Άρθρα διαλόγου για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ


Ο διάλογος που αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και -με ιδιόρυθμο τρόπο- στον ευρύτερο χώρο του ΚΚΕ, αντανακλά τον προβληματισμό των αγωνιστών όχι απλά για την πολιτική συγκυρία, αλλά για την ανάγκη να ανασυγκρότησης της αριστερής κομμουνιστικής παρέμβασης για την ανατροπή της καπιταλιστικής επίθεσης. Θέλοντας να συμβάλλουμε σε αυτή τη διεργασία, παραθέτουμε πρόσφατα διαλόγου που αφορούν το ρόλο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα, μαζί με παραπομπή στην πρόσφατη απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ο φάκελος θα ανανεώνεται ανά διαστήματα, ενώ σύντομα θα διαμορφωθούν αντίστοιχοι φάκελοι που θα αφορούν το διάλογο στο ΣΥΡΙΖΑ και τον ευρύτερο χώρο του ΚΚΕ

Με την αντικαπιταλιστική αριστερά για την ανατροπή της κοινωνικής εξαθλίωσης-Κώστας Παπαδάκης

Θα ήταν λάθος να ερμηνεύσουμε τα κατώτερα των προσδοκιών μας εκλογικά αποτελέσματα στις ευρωεκλογές με κριτήριο την εσωτερική κατάσταση της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. ή τη στάση της απέναντι στη συμπόρευση. Θα μας διαψεύσει πριν καν στεγνώσει το μελάνι η μόλις πριν μία βδομάδα εκπληκτική επίδοση του 2,3% στις περιφερειακές εκλογές, που έγινε χωρίς διαφορετικές εσωτερικές συνθήκες.
1. Ένα μεγάλο ποσοστό του εκλογικού σώματος δεν ελπίζει στις κάλπες. Απέχει (40% σχεδόν), ή ψηφίζει λευκό – άκυρο.
2. Το 65% περίπου των υπολοίπων εξακολουθεί να ψηφίζει κόμματα μνημονιακά, καθεστωτικά, φασιστικά κ.λ.π.
Δυστυχώς το ποσοστό αυτό δεν μειώθηκε από το 2012 παρά την απίστευτη σκληρότητα της κυβερνητικής πολιτικής.
3. Το υπόλοιπο 35% που εξακολουθεί να ψηφίζει αριστερά, προτίμησε να ψηφίσει «κόμμα εξουσίας» με αποτέλεσμα να λεηλατηθεί και πάλι από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Δυστυχώς το ποσοστό αυτό δεν αυξήθηκε από το 2012 παρά τους αγώνες και την κρίση. Ούτε άλλαξε ουσιαστικά η κατανομή του ανάμεσα στις δυνάμεις της αριστεράς.
Ετσι λοιπόν, η επιτυχία του κυβερνητικού μπλοκ έγκειται όχι στην αποφυγή της ήττας, αλλά στην πρόβλεψη, τη διαχείριση και την εκτροπή της «εντός και επί τα αυτά» αντί για την κάλπη του αντιπάλου.
4. Η εκλογική αυτή συμπεριφορά ασκείται με διαφορετικά κριτήρια όταν η κάλπη αναδεικνύει κεντρικό πολιτικό διακύβευμα και διαφορετικά σε άλλες εκλογές. Ο ελάχιστος χρόνος της μίας εβδομάδας ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις δεν αφήνει περιθώρια για εκτίμηση μεταβολής εκλογικών προτιμήσεων. Πρόκειται για ενιαία εκλογική στάση με διαφοροποιημένο το κριτήριο επιλογής ανάλογα με την κάλπη. Ψήφος καταγραφής στη μία περίπτωση, ψήφος προοπτικής στην άλλη.
5. Παρά την επικράτηση της λογικής της «ψήφου ανάθεσης», σημαντικό ποσοστό 17% περίπου επέλεξε να ψηφίσει κόμματα που πιθανολογούσε σοβαρά ότι θα μείνουν κάτω του 3%.
Η συντριπτική πλειοψηφία του ποσοστού αυτού ψήφισε οτιδήποτε άλλο, εκτός από αριστερά. Που σημαίνει ότι η αριστερά δεν συγκινεί τον κόσμο αυτόν, που δεν υποτάσσεται στη λογική της χαμένης ψήφου, στην οποία όμως υποτάσσεται στη συντριπτική της πλειοψηφία η ίδια.
6. Η εξέλιξη αυτή ανοίγει εκ των πραγμάτων τη συζήτηση για τη σχέση μας με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ιδίως με την προοπτική –ας μου επιτραπεί να μην την θεωρώ πολύ σίγουρη καθώς η δυναμική της εκλογικής του ανόδου φαίνεται να εξαντλείται – κυβερνητικής του ανάδειξης.
Διαμορφώνεται και μέσα στην ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. ένα ρεύμα κριτικής υποστήριξης. Και δεν διατυπώνεται ευθέως, πράγμα που θα συγκεκριμενοποιούσε και θα διευκόλυνε τη συζήτηση, αλλά μέσα από φλύαρα κείμενα αναλύσεων επί παντός του επιστητού, που καταλήγουν στην αοριστόλογη ανάγκη μίας «αριστερής κυβέρνησης του άλλου δρόμου» και άλλα παρόμοια.
Όμως συσχετισμοί που να επιτρέπουν την προσδοκία αριστερής κυβέρνησης με όρους κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και όχι αυτοδύναμα, αλλά αναγκαστικά με εκτός αριστεράς συμμάχους) σήμερα δεν υπάρχουν. Συνεπώς τι άλλο μπορεί να εξυπηρετεί όλη αυτή η ανακίνηση εκτός από την προτροπή κριτικής υποστήριξης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.;
Αφόρητες πιέσεις
7. Οσοι βιώσαμε στην αριστερά την κυβερνητική ανάδειξη του ΠΑ.ΣΟ.Κ το 1981 θυμόμαστε καλά και τότε τις αφόρητες πιέσεις κριτικής στήριξης, που τότε ήταν και πολύ περισσότερο βάσιμες από σήμερα: Κυριαρχία κεϋνσιανισμού, διεθνής και ελληνική συγκυρία ευνοϊκή, ρεύμα «σοσιαλμανίας», παροχών και κρατικοποιήσεων στις καπιταλιστικές ευρωπαϊκές χώρες, εκρηκτική κινηματική άνοδος στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ριζοσπαστικοποίηση εργατικής τάξης και μεσοστρωμάτων, συσσωρευμένο και δίκαιο μίσος απέναντι στη δεξιά.
Οι πιέσεις αυτές οδήγησαν την επίσημη αριστερά να στοιχηθεί στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. διεκδικώντας συμπληρωματικό ρόλο. Αλλά ο κόσμος προτίμησε τον πρωταγωνιστή και όχι τους κομπάρσους και έδωσε στις δυνάμεις της αλλαγής (λέξη κλειδί στην εκλογική και όχι μόνο συνθηματολογία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.) το 48%. Το Κ.Κ.Ε. στις εκλογές 1981 με σύνθημα την «πραγματική αλλαγή» δεν μπόρεσε να πετύχει τον πολύκροτο στόχο του 17% για να μπεί στη Β’ κατανομή, όπως προϋπέθετε ο τότε εκλογικός νόμος και έμεινε στο 10,7%. Ενώ το Κ.Κ.Ε. εσωτερικού έμεινε στο 1% και εκτός Βουλής.
Στον χώρο της τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς οι πιέσεις αυτές, συνεπικουρούμενες και από την αίσθηση κρίσης της αριστεράς που αναδείχθηκε εκείνα τα χρόνια με τη διαδοχική διάψευση των κοινωνικών μοντέλων αναφοράς της (χώρες υπαρκτού σοσιαλισμού, Κίνα, Αλβανία, Κούβα κλπ) σε συνδυασμό με την επιρροή των νέων κοινωνικών κινημάτων και των ιδεολογικών αναζητήσεων και ρευμάτων της συγκυρίας, οδήγησαν σε υπαρξιακή κρίση, περιπέτειες, διασπάσεις και διάλυση πολλές μαζικές οργανώσεις: ΚΚΕ (μ-λ), ΕΚΚΕ, Μ-Λ ΚΚΕ, ΕΚΟΝ, ΡΦ, Β’ Πανελλαδική. Αποστράτευση, απογοήτευση και ιδιώτευση με άπειρες αιτίες ή προσχήματα διαδέχθηκε σε ελάχιστο χρόνο την μεταπολιτευτική κινηματική πλημμυρίδα. Και αν δεν υπήρχε ο χώρος των Αριστερών Συσπειρώσεων Φοιτητών, που κράτησε ό,τι είχε απομείνει τη δεκαετία του 1980, μαζί με ελάχιστες πολιτικές οργανώσεις και πρωτοβουλίες που επιβίωσαν, ίσως δεν θα υπήρχε αντικαπιταλιστική αριστερά σήμερα.
Η κυβερνητική πολιτική του ΠΑ.ΣΟ.Κ. τα πρώτα χρόνια, αν και στα πλαίσια του «αστικού εκσυγχρονισμού», όπως την αντιμετωπίζαμε, δικαίωσε κινηματικές κατακτήσεις που ούτε στα όνειρά του, ακόμα και ο πιο αισιόδοξος αριστερός οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δεν θα μπορούσε να ελπίζει.
Το τέλος της δεκαετίας του 1980 βρήκε την επίσημη αριστερά (στις αρνητικές αποσκευές της οποίας είχε προστεθεί και το ασήκωτο βάρος της κατάρρευσης της Ε.Σ.Σ.Δ. και γενικά των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού) στην Ελλάδα ενωμένη και με τον στόχο της «κάθαρσης» αντί της αλλαγής, να συγκυβερνά με τη δεξιά και τον Μητσοτάκη. Κόστισε και αυτό για άλλη μία φορά τη διάσπαση και την περιθωριοποίησή της και έδωσε στο ΠΑΣΟΚ ξανά για πολλά χρόνια το ρόλο του πρωταγωνιστή.
Οσο για την εξωκοινοβουλευτική αριστερά χρειάστηκαν δεκαετίες για να ανασυντεθεί και να συγκροτήσει πολιτικό υποκείμενο. Η κρίση ταυτότητας δεν ξεπεράστηκε, αλλά οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές. Και κανείς δεν θα ήθελε να επαναληφθούν τα ίδια λάθη.
8. Το αποτέλεσμα της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. είναι πράγματι κατώτερο από τις προσδοκίες μας, αναντίστοιχο με τις πραγματικές της δυνάμεις στην κοινωνία και τα συνδικάτα, μικρότερο από όσο χρειάζεται για να διεκδικεί σοβαρό μερίδιο στον συσχετισμό δυνάμεων στην αριστερά. Διότι τα τελευταία χρόνια έλειψε η κεντρική πολιτική παρέμβαση για χρέος, Ε.Ε. και ευρώ και περίσσεψε η εσωστρέφεια, ο ανταγωνισμός των συνιστωσών και η λαθεμένη επιλογή και αντιμετώπιση της «συμπόρευσης».
Απήχηση
Παρ’ όλα αυτά η απήχηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μεγαλύτερη από ποτέ και την αισθανόμαστε διάχυτη στο κίνημα και στην κοινωνία.
9. Κανείς δεν υποτιμά την ανάγκη των μαζών να ξεφύγουν άμεσα από την κοινωνική εξαθλίωση και τον εκφασισμό που τις απειλούν. Όμως η διεύρυνση της λογικής της ανάθεσης, η εναπόθεση όλων των ελπίδων στην κατάληψη των κυβερνητικών θώκων χάριν της οποίας μάλιστα έχει εγκαταλειφθεί και η «θέση αρχής» της απλής αναλογικής, ο εγκλεισμός του οποιουδήποτε αντιμνημονιακού προσανατολισμού σε διαχείριση μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ, που έχει αποδειχθεί, στο πρόσφατο παράδειγμα της Κύπρου, ανέφικτη, η ανάδειξη ενός κόμματος «εξουσίας» που κλείνει το μάτι στις ΗΠΑ, και διακηρύσσει ότι ανήκουμε στο ΝΑΤΟ και στον Δυτικό κόσμο, ελπίζοντας στο ΔΝΤ για τη μείωση του χρέους δεν είναι σημάδι ελπίδας για αυτό.
Ούτε η αντικαπιταλιστική αριστερά μπορεί να ανταποκριθεί με την αυτοκατάργησή της, την κατάλυση της πολιτικής της αυτοτέλειας και την παραίτηση από τους πολιτικούς στόχους που είναι απαραίτητοι για την ανατροπή της κοινωνικής εξαθλίωσης.
Είναι αεροβασία να προτείνονται σήμερα συμμαχίες «με τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ», όταν κανένα τέτοιο «τμήμα», ακόμα και η «Αριστερή Πλατφόρμα» του Π. Λαφαζάνη αρνείται να πολιτευθεί χωριστά από την κεντρική γραμμή και με το Κ.Κ.Ε, όταν είναι εκ προοιμίου γνωστή η άρνησή του.
Είναι ψέμα να αποδίδουμε σεχταρισμό στην ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., που αφενός η συγκρότησή της συνιστά υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε αντίπαλα κάποτε ιδεολογικά ρεύματα που τώρα συνυπάρχουν μέσα στις γραμμές της και αφετέρου έχει απευθύνει προτάσεις κοινής δράσης στο κίνημα σε όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς και τις έχει κάνει πράξη.
Αν κάποιοι πιστεύουν ότι σε περίπτωση κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. έχει να κάνει κάτι καλύτερο ή διαφορετικό από το να αποτελέσει «αριστερή εργατική αντιπολίτευση», όπως εισηγείται η πλειοψηφία του Π.Σ.Ο., στην οποία αντιτίθενται, ας το υποδείξουν συγκεκριμένα.
Το κείμενο βασίζεται στην τοποθέτηση του συντρόφου στη διευρυμένη συνεδρίαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (με τη συμμετοχή και υποψήφιων ευρωβουλευτών μη μελών του ΠΣΟ) στις 5/7/2014.
Δημοσιεύθηκε στην Εργατική Αλληλεγγύη, τ.1131

Για τη συνολική επανεκκίνηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ – Πάνος Δαμέλος

Αυτό το κείμενο κανονικά θα αποτελούσε μέρος του προσυνδιασκεψιακού διαλόγου, νομίζω όμως ότι είναι αναγκαίο να τεθούν κάποια πράγματα νωρίτερα. Αν πάμε σε μία 3η Συνδιάσκεψη πόλωσης, με οργανώσεις αποφασισμένες να το τραβήξουν μέχρι τέλους, ακόμη κι αν «στο παρά πέντε» γίνει εφικτή μία σύνθεση, φοβάμαι ότι σε επίπεδο βάσης θα έχουν διαρραγεί οι σχέσεις σε τέτοιο βαθμό που δύσκολα θα υπάρχει η συντροφικότητα που είναι απαραίτητη για την από κοινού εφαρμογή της όποιας απόφασης.

Είμαστε, όπως φάνηκε και από τις διαφοροποιήσεις μετά την τελευταία απόφαση του ΠΣΟ, μάλλον μπροστά στη μεγαλύτερη κρίση που έχει αντιμετωπίσει το εγχείρημα από τη συγκρότησή του το 2009. Ποια είναι λοιπόν τα αίτια; Ποια είναι η κατάσταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Μπορεί – πρέπει να διασωθεί;

Reroute to remain

Χοντρικά οι δύο τάσεις, τα δύο «στρατόπεδα» που σχηματίζονται έχουν βάση το εξής δίπολο: από τη μία η τάση των επιθετικών ανοιγμάτων σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, των συμμαχιών, της αναμέτρησης με το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας ως στόχου στρατηγικής σημασίας (;) και από την άλλη αυτή της φοβικής περιχαράκωσης απέναντι σε όποιον στόχο δεν περιγράφεται στα εγχειρίδια της επανάστασης, με την επίκληση μιας επαναστατικής τομής που είναι ασαφής και παραπέμπεται στο μέλλον. Αυτή που φαίνεται να επικρατεί είναι η –εντελώς προβληματική- δεύτερη, αλλά και η πρώτη ρίχνει υπερβολικά το βάρος σε κάποια θέματα και υποβαθμίζει άλλα. Είναι αναγκαία αλλά και απολύτως εφικτή μία ουσιαστική σύνθεση που θα απαντάει σε ένα βαθμό στις βασικές αγωνίες κάθε τάσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά κυρίως σε αυτές του ευρύτερου κόσμου της εργασίας – αρκεί βέβαια να υπάρξει η πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο, που θα αποτελεί υπέρβαση για κάθε πλευρά.

Το ότι η τωρινή γραμμή μας έχει, αν όχι λάθη, τότε τουλάχιστον σοβαρές ανεπάρκειες θα πρέπει ως τώρα να είναι σαφές σε όλους. Δεν φαίνεται μόνο από τα πραγματικά άσχημα αποτελέσματα στις κεντρικές εκλογικές μάχες των τελευταίων 2 ετών – τα οποία μπορεί να δικαιολογήσει τελικά μόνο εν μέρει το γεγονός ότι οι εκλογές δεν είναι ευνοϊκό πεδίο για την επαναστατική αριστερά. Φαίνεται και από την έλλειψη οργανωτικής ανάπτυξης, καθώς και από τα προβλήματα που εντοπίζονται στο κίνημα τα τελευταία δύο χρόνια. Με άλλα λόγια, η πολιτική μας πρόταση δεν έχει ως βασικό πρόβλημα το ότι δεν εμπνέει κόσμο να μας ψηφίσει, αλλά κυρίως το ότι δεν πείθει ως ένα συνολικό σχέδιο στο οποίο θα στρατευθούν μαζικά οι εργαζόμενοι.

Ο κόσμος της εργασίας λειτουργεί με βασικό κριτήριο τις υλικές του ανάγκες. Κατανοεί την ανάγκη να φύγει αυτή η κυβέρνηση που προωθεί μια κοινωνική καταστροφή (μάλιστα οι πρώτοι που έριξαν και πάλεψαν στο κίνημα, μαζί με άλλα, το σύνθημα «να πέσει η κυβέρνηση» ήταν οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Όταν όμως στο αμέσως επόμενο ερώτημα, που είναι «και με ποια κυβέρνηση θα αντικατασταθεί αυτή η κυβέρνηση» ή έστω «και μετά τι;» αποφεύγεις πλήρως να δώσεις μία απάντηση από τη δικιά σου σκοπιά (από τη στιγμή που δεν είσαι σε προεπαναστατική κατάσταση ώστε να προκρίνεις ως άμεση λύση την επανάσταση και την ανατροπή και του αστικού κοινοβουλευτισμού), τότε όχι μόνο δυσκολεύεσαι να πείσεις ότι έχεις συνολικό σχέδιο στο οποίο αξίζει να συστρατευθεί κανείς, αλλά αντίθετα στέλνεις κόσμο και οργανωτικά στον ΣΥΡΙΖΑ, με το σκεπτικό «τουλάχιστον να παλέψουμε ώστε ενδεχόμενη κυβέρνηση προερχόμενη από την αριστερά να μην τα προδώσει όλα». Είναι μία γραμμή που θέλει επειγόντως διόρθωση λοιπόν, και δεν καλύπτεται η γύμνια της από όσες επικλήσεις στον αντικαπιταλισμό κι αν κάνει κανείς.

Η στάση «εμείς θα είμαστε εργατική αντιπολίτευση απέναντι σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, όποιο πρόγραμμα και να έχει» είναι προβληματική, γιατί εμπεριέχει μια ταυτολογία. Όντως, ο κόσμος (ακόμη και αυτός που δεν ψηφίζει ΑΝΤΑΡΣΥΑ) μας αναγνωρίζει ως το πιο μαχητικό κομμάτι και αναγνωρίζει ότι είμαστε και θα είμαστε στο δρόμο και με αυτήν και με όποια κυβέρνηση αν θεσπίζονται αντιλαϊκά μέτρα – γι’ αυτό άλλωστε μας ψηφίζει και στα σωματεία. Όμως το ερώτημα που θέτει δεν είναι αυτό. Το ερώτημα που θέτει είναι τι προτείνουμε για την επόμενη μέρα, μετά την πτώση αυτής της κυβέρνησης, και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε αν υπάρξει μια κυβέρνηση που ένα τμήμα της θα προσπαθεί να ικανοποιήσει λαϊκές ανάγκες κι ένα άλλο να κάνει χατίρια στο κεφάλαιο (κάπως έτσι βλέπουν την εξέλιξη της όποιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ). Η απάντηση του τύπου «θα τα πούμε στο δρόμο», από τον περισσότερο κόσμο εκλαμβάνεται ως φυγομαχία, από άλλους ως ηττοπάθεια (ότι με όποια κυβέρνηση, πάλι Τρόικα θα έχουμε, άρα τίποτα δεν αλλάζει) και σίγουρα δεν απαντά γιατί να ενισχυθεί αυτή η αριστερά και στις κεντρικές πολιτικές μάχες και όχι μόνο στα σωματεία ή στους κοινωνικούς χώρους. Όσο πιο γρήγορα την αφήσουμε πίσω, τόσο το καλύτερο. Η επαναστατική μας φυσιογνωμία και ο διαχωρισμός από τον ρεφορμισμό δεν θα κριθούν στο αν λέμε ότι δυνητικά θα στηρίζαμε μια κυβέρνηση, θα κριθούν στο πρόγραμμα που θεωρούμε αναγκαίο να έχει αυτή, αλλά και στις υπόλοιπες πλευρές της πολιτικής μας παρέμβασης και πρακτικής.

Άλλωστε, εδώ υπάρχει μια σοβαρή ανακολουθία: η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει ως βασική θέση το μεταβατικό πρόγραμμα (και έχει κερδίσει από αυτό), αλλά στο ερώτημα «και ποιος θα υλοποιήσει αυτό το πρόγραμμα;» δεν δίνει καμία απάντηση.

Ωστόσο, ξαναγυρνώντας στην ανάγκη και τη δυνατότητα της σύνθεσης, πρέπει να είναι σαφές πια ότι το πρόβλημα δεν λύνεται μέσω κοπτοραπτικής. Ναι, μπορεί να διατυπωθεί μια απόφαση που να είναι λίγο ως πολύ «ικανοποιητική» για τους περισσότερους. Με δεδομένο όμως ότι και παλιότερα πήραμε διάφορες αποφάσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων έμειναν στα χαρτιά, είναι ανάγκη να δούμε πιο συνολικά τα προβλήματα και τις προκλήσεις για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όχι μόνο για να αποφύγουμε διαλυτικές καταστάσεις αλλά και για να καταφέρουμε μία πραγματική –και όχι απλά διακηρυκτική- επανεκκίνηση του εγχειρήματος. Το πώς λειτουργεί και το πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να λειτουργεί…

Νάυλον ντέφυα και ψόφια κέφυα

Μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι από τη λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τα τελευταία χρόνια; Είναι ένα εγχείρημα που εμπνέει την ενεργή συμμετοχή ή αντίθετα ενισχύει τις τάσεις αποστράτευσης, ή έστω μονόπλευρης στράτευσης σε κάποιο από τα (όλο και πιο συχνά αποκλίνοντα) σχέδια των επιμέρους οργανώσεων;

Δυστυχώς, ο απολογισμός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όχι ως δράσεις των οργανώσεων ή μεμονωμένων αγωνιστών) είναι πολύ φτωχός, τόσο σε επίπεδο κεντρικών πολιτικών πρωτοβουλιών όσο και στο στοιχειώδες επίπεδο του κινηματικού συντονισμού του δυναμικού της. Η πρόσφατη διαδήλωση για το γήπεδο στη Ν. Φιλαδέλφεια ίσως να ήταν και η πρώτη κινηματική πρωτοβουλία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά την απαγορευμένη διαδήλωση για την ελληνική προεδρία της ΕΕ στις αρχές του χρόνου – αναφέρομαι σε κινητοποιήσεις στις οποίες είχαμε καθοριστικό ρόλο στη διοργάνωσή τους και όχι σε κινητοποιήσεις στις οποίες θα συμμετείχαμε είτε υπήρχε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είτε όχι. Πόσο φτωχός απολογισμός για μια δύναμη που έχει τόσες δυνατότητες για συντονισμό ενός σημαντικού αγωνιστικού δυναμικού, αλλά και που έχει ως στόχο την οργάνωση του λαού για την αντίσταση και την αντικαπιταλιστική ανατροπή!

Οι οργανώσεις, αντί να επιτρέψουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αποκτήσει δική της ζωή και να ξεδιπλώσει την (πολλαπλάσια από τη δική τους) δυναμική, δεν έχουν τολμήσει να απαγκιστρωθούν στο ελάχιστο από τους δικούς σχεδιασμούς. Το αποτέλεσμα είναι αντί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να έχει πάρει πρωτοβουλίες σε κάθε μέτωπο, να έχει μετατοπίσει το κέντρο των αποφάσεων στις Τοπικές και Κλαδικές Επιτροπές, να έχει παλέψει για την ανώτερη σύνθεση των πλούσιων προβληματισμών και αναζητήσεων στο εσωτερικό της και την ολόψυχη στράτευση των μελών της σε ένα πολύπλευρο σχέδιο, αντίθετα να έχει περιοριστεί σε μία μίζερη, γραφειοκρατική λειτουργία όπου η κάθε οργάνωση μάλλον προσπαθεί αέναα να μπλοκάρει το σχέδιο της άλλης για να επικρατήσει το δικό της. Όταν φαίνεται να έχει εδραιωθεί μία τέτοια ταυτότητα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι παράλογο να αυξάνονται η γκρίνια και οι τάσεις φυγής; Εδώ που τα λέμε, μάλλον υγιής αντίδραση είναι.

Υποτιμήθηκαν –και υπονομεύτηκαν- οικτρά οι δυνατότητες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενδεχομένως από μία στρεβλή ανάγνωση της σχέσης κόμματος-μετώπου, όπου «κατά τας Γραφάς» το επαναστατικό κόμμα λειτουργεί με δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και συμμετέχει σε ένα ευρύτερο μέτωπο. Ας μην μπούμε στη συζήτηση για το τι σημαίνει ένα σύγχρονο επαναστατικό κόμμα, αν πρέπει να είναι πολυτασικό (και άρα πιο κοντά στην ίδια την ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά σε κάποια από τις οργανώσεις της), αν η λογική του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και του «ατομικού που υποτάσσεται στο συλλογικό» είχε ή όχι καθοριστική συμβολή στον γραφειοκρατικό εκφυλισμό της Σοβιετικής Ένωσης, αν το αναγκαίο πολιτικό μέτωπο-συμμαχία περιορίζεται ανεξαρτήτως συνθηκών στις επαναστατικές-αντικαπιταλιστικές δυνάμεις κλπ. Ακόμη κι αν κάποιες οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βλέπουν στον εαυτό τους, έστω και δυνητικά, το σύγχρονο επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, αυτό και πάλι δεν δικαιολογεί τη σημερινή λειτουργία του μετώπου. Το επαναστατικό κόμμα προσπαθεί να κερδίσει την ηγεμονία μέσα στις διεργασίες του ευρύτερου μετώπου με την αγωνιστικότητά του και την ορθότητα της γραμμής του, όχι με γραφειοκρατικά τερτίπια. Άλλωστε, είναι γνωστό και εκφράζεται συχνά και δημόσια ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις εντός των οργανώσεων, οι οποίες συνήθως πνίγονται και δεν εκφράζονται μέσα στις διαδικασίες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελλιπούς λειτουργίας είναι η παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο αντιφασιστικό μέτωπο. Ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτή είναι μηδαμινή. Παρά το ότι συγκεντρώνει ένα ζωτικής σημασίας δυναμικό που συμμετέχει ενεργά όπου υπάρχει αντιφασιστική συλλογικότητα, παρά το ότι αυτό το δυναμικό αν συντονιζόταν αποτελεσματικά θα μπορούσε να παίξει καταλυτικό και ενοποιητικό ρόλο για όλο το αντιφασιστικό κίνημα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει δημιουργήσει καν συντονιστική γραμματεία για το θέμα! Όχι ότι η γραμματεία συνδικαλιστικού που δημιουργήθηκε έχει να επιδείξει και τίποτα ιδιαίτερο. Σε επίπεδο κορυφής οι οργανώσεις «συμφωνούν ότι διαφωνούν» και συνεχίζουν να κάνουν (ή να μην κάνουν) η καθεμία τα δικά της. Αποτέλεσμα: μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ-φάντασμα αυτού που θα μπορούσε να είναι, μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ που κάθε μέρα που περνάει προδίδει τις ελπίδες και τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει για «μια άλλη αριστερά».

Αχ, νά’ σουν αλλιώς

Τι κάνουμε λοιπόν; Χρειάζεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Φυσικά! Αυτή η συνάντηση ιστορικών ρευμάτων που (θα μπορούσαν να) αλληλοσυμπληρώνονται, αυτό το πλούσιο δυναμικό που εξασφαλίζει μία στοιχειώδη μαζικότητα ώστε να μπορέσουμε να ασκήσουμε πραγματικά πολιτική (γιατί η εργατική πολιτική δεν είναι ζήτημα φαεινών ιδεών ούτε επικοινωνιακών τρικ – αλλιώς κάνει πολιτική το Ποτάμι κι αλλιώς η επαναστατική αριστερά) είναι αναντικατάστατη. Όμως το ερώτημα είναι ποια ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται. Γιατί αυτή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των ελάχιστων πρωτοβουλιών, του ανεπαρκούς συντονισμού, της φοβικής στάσης απέναντι στα επίδικα της περιόδου, της περιχαράκωσης και της γραφειοκρατικής λειτουργίας, συγνώμη αλλά πολύ εύκολα μπορεί να αμφισβητηθεί το πόση και ποια πολιτική χρησιμότητα έχει. Και οι οργανώσεις ή τα μέτωπα είναι εργαλεία που κρίνονται ακριβώς από την πολιτική τους χρησιμότητα – μια επίπλαστη «ενότητα για την ενότητα» δεν θα έπρεπε να μας λέει τίποτα. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλιώς; Μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ που αντί να δημιουργεί γκρίνιες και τάσεις φυγής, θα ενέπνεε κι άλλους να συμμετέχουν, τόσο σε επίπεδο αγωνιστών όσο και σε επίπεδο οργανώσεων;

Μια επισήμανση είναι εδώ αναγκαία: προφανώς και το βασικό θέμα είναι η οικοδόμηση κινήματος. Όμως το δυναμικό που σήμερα στρατεύεται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οργανωμένο και «ανένταχτο», είναι (αποδεδειγμένα) πρωτοπόροι αγωνιστές του κινήματος και αυτό μπορούν να το κάνουν και μέσα από τα σχήματά τους, τις πρωτοβουλίες και τα μέτωπα – το έκαναν και πριν δημιουργηθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και θα το έκαναν ακόμη κι αν αυτή δεν υπήρχε. Για την ακρίβεια, όπως τα περιγράψαμε παραπάνω, και όσο υπάρχει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνέχισαν να το κάνουν περίπου όπως και πριν (εφόσον οι αντίστοιχες γραμματείες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν λειτούργησαν πραγματικά ή δεν συγκροτήθηκαν καν). Οπότε, ενώ πράγματι έχουμε αφήσει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες συντονισμού του κινηματικού μας δυναμικού που παρέχει η ύπαρξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και όσο κρίσιμη ή πρωτεύουσα κι αν είναι για μια επαναστατική αριστερά που σέβεται τον εαυτό της η συζήτηση για το κίνημα και πώς θα ξεπεραστεί η κινηματική ύφεση που περιγράφεται στην απόφαση του ΠΣΟ και ζούμε όλοι μας, αυτή η συζήτηση είναι μέρος μόνο του ερωτήματος «τι την χρειαζόμαστε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ».

Γίνε η (επαναστατική) αλλαγή που θες να δεις στον κόσμο…

Ας φανταστούμε λοιπόν –κι ας δημιουργήσουμε- μία ΑΝΤΑΡΣΥΑ που θα υιοθετούσε μια τέτοια, μη πασιφιστική εκδοχή αυτού του ρητού. Ωραία, όλοι συμφωνούμε ότι η εκλογική αναμονή που καλλιεργεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τις συνεχείς προβλέψεις για ομαλή κοινοβουλευτική αλλαγή «σε 3-4 μήνες» (εδώ και δύο χρόνια το ακούμε αυτό από την Αυγή, από τον Ιούνη του 2012!) είναι καταστροφική για το εργατικό κίνημα και διευκολύνει τον συμβιβασμό, την επανάπαυση, την παραίτηση. Συμφωνούμε ότι «δεν πέφτουν έτσι οι κυβερνήσεις». Τότε, αφού συμφωνούμε ότι πέφτουν όταν δεν μπορούν πια να κυβερνήσουν, όταν οι «από κάτω» δεν θέλουν πια να κυβερνηθούν με αυτόν τον τρόπο και αντιδρούν, γιατί δεν φροντίζουμε με τη δική μας πρακτική, με το δικό μας παράδειγμα, να πάμε τα πράγματα σε μία τέτοια κατεύθυνση; Είναι δυνατόν για παράδειγμα να έρχεται η τρόικα να ζητήσει νέα μέτρα, και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μην είναι εκεί, αντιδρώντας και καλώντας τον λαό να έρθει μαζί της; Όταν σχεδιάζεται κάποιο νομοσχέδιο που έχει να κάνει με απολύσεις, μειώσεις μισθών ή ξεπουλήματα, γιατί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μην κάνει κατάληψη στο αντίστοιχο Υπουργείο, καλώντας και την υπόλοιπη αριστερά να ενωθεί μαζί της και να στηρίξει την κινητοποίηση; Γιατί δεν έχουμε πάει ακόμα να χτίσουμε την είσοδο των γραφείων του ΤΑΙΠΕΔ; Ναι, μπορεί κάποιοι να διωχθούμε, ακόμα και να πάμε φυλακή με τέτοιες ενέργειες. Ε, και; Τι διάολο επαναστατική αριστερά είμαστε; Αντίθετα, θα έλεγα ότι το να μη νιώθεις αυτή την απειλή σε μια τέτοια περίοδο, είναι ίσως ενδεικτικό του ότι το σύστημα δε νιώθει ιδιαίτερη απειλή από σένα… κι αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα για τον χώρο. Προσωπικά προβληματίστηκα πάρα πολύ από το γεγονός ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είχε συγκροτημένη παρουσία στη διαδήλωση συμπαράστασης στην απεργία πείνας των φυλακισμένων ενάντια στις φυλακές τύπου Γ΄, πέρα από μεμονωμένους συντρόφους. Ξέχασαν λοιπόν, σε αυτόν μάλιστα τον τόπο, οι κομμουνιστές τις φυλακές;

Αλλά και ο τρόπος που λειτουργούμε και αποφασίζουμε πρέπει να δίνει το παράδειγμα της κοινωνίας για την οποία παλεύουμε. Άρα καθόλου δεν αρμόζει στο εγχείρημά μας μια γραφειοκρατική λειτουργία, με τοπικές-κλαδικές επιτροπές που ή υπολειτουργούν, ή στην καλύτερη μπορούν να αποφασίσουν μόνο για τοπικά ζητήματα, αποκομμένα από την κεντρική πολιτική παρέμβαση του σχήματος. Ακόμα και η (θεωρητικά ετήσια) Συνδιάσκεψη, το ανώτερο, υποτίθεται, όργανο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έχει υποβαθμιστεί με απαράδεκτο τρόπο: Οι δεκάδες τροποποιήσεις που κατατέθηκαν από μέλη και επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επί του κειμένου των θέσεων παραπέμφθηκαν στην ΚΣΕ και τελικά δεν συζητήθηκαν –ούτε φυσικά ενσωματώθηκαν- ποτέ! Αντίστοιχα τα οργανωτικά ζητήματα παραπέμφθηκαν στο ΠΣΟ, το οποίο ακόμα και σήμερα, 13 μήνες μετά, δεν έχει πάρει αποφάσεις γι’ αυτά.

Ξαναγυρνάμε στο «μεταβατικό πρόγραμμα», το οποίο έδωσε μεγάλη ώθηση στην ύπαρξη και στην πολιτική απήχηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Τέσσερα χρόνια μετά, το μεταβατικό πρόγραμμα είναι επίκαιρο όσο ποτέ αλλά έχει παραμείνει στάσιμο. Δεν έχει δουλευτεί, ως όφειλε, ούτε πώς εξειδικεύεται σε συγκεκριμένους τομείς (παρότι π.χ. στην αγροτική παραγωγή και στο δημόσιο είχαν αρχίσει τέτοιες επεξεργασίες), ούτε πώς εξειδικεύεται σε επίπεδο αντι-θεσμών (τι σημαίνει εργατικός έλεγχος σε ένα νοσοκομείο, σε ένα Υπουργείο, σε μια τράπεζα;). Αυτή η συζήτηση θα μπορούσε να πλουτίσει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να κάνει τα στοιχεία του μεταβατικού προγράμματος πιο «απτά» και κανονικά είναι συζήτηση που πρέπει να διεξαχθεί εν όψει της Συνδιάσκεψης. Και κάτι τέτοιο φυσικά και δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα επεξεργασιών σε κλειστά γραφεία και συνεννοήσεων κορυφής, αλλά απαιτεί μία άλλης ποιότητας δημοκρατία στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, λειτουργίες που πραγματικά να αφήνουν ελεύθερο το πεδίο στη βάση, στο εργατικό δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (και όχι μόνο) να παράξει πολιτική. Η τύχη των τροποποιήσεων που κατέθεσαν τα μέλη μας στις θέσεις για τη 2η Συνδιάσκεψη είναι χαρακτηριστική για το πόσο μακριά είμαστε από ένα τέτοιο, προωθητικό και παραγωγικό, γειωμένο στις ανάγκες και τις αγωνίες του κόσμου της εργασίας μοντέλο λειτουργίας.

Δεν είναι κάτι που θα έπρεπε, τελικά, να μας προκαλεί εντύπωση. Η ουσιαστική οργανωτική συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η «ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών» για την οποία κάποιοι επιμένουμε, δεν θα προχωρήσει ποτέ όσο δεν υπάρχει α) ένα ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο που να εμπνέει την πεποίθηση ότι αξίζει να το παλέψουμε σοβαρά όλοι μαζί και β) η πολιτική βούληση από τις οργανώσεις, να παραχωρήσουν μέρος της λειτουργίας και των «εξουσιών» της οργάνωσης για χάρη της λειτουργίας και των αποφασιστικών δομών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αλλιώς, όσο καλό οργανωτικό κι αν φτιάξουμε, στα χαρτιά θα μείνει. Το ερώτημα είναι: έχουμε καταλάβει όλοι ότι ή θα πάμε σε μία τέτοια ουσιαστική τομή στη λειτουργία μας, που δεν θα αφήσει τίποτα όπως πριν ούτε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ούτε στην εσωτερική λειτουργία των οργανώσεων, ή θα συνεχιστεί αυτή η εκφυλιστική πορεία, μέχρι να φτάσουμε να αναρωτιόμαστε γιατί υπάρχει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ – αν δεν έχει καταφέρει να διασπαστεί σε κεντρικό επίπεδο νωρίτερα; Κατανοούν και οι οργανώσεις ότι ένα νέο οργανωτικό και πολιτικό άλμα θα βοηθήσει και τις ίδιες, οι οποίες μόνο μέσα σε μία ανώτερη σύνθεση και σε έναν ζωντανό και μαζικό χώρο δοκιμάζουν πραγματικά τη γραμμή τους; Έχουν ξεχάσει το επίπεδο της παρέμβασής τους πριν και αφού συγκροτήθηκε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Καταλαβαίνουν ότι έχουμε φτάσει (εδώ και καιρό!) στο σημείο όπου το εγχείρημα ή προχωράει ή αποσυντίθεται, και ότι το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν προχωράμε;

Αν έχουν γίνει αντιληπτά όλα αυτά, ας δούμε τι θα μπορούσε να λέει πολιτικά μία ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην οποία θα μπορούσαμε ξανά να επενδύσουμε τις ελπίδες μας, χωρίς φόβους και αλληλοκατηγορίες ούτε για σεχταρισμό και φυγομαχία, ούτε για ροπή προς τον ρεφορμισμό και την ενσωμάτωση.

Συντακτική συνέλευση για την εργατική δημοκρατία, για να περάσει ο πλούτος και η εξουσία στα χέρια των εργαζομένων

Ενώ λέμε «να περάσει ο πλούτος και η εξουσία στα χέρια των εργαζομένων», στην πραγματικότητα δεν έχουμε καταφέρει να το κάνουμε κάτι χειροπιαστό, να ξεφύγει από ένα αόριστο σύνθημα. Αν δουλεύουμε για την επαναστατική τομή, για το ξεπέρασμα του αστικού κοινοβουλευτισμού, πρέπει να αρχίσουμε να περιγράφουμε και τι είναι αυτό που θέλουμε να τον διαδεχθεί. Για να γίνει κτήμα το όραμά μας από ευρύτερες μερίδες του κόσμου και μαζικό αίτημα, πρέπει πρώτα να το διατυπώσουμε, στο βαθμό έστω που αυτό είναι δυνατό τη δεδομένη στιγμή. Είναι σοβαρή ανεπάρκεια για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ το ότι δεν έχει καταφέρει ακόμα να μιλήσει απλά και κατανοητά για το «μετά την ανατροπή, τι;» και που άφησε το αίτημα της συντακτικής συνέλευσης σε δυνάμεις όπως το ΕΠΑΜ, που φυσικά δεν αμφισβητούν τον αστικό χαρακτήρα του συντάγματος. Στις πλατείες το 2011 θα έπρεπε να έχουμε πάει με μία τέτοια πρόταση. Όμως έστω και τώρα οφείλουμε να διατυπώσουμε τη σκέψη μας για την οργάνωση της κοινωνίας, για τον στραγγαλισμό του κεφαλαίου, για την εργατική εξουσία, για τον «εργατικό έλεγχο» και με ποιες μορφές ασκείται, ή τουλάχιστον για την πρώτη φάση προσπάθειας εφαρμογής όλων αυτών. Ένα τέτοιο αίτημα θα αποκρυστάλλωνε τον αντισυστημικό μας χαρακτήρα και θα έκανε εντελώς σαφή τον διαχωρισμό μας από τον ρεφορμισμό, ο οποίος ποτέ δεν θα αμφισβητούσε πραγματικά το αστικό σύνταγμα.

Άντε πάλι με την αριστερή κυβέρνηση…

…αλλά τι να κάνουμε, αφού μας απασχολεί κι εμάς και όλο τον κόσμο, ας το ξανασυζητήσουμε. Λοιπόν, ο τρόπος που μπαίνει και από τις δύο τάσεις που διαμορφώνονται είναι προβληματικός. Θα έλεγα μάλιστα ότι εμπεριέχει και στις δύο περιπτώσεις έναν φετιχισμό ή μια εμμονή με την κυβερνητική εξουσία, στάση που κάθε άλλο παρά αρμόζει στην επαναστατική αριστερά. Είναι λάθος τόσο το να μπαίνει το ζήτημα μιας εκλεγμένης αριστερής κυβέρνησης με το πρόγραμμά μας ως «στρατηγικού χαρακτήρα» στόχος και ως βασική επιδίωξη σε μία περίοδο όπου δεν υπάρχει τέτοια προοπτική (ούτε κάποια θεωρία που να λέει ότι μια τέτοια κυβέρνηση ταυτίζεται με την επανάσταση ή έστω την αντικαπιταλιστική ανατροπή, άρα ως τακτικού χαρακτήρα στόχος μπορεί μόνο να τίθεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διαδικασίας μετασχηματισμού), όσο και το να θεωρούμε πως η επαναστατικότητά μας καθορίζεται από το πόσο «αμόλυντοι» θα μείνουμε από το πεδίο της κυβερνητικής εξουσίας συνολικά. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το θέμα νηφάλια, ούτε με αφορισμούς, ούτε με προσκόλληση σε αυτό: η κυβερνητική εξουσία είναι απλά ένα μέρος της συνολικής πολιτικής εξουσίας. Μας ενδιαφέρει στο βαθμό που μπορεί να βοηθήσει το συνολικό μας σχέδιο να προχωρήσει. Αν υπάρχουν οι δυνατότητες, το καταλαμβάνουμε με τους δικούς μας όρους. Αν μπορούμε να αποσπάσουμε από άλλες κυβερνήσεις δεσμεύσεις που να είναι σε πραγματικά ρηξιακή κατεύθυνση, το κάνουμε.

Είναι φυσικά σωστή η παρατήρηση ότι κόμματα της αριστεράς σε αρκετές περιπτώσεις βοήθησαν στη σταθεροποίηση του συστήματος συμμετέχοντας σε κυβερνήσεις. Είναι όμως όλες οι περιπτώσεις τέτοιες; Για παράδειγμα, μία κυβέρνηση που θα προσπαθούσε, με την απαραίτητη στήριξη του λαϊκού κινήματος, να εφαρμόσει το αντικαπιταλιστικό-μεταβατικό πρόγραμμα που προτείνουμε, κρίνουμε ότι θα ήταν μία κυβέρνηση «σταθεροποίησης του συστήματος», διαχείρισής του «υπό την κυριαρχία του κεφαλαίου»; Τότε μάλλον δεν πιστεύουμε ιδιαίτερα ούτε στην αντικαπιταλιστικότητα, ούτε στη μεταβατικότητα του προγράμματος… Αν ισχύει κάτι τέτοιο, ας το πουν καθαρά όσοι το υποστηρίζουν.

Γενικά τα πράγματα με το ζήτημα της εξουσίας θα έπρεπε να μπορούμε να τα δούμε κάπως πιο απλά: Έχουμε ένα πρόγραμμα το οποίο θεωρούμε απαραίτητο να υλοποιηθεί ώστε να υπάρξει φιλολαϊκή, φιλοεργατική διέξοδος από την κρίση. Ε, θα πάμε και θα διεκδικήσουμε την υλοποίησή του σε όποιο πεδίο μπορούμε! Από «πάνω» μέχρι «κάτω». Αν προκύψει το ενδεχόμενο δημιουργίας κυβέρνησης με βάση αυτό το πρόγραμμα, φυσικά και θα τη στηρίξουμε. Αλλά και απέναντι σε άλλες, «αριστερόστροφες» κυβερνήσεις, θα πρέπει να μπορούμε να κρίνουμε κατά περίπτωση και να δίνουμε ανοχή υπό όρους, αν θεωρούμε ότι έστω και ανολοκλήρωτα μπορούμε έτσι να αποσπάσουμε δεσμεύσεις που είναι σε φιλολαϊκή κατεύθυνση και καλύπτουν πλευρές του προγράμματός μας. Γιατί π.χ. σήμερα μία κυβέρνηση που θα έκανε στάση πληρωμών, θα εθνικοποιούσε τις τράπεζες και θα μας έβγαζε από το ευρώ, χωρίς να λέμε ότι αυτά επαρκούν, θα ήταν μια κυβέρνηση «σταθεροποίησης του συστήματος» ή μία κυβέρνηση που θα δημιουργούσε ευνοϊκότερες συνθήκες για να προχωρήσει η υλοποίηση και του υπόλοιπου προγράμματός μας, κάτω από την πίεση του κινήματος; Άρα θα έπρεπε ή όχι να της δώσουμε «ψήφο ανοχής» σε πρώτη φάση, διατηρώντας το δικαίωμα να την αποσύρουμε και να προσπαθήσουμε να ρίξουμε την κυβέρνηση αν και όταν επιχειρήσει νέους συμβιβασμούς με την αστική τάξη; Κι όλα αυτά, οικοδομώντας ρωμαλέο κίνημα με αντιθεσμούς που θα βάζει άλλους όρους στην όποια κυβέρνηση και στις όποιες παλινωδίες; Αν θέλουμε να κάνουμε πολιτική, αν θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα στην κατεύθυνση που λέμε, ναι, θα έπρεπε. Όχι ότι η κυβέρνηση που θέλει να συγκροτήσει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα δεχόταν ποτέ τέτοιους όρους. Όμως η δική μας στάση πρέπει να είναι αυτή, χωρίς ετεροκαθορισμούς, για να είναι η θέση μας καθαρή όχι προς τα επιτελεία του ΣΥΡΙΖΑ, προφανώς, αλλά προς τον κινηματικό κόσμο που θέλει να στρατευτεί σε μια πραγματική κατεύθυνση ρήξης. Συνοπτικά:

• Βασική επιδίωξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η ανατροπή του πολιτικοοικονομικού συστήματος με συντακτική συνέλευση για την πραγματική δημοκρατία των εργαζομένων και την πλήρη εφαρμογή του προγράμματός μας.
• Προεπαναστατικά, ναι σε κυβέρνηση που θα επιχειρήσει να εφαρμόσει το πρόγραμμά μας, θα οξύνει τις αντιθέσεις του συστήματος και θα πυροδοτήσει επαναστατικές εξελίξεις.
• Σε ενδεχόμενη αριστερόστροφη κυβέρνηση, ανοχή μόνο εφόσον είναι σε ρηξιακή, φιλολαϊκή κατεύθυνση με συγκεκριμένες δεσμεύσεις που να καλύπτουν πλευρές του προγράμματός μας, επιμένοντας παράλληλα για την ανάγκη εφαρμογής του στο σύνολό του.
• Ούτως ή άλλως οικοδόμηση ρωμαλέου κινήματος με μορφές δυαδικής εξουσίας και αντιθεσμούς που θα επιβάλλουν τον εργατικό έλεγχο και θα δημιουργούν τα δικά τους τετελεσμένα, ανοίγοντας το δρόμο για μια πραγματική επαναστατική διαδικασία.

Της συμπόρευσης το μέτωπο

Άλλο κομβικό ζήτημα που οδηγεί σε κρίση την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι αυτό των συμμαχιών, της λεγόμενης «μετωπικής συμπόρευσης» και των διαφωνιών που έχουν προκύψει. Για να το πούμε απλά, το ζήτημα των συμμαχιών καθορίζεται από τι θέλεις να πετύχεις. Αν ο στόχος είναι η δημιουργία μαζικού πόλου με αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, όσο γενικόλογο και μάλλον αυτοαναφορικό κι αν ακούγεται αυτό, ε, δεν μπορούμε να πούμε και ότι είμαστε σε ιδιαίτερα καλή κατεύθυνση: Η προσπάθεια συμπόρευσης με τις οργανώσεις τις οποίες θεωρούσαμε πιο κοντινές μας ναυάγησε, με τον τρόπο που επιχειρήθηκε, ενώ ακόμα και στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακούμε συχνά κατηγορίες τύπου «να πάτε στον ΣΥΡΙΖΑ αφού θέλετε». Αυτή σίγουρα δεν είναι εικόνα χώρου που συγκροτεί ευρύτερο πόλο, οπότε πρέπει να δούμε κι εδώ αλλιώς τα πράγματα.

Εφόσον το ζήτημα των συμμαχιών έχει να κάνει με το τι θέλεις να πετύχεις, συνδέεται άμεσα με το θέμα της εξουσίας με το οποίο καταπιαστήκαμε στην ακριβώς προηγούμενη ενότητα. Υιοθετώντας μία καθαρή θέση, όπως αυτή διαμορφώνεται στα τέσσερα bullets, μπορούμε αρκετά εύκολα να λύσουμε και το ζήτημα των συμμαχιών. Σε πρώτο επίπεδο, διεύρυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με όσες δυνάμεις και αγωνιστές συμφωνούν στον στόχο της ανατροπής του συστήματος και της συντακτικής συνέλευσης. Σε δεύτερο επίπεδο, μία πιο χαλαρή συμμαχία με όσες δυνάμεις, χωρίς να συμφωνούν με τον στόχο της επαναστατικής τομής όπως μπαίνει από εμάς, συμφωνούν με το πρόγραμμά μας. Αυτή η συμμαχία χρειάζεται για να παλέψεις για τον 2ο, τον 3ο και τον 4ο στόχο με την ευρύτερη δυνατή συγκέντρωση δυνάμεων. Άρα:

• Βαθύτερη και διευρυμένη ενότητα των επαναστατικών δυνάμεων ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δημοκρατική συγκρότηση και εμβάθυνση στον επαναστατικό στόχο.
• Χαλαρή συμμαχία με όσες δυνάμεις συμφωνούν στο μεταβατικό πρόγραμμα και στη στάση απέναντι στο κυβερνητικό ζήτημα και το κίνημα, κρατώντας η κάθε μία τον ξεχωριστό της λόγο και προσέγγιση.

Επίλογος

Προφανώς σε κάθε έναν από τους παραπάνω τομείς θα μπορούσαν να γραφτούν πολύ περισσότερες και πιο αναλυτικές προτάσεις. Προσπάθησα να βάλω κάποιους πολύ βασικούς κεντρικούς άξονες για μία ΑΝΤΑΡΣΥΑ η οποία θα μπορούσε να μας εμπνεύσει ξανά, για μία ουσιαστική επανεκκίνηση. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Έρχεται σε σύγκρουση με τους σχεδιασμούς ηγεσιών αλλά και με τις μικροεξουσίες που σαφώς θα χάνονταν αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε μία πραγματικά μαζική γραμμή, αν είχε πραγματικά δημοκρατική λειτουργία, αν ήταν ένα μέσο για να παράξουν πολιτική πραγματικά τα μέλη της μέσα από Τοπικές-Κλαδικές Επιτροπές και ομάδες-γραμματείες για το συνδικαλιστικό, το αντιφασιστικό κ.ο.κ. Εδώ λοιπόν θα αναμετρηθούμε με το ζήτημα της αυτοϋπέρβασης, του ξεβολέματος, του «σπασίματος αυγών» ώστε να γίνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πραγματικό εργαλείο στα χέρια του κινήματος και στην υπηρεσία της επανάστασης και της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Εδώ, εν τέλει, θα κριθεί και ο επαναστατικός (ή μη) χαρακτήρας του εγχειρήματος: Στο αν μπορεί να επαναστατήσει απέναντι στον σημερινό, κακό του εαυτό…

Υ.Γ.: Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους συντρόφους και τις συντρόφισσες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εκούσια ή ακούσια συνέβαλαν στη διαμόρφωση του παρόντος κειμένου, και ιδιαίτερα στη Δέσποινα Κουτσούμπα για τις εποικοδομητικές συζητήσεις μας το τελευταίο διάστημα.

Δημοσιεύθηκε στο pandiera.gr

Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει συστημικά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα ακολουθήσει το σεχταριστικό δρόμο του ΚΚΕ; -Γιώργος Βασσάλος

Στην πρώτη συνεδρίαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (101 μέλη) μετά τις εκλογές, αντί να εκτιμηθεί ότι το ναυάγιο της συγκρότησης Μετώπου με δυνάμεις κοντά στις θέσεις μας και το μη πάρσιμο σαφούς θέσης απέναντι στο άμεσο πολιτικό επίδικο στις συνειδήσεις του κόσμου- δηλαδή το πώς θα ξεφορτωθεί τη μνημονιακή πολιτική- ήταν οι κύριες αιτίες της ξεκάθαρης εκλογικής ήττας που υποστήκαμε, είχαμε μια σαφή στροφή προς την εσωστρέφεια και μια σεχταριστική αντιμετώπιση των πραγμάτων. Η πορεία αυτή μπορεί και πρέπει διορθωθεί άμεσα και το αργότερο μέχρι την επόμενη Συνδιάσκεψη.

Πραξικοπηματικά στην ουσία, ανατράπηκε η απόφαση της τελευταίας Συνδιάσκεψης, που είναι όργανο ανώτερο της ΠΣΟ, η οποία μιλούσε για την ανάγκη άμεσης συγκρότησης Μετώπου. Ο στόχος αυτός εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από ένα ρηχό κάλεσμα στις κοντινές δυνάμεις μας να μπουν στα σχήματα που στηρίζει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε τοπικό επίπεδο και εργασιακούς χώρους. Στο ναυάγιο του μετώπου πριν τις εκλογές συνέβαλαν εκτός από την ανυπαρξία αυθεντικής βούλησης από πλευράς της ηγεσίας του Σχεδίου Β’ και απαράδεκτοι χειρισμοί από στελέχη της ηγεσίας του ΝΑΡ που δημοσίευσαν κείμενα που ήταν ακόμα αντικείμενο συζήτησης με ψευδείς τίτλους. Το ίδιο έκαναν αυτά τα στελέχη με τη δημοσίευση της απάντησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πρόταση «δημοκρατικού μετώπου» από το ΣΥΡΙΖΑ πριν καν λήξει η εσωτερική συζήτηση. Η στάση αυτή δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η υπόθεση της μετωπικής συμπόρευσης παλεύτηκε ειλικρινά όπως είχε δώσει εντολή η 2η Συνδιάσκεψη. Σε κάθε περίπτωση η ετερόκλητη συμφωνία ΝΑΡ – ΣΕΚ που καθόρισε το αποτέλεσμα του τελευταίου ΠΣΟ [1] (ενώ ΣΕΚ και ΝΑΡ δε συμφωνούν σχεδόν σε τίποτα όσον αφορά την ανάλυση της συγκυρίας), στήνει τη μετωπική συμπόρευση στα δέκα μέτρα για να την εκτελέσει.

Το να βλέπουμε το ΣΥΡΙΖΑ ως ένα μονολιθικό μπλοκ και να επιδιώκουμε τον ολοκληρωτικό διαχωρισμό δράσης από τις δυνάμεις του στο κίνημα είναι επίσης ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορούμε να κάνουμε στην παρούσα συγκυρία. Το λάθος αυτό γίνεται στη Θέση 10 όπου επικροτείται η μη επίσημη στήριξη δημοτικών ψηφοδελτίων όπως στο Χαλάνδρι και τη Δραπετσώνα όπου ο ΣΥΡΙΖΑ στήριζε δικούς μας επικεφαλής σχημάτων με ρίζες και ενεργή συμμετοχή στα τοπικά κινήματα. Μια παρόμοια αδιέξοδη αντίληψη λανθάνει και για την παρέμβασή μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και διάφορες επαγγελματικές ενώσεις. Το ότι σωστά θεωρούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δε μπορεί να αλλάξει «από τα μέσα» και να αποτρέψει την αστική του ενσωμάτωση, δε σημαίνει ότι ο διαχωρισμός είναι η σωστή τακτική για να φέρουμε κοντά μας τους πολύ αξιόλογους αγωνιστές που είναι ακόμα στις γραμμές του.

Ενώ γενικά αναγνωρίζεται ότι η αδυναμία πολιτικής συσπείρωσής μας εντείνεται από εκλογικές πιέσεις στον αριστερό κόσμο να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ ώστε να φύγουν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ («σε εκλογές με έντονα πολιτικά διλήμματα δεν κατορθώνουμε να πείσουμε το υπαρκτό δυναμικό»), αδυνατούμε να ανοίξουμε κάθε ουσιαστική συζήτηση σχετικά με ποια πρέπει να είναι η χρήση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών από την επαναστατική αριστερά. Η – ήδη λανθασμένη[2]θέση 47 που εγκρίθηκε στην τελευταία Συνδιάσκεψη έλεγε ότι «μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική δεν περνάει μέσα από τη συμμετοχή στη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας». Εδώ αφήνεται ανοιχτό για συζήτηση το τι ακριβώς σημαίνει «καπιταλιστική κυριαρχία»: ιδεολογική ηγεμονία στην κοινωνία; κυριαρχία στις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις; διατήρηση ελέγχου από το κεφάλαιο της ίδιας της κυβέρνησης ή/και του βαθιού κράτους; Είναι ξεκάθαρο σε όλους μας ότι η επαναστατική αριστερά δεν πρέπει να γίνει ουρά σε μια κυβέρνηση που ελέγχεται από το κεφάλαιο. Ωστόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, το κεφάλαιο να χάσει την ιδεολογική ηγεμονία και την κυβέρνηση αλλά να διατηρεί τον έλεγχο του βαθιού κράτους και οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής να παραμένουν κυρίαρχες. Σχετικά με ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν πρέπει να έχει θέση η επαναστατική αριστερά; Θα την ενδιέφερε να συμβάλει σε κάτι τέτοιο ή θέλει να πάει μόνο για την «ανόθευτη» επανάσταση α λα 1917;

Η Πολιτική Απόφαση που βασικά αποτύπωνε τη συζήτηση στη 2η Συνδιάσκεψη ήταν πιο προσγειωμένη απορρίπτοντας απλά τη ««φιλολαϊκή» κυβερνητική διαχείριση στα πλαίσια του ευρώ, της ΕΕ». Το τωρινό κείμενο της ΠΣΟ, όμως, επιχειρεί να κλείσει με συνοπτικές διαδικασίες οποιαδήποτε συζήτηση λέγοντας ότι «στο ζήτημα της κυβέρνησης, της εξουσίας και του κράτους» πρέπει να είμαστε «σε ρήξη με κάθε λογική διαχείρισης του αστικού κράτους». Ακόμα κι αν πρόκειται για συμμετοχή σε μια κυβέρνηση βασισμένη στον οργανωμένο λαό και την εργατική τάξη που θα προχωρούσε σε μαζικές εθνικοποιήσεις, προώθηση του εργατικού ελέγχου και έμπρακτη στήριξη των αιτημάτων των εργατικών αγώνων, αλλά και κοινωνικό έλεγχο στη νομισματική κυκλοφορία και το τραπεζικό σύστημα. Παραιτείται δηλαδή, η απόφαση του ΠΣΟ, από κάθε προσπάθεια να ενταθεί η αστική κυβερνητική κρίση που έχει φέρει την αστική τάξη στο σημείο να μη ξέρει πώς ακριβώς θα εξασφαλίσει μια κυβέρνηση που με στοιχειώδη κοινοβουλευτική νομιμοποίηση θα προωθεί την ατζέντα της. Παραιτείται από κάθε ενδεχόμενο, στον ταξικό πόλεμο θέσεων, να καταλάβει το κάστρο της κυβερνητικής εξουσίας ένα μέτωπο στο οποίο οι εργαζόμενοι να έχουν την ηγεμονία ή να είναι κοντά στο να την αποκτήσουν, όπως έχει συμβεί σε πολλά παραδείγματα ανά τον κόσμο (Ισπανία ’36, ανατολική Ευρώπη τέλη ’40, Κούβα ’59, Χιλή ’70, Πορτογαλία ’74, Βενεζουέλα ’99 κα.). Το επιχείρημα ότι τα εγχειρήματα αυτά απέτυχαν (ή μπορεί να αποτύχουν) δε στέκει, γιατί μέχρι στιγμής όλες οι απόπειρες για ουσιαστικό πέρασμα στο σοσιαλισμό έχουν αποτύχει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι εμπειρίες πρέπει να πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων. Τα λάθη που έγιναν σε κάθε μία από αυτές συνίστανται σε συγκεκριμένες επιλογές, αλλά όχι στην επιλογή να καταλάβουν εργατικές δυνάμεις την κυβερνητική εξουσία από τη στιγμή που μπορούσαν.

Η σαφήνεια και λειτουργικότητα της σύνδεσης των τακτικών δυνατοτήτων και της τακτικής μας με το στρατηγικό στόχο του κομμουνισμού και της αταξικής κοινωνίας δε διασφαλίζονται αποκλείοντας οποιαδήποτε στήριξη ή συμμετοχή σε κυβέρνηση με βάση το κοινοβούλιο. Αντιθέτως, απειλούνται από χαοτικές φράσεις όπως η παρακάτω που περιλαμβάνεται στην Απόφαση του ΠΣΟ: «Η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης θα ανοίξει το δρόμο για την επανάσταση, για τη διεκδίκηση και κατάκτηση της εξουσίας και της κυβέρνησης από τις μαχόμενες δυνάμεις των εργαζομένων και του λαϊκού κινήματος, τη σύγκρουση και τελικά τη συντριβή του αστικού κράτους». Τι ακριβώς είναι η «αντικαπιταλιστική ανατροπή» που προηγείται της «επανάστασης»; Έχουμε καταλάβει εμείς για να το εξηγήσουμε και στους άλλους; Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι η «αντικαπιταλιστική ανατροπή» αποκλείεται να γίνει και με εκλογές; Και όπως και να γίνει η «αντικαπιταλιστική ανατροπή» τι θα παράγει σαν πολιτικό αποτέλεσμα; Δε θα υπάρχει κυβέρνηση μετά από αυτή; Γιατί δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τη στηρίξουμε ή να συμμετέχουμε; Οι καπιταλιστικές σχέσεις που θα συνεχίσουν να υπάρχουν πώς περιμένουμε να αρχίσουν να αλλάζουν; Η ιστορία θα έπρεπε να μας έχει διδάξει ότι δε θα αλλάξουν αυτόματα με την «επανάσταση» κι ότι η επανάσταση δεν είναι μια διοικητική πράξη ή ένα ανακοινωθέν αλλά στην πραγματικότητα μια δυναμική και σχετικά μακρά διαδικασία.

Αν αυτή τη στιγμή δεν προτείνουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα στο λαό και δεν του πούμε ότι είμαστε έτοιμοι να μπούμε μπροστά στην εφαρμογή του κανείς δεν πρόκειται να μας πάρει στα σοβαρά. Οι θολές περιγραφές δομών της δυαδικής εξουσίας κυρίως όσο δεν έχουμε σοβαρή δυνατότητα οικοδόμησής τους δεν πρόκειται να πείσουν κανέναν και χωρίς πρόγραμμα και κεντρική πολιτική θέση απέναντι στα άμεσα πολιτικά επίδικα δεν πρόκειται να έχουμε ποτέ ούτε την αναγκαία «κρίσιμη» πολιτική μάζα για να μπορούμε να βάλουμε πλάτη στη οικοδόμηση δομών δυαδικής εξουσίας στην πράξη. Η σαφής πολιτική μας τοποθέτηση επί των κεντρικών πολιτικών ζητημάτων διευκολύνει ουσιαστικά τις συμπορεύσεις με τον κόσμο γύρω μας όχι μόνο σε κεντρικό επίπεδο αλλά και στους αγώνες της βάσης.

Πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι σε συνθήκες δραματικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος προτεραιότητα στη δράση μας στο κίνημα πρέπει να δίνεται στο να λύνονται προβλήματα επιβίωσης των εργαζομένων με βάση την ταξική αλληλεγγύη παρά να μένουν ατσαλάκωτες διάφορες «αμετακίνητες» συνδικαλιστικές θέσεις μας διατυπωμένες στην προ-μνημονιακή εποχή.

Συμφωνώ με τις περισσότερες διαπιστώσεις που γίνονται σχετικά με τη συνεδρίαση αυτή του ΠΣΟ στα κείμενα της ΑΡΑΝ και της ΑΡΑΣ. Θεωρώ εξαιρετικά εποικοδομητική την Πρωτοβουλία για την Αριστερή Συμπόρευση που έχει παρθεί από εκλεκτούς συντρόφους, πρωτοπόρους σε αγωνιστικό και θεωρητικό επίπεδο, που οι τελευταίες αποφάσεις του ΠΣΟ τους σπρώχνουν ακόμα πιο μακριά από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ την οποία οι περισσότεροι από αυτούς στήριξαν και στην οποία συμμετείχαν σε κρίσιμες στιγμές. Υπάρχουν επίσης κι άλλες δυνάμεις όπως o Σύλλογος διάδοσης της μαρξιστικής σκέψης – Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ, η ΚΟ Ανασύνταξη, η συλλογικότητα για την Επαναστατική Ενοποίηση, αλλά και σύντροφοι και ρεύματα μέσα στο ΝΑΡ που συνεχίζουν να προσανατολίζονται στην αναγκαιότητα συγκρότησης μετώπου με σαφές κυβερνητικό πρόγραμμα που να έχει ορίζοντα τη συμβολή στο πέρασμα στο σοσιαλισμό. Τέτοιες δυνάμεις υπάρχουν και μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ και ανενεργές ίσως και στο ΚΚΕ. Η μετωπική συμπόρευση πρέπει σταδιακά να απευθύνεται σε όλες αυτές τις δυνάμεις, αλλά φυσικά πρώτα και κύρια στους εργαζόμενους και την κοινωνία.

Σε όλες τις προεκλογικές τοποθετήσεις μου (παραδείγματα 1, 2) έθετα ως προτεραιότητες τη μετωπική συγκρότηση και την ανάγκη του να υπάρχει ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα που να μπορεί να γίνει και κυβερνητικό. Θα συνεχίσω να προσπαθώ να συμβάλω η κατεύθυνση αυτή να γίνει κτήμα στην επόμενη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Δυστυχώς, στην περίοδο που ανοίγει δε θα έχουμε πολλές ευκαιρίες ακόμη να κάνουμε τη διαφορά. Η κινηματική εργασιοθεραπεία από μόνη της δε μπορεί να δώσει προοπτική και να μας βγάλει από τα αδιέξοδα. Χρειάζονται τομές στην τακτική μας αντίληψη και να πάμε πέρα από τα εσκαμμένα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………

[1] To 3ο bullet point στο σημείο 11 της απόφασης στερείται πολιτικής εντιμότητας: προσπαθούμε να αποτινάξουμε την ευθύνη για μια αποτυχία στην οποία δε μπορεί παρά να έχουν συμβάλει τουλάχιστον δύο πλευρές, εκ των υστέρων κριτική για «από τα πάνω» διαδικασίες από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους και προβολή ψευδών αιτιών για την αποτυχία (οι διαφωνίες πάνω στο ζήτημα της ΕΕ) http://www.antarsya.gr/node/2427

[2] Κριτική στη Θέση αυτή στη συμβολή μου στο Διάλογο πριν τη 2η Συνδιάσκεψη, σελ. 13 http://mygranma.files.wordpress.com/2013/05/syndiaskepsi-vassalos-big.pdf

Δημοσιεύθηκε στην pandiera.gr

Βήμα μπροστά για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αγώνας για την ανατροπή του μαύρου μετώπου -Αντώνης Δραγανίγος

Η απόφαση του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προχωρά σε μάχιμη αυτοκριτική και σε σχέδιο απάντησης στις νέες προκλήσεις

Το Πανελλαδικό Συντονιστικό Όργανο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ του περασμένου Σαββατοκύριακου 5-6 Ιούλη είχε μια αυτονόητα μεγάλη σημασία. Μετά από μια περίοδο με μεγάλα γεγονότα και εξελίξεις κλήθηκε να κάνει μια βαθύτερη αποτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων που αποτυπώνεται στην ελληνική κοινωνία, όπως αυτός καταγράφηκε και στο εκλογικό αποτέλεσμα των πρόσφατων τριπλών εκλογών, να δει με συλλογικό και αυτοκριτικό τρόπο τα σημαντικά προβλήματα που αναδείχτηκαν στην παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να «τοποθετήσει» τον ρόλο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέσα στις πολιτικές εξελίξεις και την Αριστερά, να χαράξει πρωτοβουλίες για το ερχόμενο χρονικό διάστημα.

Οι αποφάσεις του ΠΣΟ κινούνται σε θετική κατεύθυνση. Μπορούν να αποτελέσουν οδηγό δράσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το ερχόμενο διάστημα και να οδηγήσουν το μέτωπο μέχρι την 3η Συνδιάσκεψη, που οπωσδήποτε θα συζητηθούν πιο βαθιά και ολοκληρωμένα τα προβλήματα της τακτικής και της στρατηγικής μας αυτήν την περίοδο.

Βάση της τακτικής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το ερχόμενο διάστημα είναι η εκτίμησή της για τον συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώνεται στην ελληνική κοινωνία στην σύγκρουση ανάμεσα στις αστικές πολιτικές δυνάμεις και το εργατικό και λαϊκό κίνημα και τις δυνάμεις της ανατροπής. Η απόφαση εκτιμά ότι «..παραμένει ενεργή η βαθιά πολιτική κρίση, σαν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής καταστροφής από τα μνημόνια αλλά και του εργατικού και λαϊκού ξεσηκωμού του προηγούμενου διαστήματος»… Ωστόσο «παρά το σημαντικό πλήγμα ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας που έχει δεχτεί το πολιτικό σύστημα, η πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης δεν έχει πληγεί στρατηγικά

Αυτός ο συσχετισμός τροφοδοτείται από τις σοβαρές δυσκολίες και την «υποχώρηση της εξεγερσιακής δυναμικής του κινήματος», παρά τους ηρωικούς αγώνες που έγιναν τα δύο τελευταία χρόνια και συνεχίζονται, από την διαρκή δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ και την στάση του ΚΚΕ, αλλά και από τις ανεπάρκειες της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Αντίστοιχα μέσα στην Αριστερά, η λογική της «ανακούφισης» μέσω της κυβερνητικής εναλλαγής, χωρίς να θιγούν οι βασικές συντεταγμένες της κυρίαρχης πολιτικής έχει το προβάδισμα μέσα στο πλατύ αριστερόστροφο, αντιμνημονιακό ρεύμα, όμως η ηγεμονία αυτή δεν είναι σταθεροποιημένη, καθώς σημαντικά τμήματα εργαζομένων, ιδιαίτερα ανάμεσα στις μαχόμενες δυνάμεις του κινήματος και ευρύτερο λαϊκό-εργατικό κόσμο, δεν αποδέχονται την διαρκή δεξιόστροφη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ. Διαμορφώνεται ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της βάσης που ψάχνει λύσεις και ρήξεις ανατρεπτικές και αντικαπιταλιστικές, τμήμα με το οποίο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να επιδιώξει να βρεθεί σε κοινούς αγώνες.

Τέλος και το αποτέλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σφραγίζεται ακριβώς από μια δυνατότητα και ένα όριο. Από την μια το «αποτέλεσμα των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών έδειξε ότι υπάρχει ένα ευρύτερο ρεύμα, που στον έναν ή τον άλλο βαθμό αντιμετωπίζει θετικά την ανάγκη για μια μετωπική αντικαπιταλιστική Αριστερά», αλλά από την άλλη το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δείχνει ότι το αντικαπιταλιστικό/επαναστατικό ρεύμα είναι πολιτικά ασταθές και ευάλωτο, πράγμα που αντανακλά κυρίως τις αδυναμίες μας στην συγκρότηση του κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Η υποχώρηση στα εκλογικά διλήμματα είναι αποτέλεσμα της χαμηλής κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης του ρεύματός μας και όχι αιτία.

Αυτή η διαλεκτική και αντικειμενική καταγραφή του συσχετισμού δυνάμεων μας βοηθάει να αποφύγουμε τόσο μια «γραμμική αισιοδοξία», όσο και την «ισοπεδωτική απαισιοδοξία» που τελικά καταλήγει σε απογοήτευση, υποχωρήσεις και χάσιμο ευκαιριών. Το τρίπτυχο «πλήγμα στο αστικό πολιτικό σύστημα, αλλά όχι στρατηγικό», «κυριαρχία του ρεύματος της ”ανακούφισης” χωρίς σύγκρουση, αλλά όχι σταθεροποιημένη», «εμφάνιση με μαζικούς όρους μιας αντικαπιταλιστικής δυνατότητας, αλλά ασταθούς και ευάλωτης», δείχνει και το που πρέπει να προσανατολίσει την δράση της η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Πράγματι όπως εκτιμά η Απόφαση του ΠΣΟ «όσο η πολιτική κρίση και ο κλονισμός της αστικής γραμμής, δεν ολοκληρώνονται σε μια ριζική και μαζική αντιπρόταση από την πλευρά της εργατικής τάξης, σε ρήξη με τις κεντρικές πολιτικές επιλογές του κεφαλαίου και τελικά το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, η κρίση των κυβερνήσεων και των κυρίαρχων αστικών κομμάτων δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε αντικαπιταλιστική-επαναστατική κατεύθυνση, αλλά θα βρίσκει άλλες ακόμα και αντιδραστικές διεξόδους».

Με βάση αυτή την γενική διαπίστωση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παλεύει για την εισβολή του λαϊκού παράγοντα μαζικά στο προσκήνιο με στόχο την ανατροπή του μαύρου μετώπου κυβέρνησης, κεφαλαίου, ΕΕ, και την ριζική αλλαγή πολιτικής και όχι απλά κυβερνητικού διαχειριστή. Στόχευση που βρίσκεται στον αντίποδα των αστικών επιδιώξεων για την «πολιτική σταθεροποίηση» του συστήματος μέσα από την διαιώνιση των καθαρών υπεραντιδραστικών μνημονιακών δυνάμεων και των κυβερνήσεων τους ή μέσα από μια «από τα πάνω», πλήρως ελεγχόμενη εναλλαγή με την συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ.

Η πάλη για την ανατροπή του μαύρου μετώπου κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ και της κυβερνητικής τους «χούντας» συμβαδίζει με την σαφή θέση για την πολιτική και κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. «Η επαναστατική Αριστερά αρνείται τη συμμετοχή, τη στήριξη ή την ανοχή σε κυβερνήσεις στο πλαίσιο της διαχείρισης του καπιταλισμού και της Ε.Ε και συνεπώς αρνείται συμμετοχή και κριτική στήριξη στην πολιτική και κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ». Παλεύει για την ήττα μέσα στο κίνημα και τους αγώνες της λογικής της «ρεαλιστικής προσαρμογής» των στόχων, της υποταγής στην μνημονιακή «νομιμότητα» (βλέπε και στάση της αριστεράς στον αγώνα της ΔΕΗ), στην κοινοβουλευτική αναμονή. Στο ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης με πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ, η αντικαπιταλιστική Αριστερά θα είναι δύναμη αριστερής εργατικής αντιπολίτευσης. Θα συμβάλλει στην πάλη για την απόσπαση και την επιβολή κατακτήσεων από ένα ισχυρό και με προωθημένα αιτήματα μαζικό λαϊκό και εργατικό κίνημα… Θα συμβάλλει στην ανάπτυξη αυτοτελών οργάνων εργατικής – λαϊκής πάλης κι επιβολής της λαϊκής θέλησης, με σημαία την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης, σε σύγκρουση με τις αντιδραστικές δυνάμεις, ή τους φασίστες, υπερασπιζόμενη απ’ αυτή τη σκοπιά κάθε κατάκτηση του κινήματος.

Κρίσιμοι κόμβοι για την ανατροπή της επίθεσης και συνολικά των σχεδίων αστικής σταθεροποίησης, την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο κίνημα και την αριστερά, το άνοιγμα του δρόμου προς την αντικαπιταλιστική ανατροπή είναι:

Η τομή στο κίνημα, η οικοδόμηση ενός «κινήματος ανατροπής», με έμφαση στην ανάπτυξη του περιεχομένου των αγώνων, ώστε να γειώνεται το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα στις ανάγκες και τα άμεσα αιτήματα της εργατικής τάξης και του λαού. Με άνοδο της απαιτητικότητας των εργαζόμενων για να πάρουν πίσω ότι τους έκλεψαν, ενάντια στον «ρεαλισμό» των ορίων που βάζουν το κεφάλαιο και η ΕΕ, και αποδέχεται η συνδικαλιστική γραφειοκρατία αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ. Με άνοδο της αποφασιστικότητας και αγώνες μέχρι την νίκη. Με τομή στην από κάτω οργάνωση και τον συντονισμό τους. Με ενοποίηση γύρω από κομβικούς στόχους κάτω από το σύνθημα «να φύγουν όλοι κυβέρνηση, τρόικα, ΕΕ, κεφάλαιο, δεν φεύγουν αν δεν τους διώξουμε».

Τα βήματα στην συγκρότηση του μετώπου-πόλου των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς και των δυνάμεων της ανατροπής και από αυτήν την σκοπιά στην μετωπική συμπόρευση και την κοινή πολιτική παρέμβαση των αντικαπιταλιστικών – αντιιμπεριαλιστικών – αντιΕΕ δυνάμεων. Κρίκος της συνέχισης αυτής της προσπάθειας είναι οι χιλιάδες αγωνιστές που συμπαρατάχθηκαν με τα αριστερά αντικαπιταλιστικά σχήματα στις πρόσφατες εκλογές, οι «φυσικές πρωτοπορίες των αγώνων» αλλά και δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές με τους οποίους βρεθήκαμε σε διάλογο το προηγούμενο διάστημα.

Η αναβαθμισμένη κοινή δράση όλων των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς που μπορούν να αποτελέσουν την ραχοκοκαλιά της εργατικής – λαϊκής αντεπίθεσης. Όλοι πρέπει να μπουν μπροστά στις ευθύνες τους: ο κόσμος του κινήματος, οι δυνάμεις του ΚΚΕ, οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ που δεν συμφωνούν με την δεξιά προσαρμογή, για να οικοδομείται το αντίπαλο δέος στην υπεραντιδραστική επίθεση του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού.

Με την απόφαση καθορίζονται συγκεκριμένα μέτωπα και δρόμοι για την υπηρέτηση αυτών των κατευθύνσεων.

Όμως το πιο σημαντικό κομμάτι της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων είναι η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η απόφαση του ΠΣΟ περιλαμβάνει μια σοβαρή και μαχόμενη αυτοκριτική για όλες της αδυναμίες και τα αρνητικά φαινόμενα που αναδείχτηκαν στην παρέμβασή μας στις πρόσφατες εκλογικές μάχες. Σπάνια ένας πολιτικός χώρος αναδεικνύει με τέτοιο θαρραλέο και ανοιχτό τρόπο τις αδυναμίες του. Είναι δείγμα της επαναστατικής φυσιογνωμίας και της ζωτικότητας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η μαχόμενη κριτική και αυτοκριτική δεν γίνεται για να υπάρξει «ξεκαθάρισμα» λογαριασμών, αλλά για να ενισχυθεί ο στρατηγικός επανεξοπλισμός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ιδιαίτερα γύρω από τα κρίσιμα κυβέρνηση-κράτος-εξουσία, την σχέση τακτικής-στρατηγικής, τη δημοκρατική επανεκκίνηση με την αντιμετώπιση και των άλυτων οργανωτικών ζητημάτων της προηγούμενης συνδιάσκεψης, την οργανωτική της ανάπτυξη, τη συντροφικότητα χωρίς στεγανά και άγονες μάχες.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει αποδείξει ότι έχει το βάθος, τις κοινωνικές αναφορές και τα ιδεολογικά εφόδια να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις. Αυτό πρέπει να κάνει και τώρα. Γιατί η ύπαρξή της αποτελεί μια παρακαταθήκη για το λαϊκό κίνημα και την αριστερά. Και αυτό θα κάνει.

Αντώνης Δραγανίγος, μέλος της Κ.Σ.Ε. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εφημερίδα ΠΡΙΝ, 13/7/2014

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι ‘’προτάσεις εξουσίας’’– Παναγιώτης Μαυροειδής

Στα πέτρινα χρόνια, στην αυγή του 90, αλλά και αρκετά χρόνια μετά, οι κατά καιρούς σχηματισμοί της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς (Μαχόμενη Αριστερά, ΜΕΡΑ, αλλά και άλλες παράλληλες προσπάθειες), συγκέντρωναν το ενδιαφέρον πέντε έως δέκα χιλιάδων ανθρώπων και την εκλογική στήριξη περίπου δέκα έως είκοσι χιλιάδων ψηφοφόρων.

Ποια ήταν η ‘’αξία χρήσης’’ αυτών των μπουσουλημάτων στα αγκάθια εκείνης της δύσκολης περιόδου; Ένας περιορισμένος κύκλος αγωνιστών παρακολουθούσε μια απόπειρα επανατοποθέτησης του κομμουνιστικού προτάγματος, σε συνθήκες σύνθλιψής του από τα κινεζικά τανκς στην Τιεν Αμέν και ταφής του από τις πέτρες του καταρρέοντος Τείχους του Βερολίνου. Ήταν μια στάση αντίστροφη στο βασικό ρεύμα: την απόλυτη προσχώρηση της αριστεράς στην αστική στρατηγική σε Ελλάδα και Ευρώπη. Τόσο, άμεσα πολιτικά, με τις συγκυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ, όσο και ιδεολογικά με την κυριαρχία των ιδεολογημάτων του ‘’σοσιαλισμού της αγοράς’’, του ευρωπαϊσμού και της κήρυξης του ‘’τέλους των αφηγήσεων’’ επαναστατικής χειραφέτησης.

Αυτή η πολιτική παρακολούθηση και αναιμική στήριξη, δεν περιείχε κάποιας μορφής προσμονή ή απαίτηση από την αντικαπιταλιστική αριστερά, σε σχέση με την τρέχουσα πολιτική πάλη, ούτε είχε κάποιο πολιτικό ‘’δια ταύτα’’ για ευρύτερες μάζες εργαζομένων. Ήταν περισσότερο η στήριξη στο δικαίωμα ενός ρεύματος σκέψης να ‘’ανασαίνει με καλάμι’’ και ‘’μετά βλέπουμε’’. Και ίσως να μας αρκούσε αυτή η ενθάρρυνση.

Σήμερα, δεν είμαστε σε αυτή την κατάσταση. Την ΑΝΤΑΡΣΥΑ την γνωρίζει η συντριπτική πλειοψηφία των ενεργών πολιτικά πολιτών σε όλη την Ελλάδα. Όχι μόνο χάρη και κυρίως στο θελκτικό της όνομα: εκατοντάδες χιλιάδες αριστερών και κομμουνιστών, που κατά βάση ακολουθούν και έχουν ως αναφορά το ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ, γνωρίζουν, ενδιαφέρονται, κρίνουν, έχουν γνώμη και απαίτηση για ότι διακηρύσσει, κάνει ή δεν κάνει η αντικαπιταλιστική αριστερά.

Στο σύντομο χρόνο ζωής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ένας μεταβλητός αριθμός από αυτή τη στεφάνη, την στηρίζει και εκλογικά, δίνοντάς της κατά περίπτωση 20, 75, 30, 130 ή 45 χιλιάδες ψήφων σε γενικές εκλογικές κάλπες και σημαντικότατη υποστήριξη σε εκλογές συνδικάτων, φοιτητικών συλλόγων ή αλλού.

Οι ίδιοι οι κομματικοί σχηματισμοί της κοινοβουλευτικής διαχειριστικής και ρεφορμιστικής αριστεράς, δεν μπορούν να αγνοήσουν την ευρεία αναζήτηση για ένα τρίτο πόλο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πότε πολιορκεί με ‘’επιθέσεις φιλίας’’, πότε εξορκίζει τα ‘’αριστερά γκρουπούσκουλα’’. Το ΚΚΕ σε μόνιμη πλέον βάση φροντίζει να στήνει υγειονομικές ζώνες γύρω από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με μια ακατάσχετη συκοφάντηση, αχρείαστη για ένα ρεύμα υποτίθεται μικρής εμβέλειας.

Όποια κριτική τοποθέτηση και αν έχει κανείς απέναντι στο μετωπικό εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αναγνωρίζει αυτή την ποιοτικά νέα κατάσταση, που δείχνει τις μεγάλες δυνατότητες, μαζί με την αστάθεια και την έλλειψη συνεκτικότητας σε αυτό το πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα. Για να φτάσουμε εδώ, ας μην το ξεχνούμε, έπαιξαν τεράστιο ρόλο εκείνα μπουσουλήματα των ‘’πέτρινων χρόνων’’, έμπλεα συχνά με το συναίσθημα της πολιτικής μοναξιάς και της περιθωριοποίησης.

Έχει όμως τον ίδιο χαρακτήρα το ‘’κοίταγμα’’ προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα, σε σχέση με αντίστοιχες απόπειρες του παρελθόντος; Υπάρχουν κοινά στοιχεία, εντοπίζονται όμως και πολύ μεγάλες διαφορές.

Οπωσδήποτε η διακήρυξη μιας κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης σήμερα, η αναζήτηση ενός σύγχρονου επαναστατικού κομμουνιστικού προγράμματος, έχει μια διαφορετική νομιμοποίηση , σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και τέλους των βεβαιοτήτων για την αιωνιότητα του καπιταλισμού.

Το κυριότερο ωστόσο ενδιαφέρον, είναι άμεσα πολιτικό: Η αντικαπιταλιστική πολιτική, αναγνωρίζεται πλέον, όχι ως μια εξωτική ιδεολογική αναφορά ταυτότητας, αλλά ως ένα εν δυνάμει στοιχείο, ένας πιθανός άξονας, μιας πολιτικής διεξόδου από το περιβάλλον της κοινωνικής καταστροφής που επέβαλλε η αστική τάξη στην Ελλάδα, μαζί με την τρόικα και την ΕΕ, ειδικά μέσω των μνημονίων.

Η ίδια αλλαγή ματιάς των εργαζομένων αφορά φυσικά και το ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Το ερώτημα ‘’και τι εσείς μπορείτε να πείτε και να κάνετε τώρα, που ξεθεμελιώνονται τα πάντα;’’, διαμόρφωσε νέους συσχετισμούς και όρισε νέους ρόλους σε αυτούς τους σχηματισμούς.

Αυτή η ‘’χρήση’’ των κομμάτων και πολιτικών ρευμάτων από μεριάς του ευρύτερου εργατικού λαϊκού παράγοντα και ειδικότερα μιας πολιτικής και κινηματικής πρωτοπορίας του, θέτει επί τάπητος την ανάγκη μιας νέας φυσιογνωμίας, μιας νέας οργανωτικής συγκρότησης και ενός άλλου τύπου πολιτικής και ιδεολογικής παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς.

‘’Ποια είναι η διέξοδος που προτείνεται λοιπόν, εδώ και τώρα;’’ Είναι το πιεστικό πολιτικό ερώτημα που κλονίζει νυσταλέους πολιτικούς προγραμματισμούς και γραφειοκρατικές ιεραρχήσεις.

Πρέπει να υποδεχτούμε αυτή την αναστάτωση, μαζί με όλους τους κινδύνους και τις ανατροπές που εγκυμονεί. Στο κάτω κάτω διεκδικούμε μια επαναστατική στάση στα πράγματα και όχι την ακινησία. Στην πραγματικότητα, έχουμε μπει απροειδοποίητα και όχι συνειδητά, βίαια και απότομα σε ένα διάλογο και αναζήτηση με τριπλό ερώτημα ή -πιο σωστά- με τρείς αγνώστους παραμέτρους που ορίζουν το ερώτημα της ‘’διεξόδου’’ και της ‘’απάντησης’’: Τι ανατρέπουμε; Πως το πετυχαίνουμε αυτό; Με Τι το αντικαθιστούμε, σε Ποιο Δρόμο βαδίζουμε στη συνέχεια;

Με κίνδυνο απλοποίησης μπορούμε να πούμε ότι η ‘’αξία χρήσης’’ της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στα ‘’πέτρινα χρόνια’’ έως και την έλευσης του κύματος της καπιταλιστικής κρίσης, περιοριζόταν στο δίπολο: Από τη μια, αγωνιστική, έντιμη, κινηματική στάση. Από την άλλη, ιδεολογική αναζήτηση και ταυτοτική/πολιτισμική αναφορά σε ένα επαναθεμελιωμένο κομμουνισμό ή σε κάτι πέρα από τον καπιταλισμό.

Μη βιαστεί κανείς να απαξιώσει αυτές τις πλευρές. Στο κάτω κάτω, κάτι λέει το γεγονός, ότι ακριβώς αυτές ήταν οι λέμβοι σωτηρίας και επιβίωσης σε συνθήκες καθολικού ναυαγίου και ενσωμάτωσης της διαχειριστικής αριστεράς σε Ανατολή και Δύση.

Σήμερα ωστόσο, αυτή η φυσιογνωμία πρέπει να βαθύνει και να κυριαρχηθεί από τις ανάγκες της περιόδου, αλλά και της νέας εποχής του καπιταλισμού. Απαιτείται μια νέα στρατηγική φυσιογνωμία. Που θα ‘’αποδεικνύεται’’, θα δοκιμάζεται, θα διεκδικείται, θα αναπλάθεται μέσα στην πολιτική παρέμβαση για την ανακοπή και ανατροπή της καπιταλιστικής επίθεσης και την αντεπίθεση του κόσμου της εργασίας.

Έχει πλέον σημασία τι λέμε για το κάθε τι. Από τον τρόπο καθολικής αντιμετώπισης της ανεργίας με γιγαντιαίο πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων και τον τρόπο εργατικού ελέγχου και αυτοδιεύθυνσης μιας επιχείρησης, έως την τουριστική βιομηχανία και τη νέα τεχνολογία στις επικοινωνίες. Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, οφείλει να ανοίξει και να πλουτίσει ‘’προς τα κάτω’’, να συνδεθεί με κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, υπηρετώντας τα βασικά κριτήρια του.

Ο κόσμος προσέχει περισσότερο από πριν, τι κάνουμε και τι δεν κάνουμε. ‘’Να δω τι κάνεις, να καταλάβω τι πράγματι πιστεύεις’’…. Κάποια στιγμή ευρωβουλευτής της ΝΔ έλεγε σε μια εκπομπή: ‘’Αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακολουθούσε τις μισές μεθόδους ‘’εξωθεσμικής’’ παρέμβασης της Χρυσής Αυγής, όπως για παράδειγμα με το να μην αφήνει σε ησυχία μία επιχείρηση που κάνει απόλυση, τότε πιθανά να είχε και αυτή μια μεγάλη εκτόξευση’’. Ας το κρατήσουμε κάπου και αυτό.

Δεν ξεκινάμε όμως με ένα μηδενισμένο για χάρη μας πολιτικό χρόνο. Αντίθετα, έχουμε τις δεσμεύσεις κληροδοτημένων ορίων που πρέπει να σπάσουμε, ‘’αληθειών’’ και συσχετισμών εμπεδωμένων ως αιώνιων στη λαϊκή συνείδηση. Όποιος αφαιρείται από αυτό και φαντασιώνεται την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία και την εκλογική της διαδικασία ως μια ισότιμη αντιπαράθεση προγραμμάτων και απόψεων, κάνει μεγάλο λάθος.

Τα παραπάνω, συγκροτούν το υλικό μιας σκληρότατης μάχης μακράς πνοής και όχι μιας εκλογικής καμπάνιας. Εκεί μαζεύεις και μετράς. Δεν δημιουργείς…. Πρόκειται για μάχη σε όλα τα επίπεδα: Στο πεδίο του κινήματος και της ταξικής πάλης, Στις πολιτικές παρεμβάσεις, στην ιδεολογική πολιτική συγκρότηση. Και, φυσικά, στην διαμόρφωση ισχυρών υποκειμένων και ειδικά αυτού της κομμουνιστικής πρωτοπορίας.

Ακούγεται συχνά πυκνά: ‘’Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την εξυπνάδα και τη σοφία να βάλει θέμα εξουσίας. Έστω και με λάθος τρόπο και για αυτό επιβραβεύτηκε’’. Υποτίθεται ότι με αυτή τη μαγική κίνηση πήρε αξία, ενώ ταυτόχρονα απαξιώθηκε το ΚΚΕ (και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ) που δήλωσαν αδιαφορία. Αν και αυτοί έθεταν θέμα κυβέρνησης ή/και εξουσίας θα αποκτούσαν ‘’χρησιμότητα’’ για τον κόσμο που θέλει διέξοδο. ‘’Τώρα, δεν έχουν άλλο δρόμο, παρά να στηρίξουν ή να ανεχτούν την κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ’’, συμπληρώνεται ρητά ή υπαινικτικά.

Δεν στέκει αυτή η άποψη. Είναι προϊόν μεγάλης αφαίρεσης και σύγχυσης της σχέσης αιτίας-αιτιατού. Αποτελεί αντιστροφή της πραγματικότητας, ότι η πρόταση για μια αλλαγή κυβέρνησης και κυβερνητικού κόμματος, είναι μια πρωτοποριακή ιδέα, μέσα σε μια διαχρονική παράδοση όπου η αριστερά απλά ήθελε και περιοριζόταν στο ‘’κίνημα’’ και την ‘’αντιπολίτευση’’.

Το αντίθετο ισχύει: Δεν υπάρχει καμία ιστορική περίοδος που το ΚΚΕ να μην είχε στην πολιτική του κάποια πρόταση για άλλη κυβέρνηση ή/και εξουσία. Πότε την έλεγε ‘’κυβέρνηση της πραγματικής αλλαγής’’, άλλοτε ‘’κυβέρνηση αντιμονοπωλιακών δυνάμεων’’, σήμερα ‘’λαϊκή εξουσία και διακυβέρνηση’’. Κάποτε και ‘’κυβέρνηση κάθαρσης’’… Ο ΣΥΝ, διαχρονικά, όχι απλά πρόβαλε αλλά προέτασσε την πρόταση της ‘’αριστερής προοδευτικής κυβέρνησης’’. Την προβάριζε μάλιστα με συνεργασίες με το ΠΑΣΟΚ στην πλειοψηφία των Δήμων. Μα και πλείστες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις όλα τα χρόνια δεν ξεχνούσαν να κοτσάρουν στα λεγόμενά τους την πρόταση για μια ‘’κυβέρνηση εργατών και αγροτών’’. Η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μιλούσε και μιλάει, για ‘’πλούτο, εξουσία και κυβέρνηση, στα χέρια των εργαζομένων’’.

Πληθωρισμός ‘’προτάσεων εξουσίας’’ λοιπόν, αν μιλήσουμε με τυπικά κριτήρια. Το ποια επιλέγεται από όλες αυτές τις προτάσεις και πότε, είναι ένα αποτέλεσμα μιας ορισμένης αποτύπωσης των κοινωνικο-ταξικών μα και των πολιτικών ιδεολογικών συσχετισμών.

Ο προβληματισμός θα ξεδιπλωθεί με ένα τρόπο που ίσως ξενίσει: Όταν ο Αλέξης Τσίπρας έλεγε ότι ‘’για μας είναι καθαρό, η Ελλάδα ανήκει στη Δύση, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ’’, δεν το έκανε μόνο για να δώσει διαπιστευτήρια στο κατεστημένο, αλλά γιατί γνώριζε πως αυτό αποτελεί μια παραδοχή στον περιβόητο ‘’μέσο και μεσαίο’’ πολίτη. Σε ένα κόσμο που ξεκινάει με ένα προβληματισμό του τύπου ‘’το γεωστρατηγικό και κοινωνικό πλαίσιο που είμαστε δεμένοι, δεν ανατρέπεται και όποιος βγαίνει από αυτό μπαίνει σε περιπέτειες αλληλοσφαγής όπως σε Αίγυπτο, Λιβύη, Συρία ή Ουκρανία’’, έδινε μια απάντηση: ‘’Εμείς δεν αναζητούμε τυχοδιωκτισμούς. Έχουμε κάποιες λύσεις ανακούφισης, μέσα στο υπάρχον πλαίσιο’’.

Η ‘’πρόταση εξουσίας’’ λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ουδέτερη, δεν είναι απαλλαγμένη από ένα συγκεκριμένο προγραμματικό σκληρό περιεχόμενο, ούτε της λείπει η κατεύθυνση παρέμβασης στην υπάρχουσα κοινωνική συνείδηση.

Προγραμματικά, μιλώντας με αυστηρούς πολιτικούς όρους, είναι μια εναλλακτική μεν, συστημική όμως πρόταση, που προϋποθέτει ότι μένουν απείραχτα τα καθεστωτικά όρια της αστικής κυριαρχίας και της ιμπεριαλιστικής ληστείας, ενώ διεκδικεί ή υπόσχεται κάποιες βελτιώσεις για τον ‘’πιο φτωχό κόσμο’’. Πόσο προκλητικό είναι να παρουσιάζεται, εκ του αντιθέτου, ως διχαστικός ο προβληματισμός που θέτει η αντικαπιταλιστική αριστερά για έξοδο από το συστημικό πλαίσιο, έναντι υποτίθεται μιας ενωτικής πρότασης, που δήθεν δε μιλάει για αυτό! Μιλάει και παραμιλάει, μόνο που το αποδέχεται.

Πολιτικά και τακτικά, είναι μια συντηρητική πρόταση καθώς τις συντηρητικές τάσεις μέσα στον κόσμο, δεν τις θεωρεί πρόβλημα προς αναίρεση, μέσω της ριζοσπαστικοποίησης, αλλά αρετή προς αξιοποίηση. Παρουσιάζεται και ως μια ‘’δημοκρατική’’ πρόταση, μιας και ‘’αυτά θέλει ο κόσμος! Θα τον αλλάξουμε μήπως;’’. Πρόκειται για μια σοφιστεία που δεν ταιριάζει σε αριστερούς και κομμουνιστές. Αν δεν μπορείς, σε μια φάση, να αλλάζεις τα άσχημα πράγματα, δεν είναι ανάγκη να σε αλλάζουν αυτά γινόμενος όμοιός τους. Αυτό το κάνει μόνο αυτός που θεωρεί την πολιτική αυτοσκοπό για επίτευξη ρόλου στη διαχείριση και ‘’αναγνώριση’’ και όχι ως χειραφετητική διαδικασία. Η αριστερά που κάνει το πρώτο δεν είναι η δική μας αριστερά.

Ας έρθουμε όμως και πάλι στα δικά μας. Πως βλέπουν οι εργαζόμενοι την ‘’πρόταση εξουσίας’’ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ;

Ο κόσμος λίγο ως πολύ θεωρεί την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μια δύναμη επαναστατική και έξω από τον καπιταλισμό. Η ίδια μιλάει για αντικαπιταλιστική ανατροπή, δηλαδή για την επιβολή ενός προγράμματος ανταπόκρισης στις ζωτικές ανάγκες της εργατικής τάξης και της κοινωνικής πλειονότητας σε κόντρα και με ανατροπή του καπιταλιστικού πλαισίου και των αξιών του. Χοντρικά, ως δρόμο για αυτό προτείνει τον μαζικό ανειρήνευτο εξωκοινοβουλευτικό αγώνα, με στόχο μια σύγχρονη εξουσία και κυβέρνηση του ξεσηκωμού και της επανάστασης που θα τσακίζει το αστικό κράτος και θα επιχειρεί μια σοσιαλιστική κομμουνιστική αναγέννηση της κοινωνίας.

Ποια είναι όμως η αποτελεσματικότητα και ποια τα όρια αυτής της πρότασης εξουσίας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς;

Κατά βάση, αυτό που συγκροτεί την γενική πολιτική επιρροή της αντικαπιταλιστικής και κομμουνιστικής αριστεράς, είναι σε στενή συσχέτιση με την ‘’πειθώ’’ των δομικών φυσιογνωμικών της στοιχείων. Κάθε πεποίθηση ότι θα κριθεί με κριτήρια άλλα από αυτά που χοντρικά την οριοθετούν ως δύναμη με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα είναι λαθεμένη. Δεν πρόκειται ποτέ να κοιτάξει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τα ίδια μάτια που θα έκρινε το ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ. Η εκτίμηση για την αγωνιστική συνέπεια, την ενωτική πρακτική ή για ένα διαφορετικό πολιτικό πολιτισμό, ασφαλώς και θα εκφράζεται όλο και πιο μαζικά σε εκλογικές αναμετρήσεις όπως σε συνδικάτα ή Δήμους. Η στάση όμως του κόσμου απέναντι σε μάχες κεντρικών πολιτικών ερωτημάτων θα καθορίζεται από το βαθμό συμφωνίας τους, αλλά και το βαθμό εμπλοκής του, με στρατηγικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά και πολιτικές πρακτικές της. Η αστάθεια στην εκλογική της επιρροή και ακόμη περισσότερο στην ιδεολογική της συνοχή δε σχετίζεται τόσο με ζητήματα τακτικής και συμμαχιών, όσο με τα θολά φυσιογνωμικά της χαρακτηριστικά. Αυτό είναι που καθρεφτίζεται και στην πολιτική της πρακτική και στην οργανωτική της αμορφία. Ίσως πιο σημαντική από τη χαμηλή εκλογική επίδοση στις πρόσφατες ευρωεκλογές, είναι η εικόνα που φαίνεται στις μετακινήσεις που αυτή κρύβει. Σύμφωνα τουλάχιστον με τις μετρήσεις των exit polls από τους (μόλις) 20.416 ψήφους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2012, μόνο ένα ποσοστό κοντά στο 40% ψήφισαν ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ευρωεκλογές του 2014 (κάτω από 8.000 ψηφοφόροι). Περίπου 6.000 (ή το 30% του συνόλου) μετακινήθηκαν προς το ΣΥΡΙΖΑ. Πως όμως προέκυψαν τότε οι 41.300 ψήφοι των ευρωεκλογών; Έχει ενδιαφέρον το ‘’αντίστροφο’’ κοίταγμα: Πάλι σύμφωνα με τα exit polls, η πρώτη πηγή, περίπου 15.000 προήλθαν από τον ΣΥΡΙΖΑ (!), κοντά στους 3.000 από το ΚΚΕ, ενώ υπήρξε σημαντική μετακίνηση και από άλλα ρεύματα, την αποχή ή το λευκό.

Κατά τη γνώμη μας, δε θα ήταν σωστό να ξεκινήσει κανείς από το αποτέλεσμα της στάσης απέναντι στις διάφορες ‘’προτάσεις εξουσίας’’, αλλά από το πλαίσιο που το διαμορφώνει και τις παραμέτρους που μπορούν να επηρεαστούν, ώστε το αποτέλεσμα αυτό να αλλάζει. Δε θα αποκτήσει αξία η κομμουνιστική αριστερά αν προσφέρει άμεσα ή έμμεσα, με αυτούς ή τους άλλους όρους, στήριξη ή ανοχή στην κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με τη ΔΗΜΑΡ, τους ΑΝΕΛ και τα υπολείμματα ΠΑΣΟΚ.

Αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι είναι σωστό το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή μια εξάντληση της πολιτικής παρουσίας της επαναστατικής αριστεράς σε μια αποδόμηση της πολιτικής στρατηγικής ΣΥΡΙΖΑ, χάνοντας το κύριο μέτωπο απέναντι στον ταξικό και πολιτικό αντίπαλο. Η στάση του ΚΚΕ είναι χαρακτηριστική για αυτό, όσο και λαθεμένη. Ούτε δίνει καμία διέξοδο μακροπρόθεσμα να αντιπαρατίθεται η κινηματική αγωνιστική δράση με την αναζήτηση μιας γενικής πολιτικής πρότασης και διεξόδου.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μακριά από λογικές ανύπαρκτων εύκολων δρόμων, πρέπει να ματώσει για αυτά που δίνουν ειδικό βάρος, που προσθέτουν έρμα, στην ‘’άμεση και απτή’’ πολιτική της πρόταση όπως την αντιλαμβάνεται ο ευρύς κόσμος.

Πως θα ζήσει ο λαός σε μια Ελλάδα της αντικαπιταλιστικής ανατροπής, έξω από τα όρια της μεγάλης ατομικής ιδιοκτησίας, του κέρδους και του ανταγωνισμού και σε ένα διεθνές πλαίσιο έξω από την ΕΕ; Ποιες κοινωνικές τάξεις και στρώματα, με ποιο ρόλο και με ποιες σχέσεις μεταξύ τους θα έχουν θέση σε αυτή την προοπτική; Πως μπορεί να ανασυγκροτηθεί η οικονομία και να δουλέψει με στήριξη και έλεγχο από τις δυνάμεις της εργασίας και το μαχόμενο επιστημονικό δυναμικό, σε ποιους τομείς και σε ποια σύνδεση με τον ευρύτερο διεθνή οικονομικό περίγυρο; Η ανάπτυξη του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και ‘’προς τα κάτω’’ με σύνδεση με τις άμεσες πιεστικές ανάγκες και ‘’προς τα πάνω’’ σε σύνδεση με την απάντηση στο ζήτημα της επανάστασης, είναι ζωτικό στοιχείο της δικής μας πρότασης εξουσίας. Αντίθετα, η απομάκρυνση από αυτή την προσπάθεια, αδυνατίζει το ρόλο και την προοπτική της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Πως κλονίζεται η λογική της ανάθεσης και της αναμονής, χωρίς μια αποφασιστική στροφή στη μαζική δράση, στο εργατικό κίνημα, σε νέες και παλιές μορφές οργάνωσης εργαζομένων, ανέργων, νέων, αγροτών και επιστημόνων; Πως αλλιώς θα επιβληθούν καταχτήσεις αν δεν ενισχυθεί αποφασιστικά το στοιχείο του μαζικού αγωνιστικού κοινωνικού εκβιασμού σε βάρος του κόσμου του κεφαλαίου και της κυβέρνησης και αν δεν αναπτερωθεί η συλλογική αυτοπεποίθηση; Η μαχητική δράση του εργατικού κινήματος και κυρίως, γενικότερα, μια παρατεταμένη και πολιτικά αναβαθμισμένη εργατική και λαϊκή αντιπολίτευση, είναι επίσης ζωτικό στοιχείο, βάθρο μα και προϋπόθεση της δικής μας πρότασης εξουσίας και όχι ξεπερασμένο βαρίδι του παρελθόντος όπως αλόγιστα λέγεται.

Πως μπορούν να υπηρετηθούν τα παραπάνω, χωρίς βήματα στην αποφασιστική, μαζική και δημοκρατική συγκρότηση της αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής αριστεράς στο ρόλο της πολιτικής ραχοκοκαλιάς μιας ευρύτερης κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης; Τα βήματα στην στρατηγική εμβάθυνση και ειδικότερα στην συσπείρωση και ενοποίηση σε ανώτερη βάση δυνάμεων κομμουνιστικής κατεύθυνσης, δεν αναιρούν αλλά ενισχύουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Την απαίτηση για ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο που θα δρα συνεκτικά και δημοκρατικά ως ενιαίος πολιτικός οργανισμός στηριγμένος στους αγωνιστές μέλη του, χωρίς ισορροπίες κορυφής και αποκλίνοντα σχέδια.

Αν όμως η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστά πράγματι πρόταση εξουσίας έξω από τη λογική του συστήματος, το ΚΚΕ αρκείται σε άμεσους οικονομικούς αγώνες ‘’χαμηλής έντασης’’ και η απήχηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι μικρή και ασταθής, πόσο δρόμο και πόσους κύκλους ανόδου-καθόδου έχει μπροστά του ο Σίσυφος;

Αν βλέπαμε έτσι τα πράγματα, δικαίως θα έπρεπε να κατηγορηθούμε ότι έχουμε μια τυπική γραμμική αντίληψη, ενώ στην πραγματικότητα η κοινωνική εξέλιξη κινείται βασικά με τομές και ασυνέχειες. Ακόμη χειρότερο λάθος θα ήταν να αποδίδαμε την ευθύνη για τους σημερινούς συσχετισμούς στον ‘’κόσμο’’ γενικά που ‘’είναι απρόθυμος, συμβιβασμένος και δε βάζει πλάτη’’.

Στην αγωνιστική έξαρση του 2010-2011 υπήρξε η δυνατότητα να τεθεί με πραγματικούς όρους επί τάπητος μια πρόταση ανατροπής και εξουσίας από τις μαχόμενες δυνάμεις της αριστεράς, με δυνατότητα να δημιουργηθούν συνθήκες γενικού ξεσηκωμού και εξέγερσης, στηριγμένης στην κινητοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και σε πρωτότυπα όργανα δράσης τους. Η κοινοβουλευτική αριστερά προτίμησε το κοινοβούλιο και τις αγορεύσεις εκεί. Μα και η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν διακρίθηκε για την απαιτητικότητα της και την ικανότητα να ενισχύσει τις πιο συγκρουσιακές τάσεις της περιόδου, παρά τα σωστά πολιτικά συνθήματα που έθεσε σε ότι αφορά τις προγραμματικές πολιτικές διεκδικήσεις.

Η αναφορά αυτή δε γίνεται μόνο και κυρίως για να επισημανθεί η προφανής αναντιστοιχία ανάμεσα στα μεγάλα λόγια ‘’προτάσεων εξουσίας’’ που περιορίζονται σε κυβερνητική εναλλαγή και στην πολιτική ατολμία εκείνη την ζεστή περίοδο να τεθεί το μαχαίρι στο κόκκαλο. Περισσότερο είναι για να καταδειχθεί η δυνατότητα να υπάρξουν τέτοιες πολιτικές καταστάσεις στο μέλλον, τις οποίες πρέπει να προετοιμάζουμε από τώρα, με στοχοπροσήλωση. Αυτονόητο είναι ότι αυτό αποτελεί τη σύμπτηξη του ευρύτερου δυνατού μετώπου και συμπόρευσης δυνάμεων. Μα άλλο τόσο κρίσιμο είναι η συνοχή αυτού του ρεύματος, σε μια μάχη που αποκτά όλο και πιο στρατηγικά χαρακτηριστικά και απαιτεί καθαρές κουβέντες και όχι μισόλογα και θολούρες στην αυλή της διαχείρισης και των αστικών θεσμών.


Διαβάστε σχετικά

Απόφαση της από 5-6/7/2014 Συνεδρίασης του Π.Σ.Ο.

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *