Έχοντας περιγράψει τα γνωστά και τραγικά αποτελέσματα της κρίσης πάνω στην εργατική τάξη (κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος, δραματική μείωση της απασχόλησης και αύξηση της ανεργίας, γήρανση και απομείωση του πληθυσμού, μετανάστευση) ο ΠΜ καταπιάνεται με τις «πραγματικές αιτίες της κρίσης» επισημαίνοντας σωστά ότι η ανίχνευσή τους και τα συμπεράσματα που μπορούν να βγουν από τη σχετική ανάλυση έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διέξοδο που οφείλει να υιοθετήσει και να προτείνει η (αντικαπιταλιστική) αριστερά και το λαϊκό κίνημα.
Για τον ΠΜ οι πραγματικές αιτίες της κρίσης δεν είναι βέβαια οι υψηλοί μισθοί, το υπερδιογκωμένο δημόσιο και η φοροδιαφυγή των πολλών, ούτε πρόκειται για φυσικό φαινόμενο που πλήττει όλους αδιακρίτως και για το οποίο είναι όλοι υπεύθυνοι σύμφωνα με την κατεστημένη προπαγάνδα. Μέχρι εδώ σωστά, αλλά κατόπιν ως πραγματικές αιτίες της κρίσης προβάλλονται δύο ειδών παράγοντες, α) οι υποκειμενικές ευθύνες της αστικής τάξης, δηλαδή κάποιου είδους κακοδιαχείριση (άχρηστα ολυμπιακά έργα, υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, χαμηλή φορολογία κεφαλαίου, εύκολος δανεισμός, διαφθορά) και β) η συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, η οποία μάλιστα λαθεμένα αναφέρεται ως υπεύθυνη για τη συσσώρευση του δημοσίου χρέους, καθώς στην πραγματικότητα είναι οι παράγοντες της πρώτης ενότητας αιτιών που είναι υπεύθυνοι γι αυτό, διογκώνοντας τις δημόσιες δαπάνες και συντελώντας στην υστέρηση των δημοσίων εσόδων.
Κατ’ αρχήν αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση, είναι κρίση που οφείλεται σε ιδιομορφίες και στρεβλώσεις του ελληνικού καπιταλισμού, στις δημοσιονομικές ανισορροπίες (έστω με υπεύθυνη την αστική τάξη) και στην άτυχη/μυωπική επιλογή της ένταξης στην ΕΕ και την ευρωζώνη από την οποία (δεν μπορεί παρά να) χάνουν και το (ελληνικό) κεφάλαιο και οι εργάτες. Αντίθετα, η καπιταλιστική κρίση (όρος που χρησιμοποιείται από ένα μέρος μόνο της αριστεράς, κυρίως της κομμουνιστικής) προκύπτει από την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας, από την ίδια τη φύση του κεφαλαίου σε εθνικό ή διεθνικό επίπεδο και είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμού των εξελίξεων στο βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης, της τεχνολογικής μεταβολής και των μακροχρόνιων δομικών μετασχηματισμών που συμβαίνουν στο εσωτερικό της, δηλαδή των τάσεων εκείνων που καθιστούν την κερδοφορία του κεφαλαίου ανεπαρκή για την ομαλή λειτουργία και αναπαραγωγή του συστήματος.
Εκεί όμως που το πράγμα ξεφεύγει εντελώς είναι όταν στην προσπάθεια του να απορρίψει (σωστά) τα σενάρια και επιχειρήματα για συναινετικές ταξικές πολιτικές διεξόδου από την κρίση, επειδή ορισμένα από αυτά είναι βασισμένα στην άποψη ότι το κεφάλαιο και η αστική τάξη είναι και αυτά θύματα της κρίσης ο ΠΜ δανείζεται με αδόκιμο τρόπο εμπειρικά επιχειρήματα από άλλους συγγραφείς που δίνουν έμφαση στην εξέλιξη της ανισότητας πλούσιων και φτωχών νοικοκυριών, στη διανομή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και όχι στη συνολική οικονομική εικόνα και την κατάσταση των κύριων κοινωνικών τάξεων. Με αυτόν τον τρόπο για να αποκρούσει τα επιχειρήματα της συντηρητικής πλευράς ότι όλοι πλήττονται από την κρίση και άρα η εργατική τάξη πρέπει να χάσει κι άλλο από το εισόδημά της, στην ουσία υιοθετεί τη λογική της διαχειριστικής αριστεράς ότι το πρόβλημα έγκειται απλώς στα χαμηλά εισοδήματα και την ανεπαρκή καταναλωτική δύναμη της εργατικής τάξης τη στιγμή που το κεφάλαιο και η αστική τάξη υποτίθεται ότι ευημερούν και ακμάζουν. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική το θεμελιώδες ζήτημα είναι αυτό της επαρκούς ενεργού ζήτησης και είναι ένα μικρό βήμα μόνο ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι με την ενίσχυση των μισθών και των κοινωνικών παροχών επιτυγχάνεται η έξοδος από την κρίση επ’ ωφελεία της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικά.
Είναι ένα θέμα το ότι το ελληνικό κεφάλαιο έχασε σχετικά λιγότερα από ότι η ελληνική εργατική τάξη (άρα απλώς δυνάμωσε την υπεροχή και τη σχετική του θέση στη διαμάχη κεφαλαίου-εργασίας, δεν είχαμε μια «δραματική ανατροπή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας» όπως γράφει ο ΠΜ) και εντελώς διαφορετικός ο ισχυρισμός ότι δεν έχασε και αυτή από την κρίση και μάλιστα σε σημαντικό βαθμό. Όταν όμως ο ΠΜ προσπαθεί να δείξει εμπειρικά ότι η εργατική τάξη έχασε αλλά το κεφάλαιο κέρδισε από την κρίση (με παράθεση στοιχείων από τον Η. Ιωακείμογλου και τον Λ. Τσουλφίδη) το επιχείρημα έχει να κάνει και τις δυο φορές με την εξέλιξη του λόγου κερδών-μισθών και όχι με τα κέρδη καθ’ εαυτά όπως έχει κάνει προηγούμενα με τους μισθούς οι οποίοι όντως έχουν μειωθεί σημαντικά μαζί με την απασχόληση.
Γράφει ο ΠΜ «Στο ίδιο διάστημα, στην αντίπερα κοινωνική όχθη, η κίνηση είναι αντίθετη. Έτσι, το διαθέσιμο εισόδημα των εταιρειών υπολογισμένο μετά τους φόρους επί των κερδών και της περιουσίας, ως προς τις αμοιβές εργασίες, αυξήθηκε κατά 38%. Επίσης ο λόγος μικτών κερδών ως προς τις αμοιβές εργασίας στις εταιρείες, αυξήθηκε κατά 29% την ίδια περίοδο. (Στοιχεία από Ηλίας Ιωακείμογλου «Παραμένει ηγετική δύναμη η αστική τάξη;” και Λευτέρης Τσουλφίδης «Εισοδηματικές Ανισότητες και Οικονομική Κρίση”)» Με αυτόν τον λαθεμένο τρόπο ο ΠΜ εξάγει το συμπέρασμα ότι το κεφάλαιο κέρδισε σε απόλυτους όρους από την κρίση γράφοντας ότι, «Συνεπώς, οι δυνάμεις του κεφαλαίου που ευθύνονται για την κρίση, όχι μόνο δεν πλήρωσαν γι’ αυτή, αλλά αντίθετα ωφελήθηκαν κιόλας».
Η συνέχεια του άρθρου στο συνημμένο αρχείο