωσαν από το υστέρημά τους αμέτρητοι εργάτες, συνταξιούχοι, ακόμα και άνεργοι, σωματεία εργατών, δασκάλων, εργαζομένων στα ΜΜΕ, και πολλών άλλων κλάδων και χώρων εργασίας, έδωσαν πνοή και οξυγόνο σε έναν αγώνα, που ενέπνευσε με το δίκιο του, την αποφασιστικότητά του, την ενότητα, τον τρόπο οργάνωσης με τον αμεσοδημοκρατικό έλεγχο της γενικής συνέλευσης, αλλά και την έως ένα βαθμό, κοινή δράση του μαχόμενο εργατικού κινήματος και των οργανώσεων της Αριστεράς.
Η εισβολή των ΜΑΤ και η κατάληψη του εργοστασίου της Ελληνικής Χαλυβουργίας από τις δυνάμεις καταστολής, το όργιο των απολύσεων που ακολούθησε, οι απανωτές δικαστικές διώξεις που όλως τυχαίως κατέληγαν να «δικαιώνουν» τους απεργοσπάστες και να καταδικάζουν τους αγωνιζόμενους απολυμένους και εργάτες, να βγάζουν «λάδι» την αγυρτεία του βιομήχανου και να συνθλίβουν τις αντοχές των συνδικαλιστών και των πρωτοπόρων εργατών, αλλά και η πρόσφατη απόφαση υπέρ των ομαδικών απολύσεων που απαίτησε ο Μάνεσης και η οποία «πάγωσε» τις τσιμινιέρες της χαλυβουργίας, ουσιαστικά «άδειασαν» και όλη την άθλια θεωρία που είχαν στήσει κυβέρνηση, «συμπαραστεκόμενοι» βιομήχανοι και φυσικά, τα παπαγαλάκια των δελτίων των 8, περί «λουκέτου στο εργοστάσιο από τους αδιάλλακτους απεργούς».
Τα εργοστάσια αποδείχτηκε περίτρανα όλη την επόμενη περίοδο ότι δεν τα κλείνουν οι απεργοί. Αλλά οι βιομήχανοι όταν κρίνουν ότι δεν τους αποφέρουν κέρδος, και η κυρίαρχη αστική πολιτική που επιβραβεύει τα λουκέτα, απαλλάσσοντας ουσιαστικά τα αφεντικά από την υποχρέωσή τους να πληρώνουν δεδουλευμένα και αποζημιώσεις, αφού πρώτα τους έχουν επιδοτήσει απλόχερα. Αρτοβιομηχανία Κατσέλης, γαλακτοβιομηχανία ΑΓΝΟ, Κόκα Κόλα και Πέπσικο-ΗΒΗ, καπνοβιομηχανία Γεωργιάδης, χαρτοποιίες Θράκης και Ντέλικα, βιομηχανίες ξύλου Σέλμαν και Νοεσέτ, κλωστουφαντουργία Πλεξάκο, πρόσφατα οι δύο βιομηχανίες ζάχαρης, και ο κατάλογος είναι ατελείωτος.
Δύο χρόνια μετά το τέλος της μεγάλης απεργίας, το εργοστάσιο παραμένει κλειστό
Ο αγώνας των χαλυβουργών είναι ορόσημο στη νεώτερη ιστορία του ελληνικού εργοστασιακού απεργιακού κινήματος. Είναι κάτι σαν τη ΛΑΡΚΟ της εποχής μας. Η αλήθεια είναι ότι η εμπειρία που μας έδωσε, θετική και αρνητική, δεν έχει μελετηθεί από το μαχόμενο εργατικό κίνημα, δεν έχει αξιοποιηθεί, δεν έχει γίνει κτήμα του κόσμου της δουλειάς και του αγώνα. Πρέπει να κερδίσουμε το «χαμένο έδαφος» όχι μιας χαμένης απεργίας – γιατί ο μόνος χαμένος αγώνας είναι αυτός που δεν δίνεται- αλλά μιας απεργίας που διεκδίκησε με άλλους όρους τη νίκη, την εργατική αλληλεγγύη, την εργατική χειραφέτηση. Και όλα αυτά είναι αναγκαία προϋπόθεση για την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος στις μέρες μας.
Δύο χρόνια μετά το τέλος της μεγάλης απεργίας, το εργοστάσιο παραμένει κλειστό. Όλο αυτό το διάστημα ερήμωσε, ουσιαστικά δε λειτούργησε ποτέ, και η πρόσφατη μαζική απόλυση των εναπομεινάντων εργαζομένων, μετά τις συνολικά 125 απολύσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της απεργίας ως «αντίποινα» του εργοδότη για τον περήφανο απεργιακό φρόνημα των εργατών, έμελε να βάλει την ταφόπλακα σε ένα ακόμα μεγάλο εργοστάσιο, που παράγει ζωτικής σημασίας προϊόντα για ένα λαό. Το μοντέλο του Μάνεση ήταν διαθεσιμότητες, εκ περιτροπής εργασία, και πάλι μία από τα ίδια, ώσπου οι εργάτες να εξουθενωθούν και να υποκύψουν στους εργοδοτικούς εκβιασμούς. Αρκετοί εξαναγκάστηκαν σε… οικειοθελή παραίτηση, με πετσοκομμένη αποζημίωση, καθώς έτσι δεν μπορούσαν να ζήσουν τις οικογένειές τους, και κάποιοι άλλοι, ίσως οι πιο τυχεροί, κατάφεραν να βγουν στη σύνταξη. Κάποιοι από τους διωκόμενους εργάτες, απολύθηκαν χωρίς να λάβουν ποτέ αποζημίωση, αλλά και χωρίς καν να γραφτούν στον ΟΑΕΔ και να λάβουν επίδομα ανεργίας, επειδή υποτίθεται είχαν εκκρεμότητες με τη δικαιοσύνη !
Μιλώντας με έναν από τους πρωταγωνιστές του αγώνα της Χαλυβουργίας, τον Χάρη Μανώλη, που πριν απολυθεί ήταν εκπρόσωπος των εργαζομένων στην Επιτροπή Ασφάλειας και Υγιεινής της εργασίας στο εργοστάσιο, τόνισε στο Πριν τον ιδιαίτερο ρόλο που έπαιξε ο απεργοσπαστικός μηχανισμός του Μάνεση, όχι μόνο στην εξέλιξη που είχε η απεργία, αλλά και στη μετέπειτα πορεία του εργοστασίου. «Ο εργοδοτικός μηχανισμός ουσιαστικά εξανάγκασε πολλούς συναδέλφους να παραιτηθούν, πιέζοντάς τους αφόρητα». Όπως μας είπε, «το μίσος τους για την απεργία και η ολοκληρωτική υποταγή τους στον Μάνεση τους οδήγησε σε τέτοιο σημείο που όταν μπήκαν ξανά στο χώρο του εργοστασίου, μετά την αναστολή της απεργίας, έσπευσαν και κατέστρεψαν ό,τι ζωγραφιές, κειμενάκια και ποιήματα μας είχαν αφιερώσει μαθητές πολλών σχολείων που έμαθαν από τους δασκάλους ή τους γονείς τους για τον ηρωικό αγώνα μας, και θέλησαν με αυτά τα έργα τους να μας εκδηλώσουν την αλληλεγγύη τους».
Αυτά τα 25 περίπου άτομα ανταμείφθηκαν για το βρόμικο ρόλο τους από την εργοδοσία καθώς μετά την τελική «εκκαθάριση» των τελευταίων 50 περίπου εργατών παραγωγής, ήταν οι «εκλεκτοί» που επέλεξε η εργοδοσία για να παραμείνουν ως προσωπικό «ασφαλείας» στο χώρο του εργοστασίου.
Ποια ήταν όμως η μοίρα των εκατοντάδων εργατών που στις διάφορες φάσεις της ηρωικής απεργίας αλλά και μετά, αφότου ξανάνοιξε το εργοστάσιο, απολύθηκαν και βρέθηκαν στις ουρές των ανέργων;
Το πρώτο κοινό στοιχείο για τους περισσότερους είναι ότι δεν μπόρεσαν να ξαναβρούν μια αξιοπρεπή εργασία παραμένοντας άνεργοι για πάνω από δύο χρόνια. Η οικονομική εξαθλίωση, η αδυναμία ικανοποίησης και των πιο στοιχειωδών αναγκών, η δραματική χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου (π.χ. απλήρωτοι λογαριασμοί, κομμένη παροχή ρεύματος κ.α.) είναι η κοινή μοίρα για πολλούς από τους πρώην χαλυβουργούς, ενώ κάποιοι ήδη είναι άστεγοι.
Όσοι μπόρεσαν να βρουν κάτι, ήταν κάποια λιγοστά μεροκάματα, δουλειές του ποδαριού, ντελιβεράδες, ένας κάνει τον τσιλιαδόρο σε περίπτερο, και ένας άλλος αναγκάζεται μην μπορώντας να βρει κάτι καλύτερο, να ανεβαίνει στην Πάρνηθα, να μαζεύει χόρτα και να τα πουλάει για λίγα ευρώ στις λαϊκές αγορές. ..
«Πολλοί συνάδελφοι αρρώστησαν από τον καημό τους, την απογοήτευσή τους, και από την πίεση της εκρηκτικής οικονομικής εξαθλίωσης που μας οδηγούν η κυβέρνηση, οι βιομήχανοι και η τρόικα», σημείωσε ο Χ. Μανώλης.
Η διάλυση της Χαλυβουργίας και το λουκέτο μετρά ήδη και νεκρούς! Τουλάχιστον τέσσερις εργάτες έχουν χάσει τη ζωή τους, θύματα στο βωμό του κέρδους και της ληστρικής εκμετάλλευσης του Μάνεση. Ήταν άνθρωποι ενεργοί, από 50 ως 55 ετών. Κανείς τους δεν μπόρεσε να ξαναβρεί μια αξιοπρεπή εργασία, ή να πάρει έστω τη σύνταξη που δικαιούταν, μετά από 15-17 χρόνια σκληρής εργασίας στα χυτήρια. Τρεις από τους εργάτες έφυγαν χτυπημένοι από τον καρκίνο και ένας από ανακοπή καρδιάς. Ανάμεσά τους ήταν και ο Δημήτρης Λιάκος, ταμίας του σωματείου των εργαζομένων, ένας από τους εργάτες που σήκωσε στις πλάτες του μεγάλο φορτίο από τον απεργιακό αγώνα. Νοσηλευόταν επί 4 μήνες στον Ερυθρό Σταυρό με βαρύ εγκεφαλικό, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να κερδίσει την πιο κρίσιμη μάχη της ζωής του. Όντας σε ένα καίριο πόστο στον αγώνα, διαχειριζόταν όλη την αλληλεγγύη σε είδος και σε χρήμα, που κατέφτανε επί μήνες στο εργοστάσιο, φροντίζοντας πάντοτε να μοιράζει δίκαια τα τρόφιμα και τα λίγα χρήματα που έδιναν ανάσα στις οικογένειες των απεργών. Ο Δ. Λιάκος ήταν και ανάμεσα στους απεργούς που καταδικάστηκαν από 21 ως 23 μήνες φυλάκιση την περασμένη άνοιξη, σε μια προσπάθεια της κυβέρνησης και των κατασταλτικών μηχανισμών της να πατάξει αμείλικτα και εκδικητικά το δικαίωμα στον αγώνα.
Ποια είναι η εξέλιξη που χαρακτηρίζει ωστόσο και την άλλη εκδοχή των χαλυβουργών, αυτή των εργατών του Βόλου; Όπως μας είπε ο Χ. Μανώλης, οι εργάτες του Μάνεση στο Βόλο, δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από την ίδια μοίρα. Μετά την επαναλειτουργία του εργοστασίου στον Ασπρόπυργο, ο βιομήχανος δεν είχε ανάγκη να λειτουργεί σε εντατικούς ρυθμούς και τα δύο εργοστάσια, κι έτσι επέβαλε άνετα δυο διαδοχικές μειώσεις μισθών. Στην τρίτη απόπειρα, οι εργάτες ξεσηκώθηκαν και με απόφαση της συνέλευσής τους αντιστάθηκαν στη χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας. Ωστόσο, μόλις διαμηνύθηκε από τον Μάνεση ότι επίκεινται απολύσεις, αποδέχθηκαν και τρίτη μείωση μισθών, στο όνομα της διάσωσης των θέσεων εργασίας.
Κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό αυτού του αγώνα και συνεκτιμώντας την περίοδο των δύο ετών που ακολούθησαν από την ήττα του, μπορούμε να συνοψίσουμε τα εξής:
Η καταστολή των ΜΑΤ που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο σπάσιμο της απεργίας της Χαλυβουργίας, ακολουθήθηκε τα επόμενα χρόνια ως βασική συνταγή για τον έλεγχο και την ήττα σοβαρών απεργιακών αγώνων, σε συνδυασμό με δικαστικά μέτρα, όπως η επιστράτευση, όπως στο μετρό, τους εκπαιδευτικούς, τους εμποροϋπάλληλους, τις καθαρίστριες κ.α.
Η εργοδοσία μετά το σπάσιμο της απεργίας, κατάφερε να ελέγξει και το σωματείο, το οποίο ως την ημέρα των ομαδικών απολύσεων διοικούταν από εργοδοτικούς. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική παράμετρο που ασφαλώς διευκόλυνε τα σχέδια της εργοδοσίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι όλοι όσοι απέμειναν στο εργοστάσιο ανήκουν στο εργοδοτικό στρατόπεδο αποδεικνύει ότι η «εργατική αριστοκρατία» αναβιώνει με άλλο τρόπο στην εποχή μας: δεν είναι ακριβώς «αριστοκρατία», αλλά υποταγμένοι εργαζόμενοι που αρκούνται στο «ξεροκόμματο» του μεροκάματου, σε μια εποχή γενικευμένης ανεργίας.
Τέλος, πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του το μαχόμενο κίνημα τις κριτικές φωνές από τις τάξεις των απεργών που βίωσαν την ανύψωση στα ουράνια του συλλογικού αγώνα αλλά και την βύθιση στην απελπισία της απόλυσης, της ανεργίας και της εξαθλίωσης, και που κάνουν λόγο για απώλεια μνήμης του ταξικού κινήματος απέναντι στον ηρωικό αγώνα που έδωσαν. Από το σπάσιμο της απεργίας και μετά, λίγα πράγματα έγιναν για τη στήριξή τους, και δυστυχώς η εργατική αλληλεγγύη εξαντλήθηκε σε κάποια πάρτι ή εκδηλώσεις και συζητήσεις.

Δύο χρόνια από την εισβολή των ΜΑΤ

Οι εργάτες χαλυβουργοί έλυσαν την εννιάμηνη απεργία τους μετά από το χτύπημα της κρατικής καταστολής, μετά από συλλογική απόφαση που έλαβαν στην γενική συνέλευση του σωματείου τους στις 28 Ιουλίου του 2012. Να θυμίσουμε ότι η αναστολή της απεργίας ψηφίστηκε ύστερα από πρόταση του προεδρείου του ΔΣ του σωματείου εργατοϋπαλλήλων Ελληνικής Χαλυβουργίας, και στην μυστική ψηφοφορία που ακολούθησε υπέρ της πρότασης τάχθηκαν 107 εργάτες, ενώ 14 ψήφισαν υπέρ της πρότασης για συνέχιση της απεργίας και 29 απείχαν. Η σχετική απόφαση που υπερψηφίστηκε από τη συνέλευση των χαλυβουργών τόνιζε τα εξής: «Το ΔΣ του σωματείου, παίρνοντας υπόψη τη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, την ανάγκη να συνεχίσουμε να δίνουμε τη μάχη συγκροτημένα, οργανωμένα, προτείνει την αναστολή αυτής της μορφής του αγώνα. Μπαίνουμε ξανά στο εργοστάσιο οργανωμένα, συντεταγμένα με ψηλά το κεφάλι, με τη δική μας απόφαση και θέληση. Με το δοκιμασμένο σωματείο μας, και συνεχίζουμε με άλλες μορφές τον αγώνα. Συνεχίζουμε την προσπάθεια για την υλοποίηση των αιτημάτων μας. Για να επαναπροσληφθούνε άμεσα 40 συνάδελφοι μας απολυμένοι. Για την σταδιακή επαναπρόσληψη των υπόλοιπων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Για να μη γίνει μέχρι τότε καμία νέα πρόσληψη εκτός των συναδέλφων μας απολυμένων. Ζητάμε να φύγουν σήμερα τα ΜΑΤ από την πύλη του εργοστασίου και όλες οι δυνάμεις καταστολής και παρακολούθησης που είναι μέσα στο χώρο του εργοστασίου».
Αναμφισβήτητα, ο αντίπαλος, μετά από 9 μήνες, συγκέντρωσε τεράστιες δυνάμεις: την ωμή κυβερνητική παρέμβαση με εντολή του ίδιου του πρωθυπουργού, την ταξική δικαιοσύνη, τα ΜΑΤ και τις δυνάμεις καταστολής. Την ιδεολογική και καθημερινή επίθεση των μέσων καθεστωτικής ενημέρωσης. Τους εκβιασμούς του Μάνεση και των βιομηχάνων, με απεργοσπαστικούς και άλλους μηχανισμούς, με οικονομική βία και απειλές για κλείσιμο, με προσπάθεια διαίρεσης των εργαζόμενων. Με τη διάσπαση του εσωτερικού μετώπου των εργαζομένων, τόσο στο επίπεδο του εργοστασίου του Ασπροπύργου, όσο κυρίως στο εργοστάσιο του Βόλου, που σήκωσε όλο το βάρος της παραγωγής, όταν αυτή νέκρωσε στο εργοστάσιο της Αττικής. Μάλιστα, η αύξηση του όγκου εργασίας στο Βόλο οδήγησε και στην προσωρινή, όπως πολύ γρήγορα αποδείχτηκε, αναστολή των σχεδίων του βιομήχανου για πέρασμα των αντεργατικών μέτρων και στην εκεί μονάδα του, με μειώσεις μισθών και ελαστικοποίηση της εργασίας. Όμως η εργοδοσία κέρδισε πολύτιμο χρόνο, διέσπασε τους εργαζόμενους αξιοποιώντας στο πλευρό του το εργοδοτικό σωματείο στο Βόλο και κατάφερε να βγει νικητής από την μεγάλη αυτή σύγκρουση, εκπροσωπώντας ωστόσο συνολικά και συλλογικά το κεφάλαιο όχι μόνο του κλάδου χαλυβουργίας αλλά και γενικότερα.
Ο ηρωικός αγώνας των χαλυβουργών δεν είχε ποτέ την ουσιαστική και έμπρακτη στήριξη της ξεπουλημένης συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, τόσο σε τοπικό επίπεδο (Εργατικά Κέντρα Ελευσίνας και Μαγνησίας), όσο και σε συνολικό επίπεδο. Η ΓΣΕΕ δεν πέρασε ούτε… έξω από την πύλη του εργοστασίου σε μια εννεάμηνη εργατική μάχη. Επιπλέον, αρνήθηκε να συμβάλλει σε ένα μέτωπο αγώνα, αλληλεγγύης και νίκης. Ευθύνες έχει και η «μισή αλληλεγγύη», κυρίως στα λόγια και με ανακοινώσεις και ελάχιστα στην πράξη, της ρεφορμιστικής αριστεράς της θεσμικής αντιπολίτευσης, ειδικά με την αρχική καταψήφιση της απεργίας στο Εργατικό Κέντρο Βόλου, αλλά και με την απουσία της από κρίσιμες κινητοποιήσεις και μέτωπα.
Η απεργία των χαλυβουργών ανέδειξε και τα όρια του ΠΑΜΕ, παρά την μεγάλη προσπάθεια και ου

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *