Αναμνήσεις από τον εμφύλιο πόλεμο και τον Δημοκρατικό Στρατό Πελοποννήσου


Σημειώσεις– Αναμνήσεις Τάσου Γεωργούλια
Η δημοσίευση των σημειώσεων και αναμνήσεων του αγωνιστή της εθνικής αντίστασης και του κομμουνιστικού κινήματος Τάσου Γεωργούλια αποτελεί χρέος και μικρή συμβολή στην ιστορική μνήμη και στο κράτημα του νήματος των επαναστατικών παραδόσεων του λαού μας. Για πολλούς, ο Τάσος, μα και ο σκοτωμένος στη μάχη της Βλασίας αδελφός του Φώτης, όπως και ο Τάκης, ο Ελισσαίος και τόσοι άλλοι ακόμη, ήταν και είναι τόσο κοντινοί σα συγγενείς και συγχωριανοί όσο και μακρινοί, ”φευγάτοι”, σαν στρατευμένοι σε μεγάλα και ”άπιαστα” οράματα.

Η μικρή Κωστομέρα της ορεινής Ολυμπίας, ήταν ένα διαρκές θέατρο επιχειρήσεων για την εθνική αντίσταση μα και για τη δράση του ΔΣΕ, μέχρι τέλους. ”Το τελευταίο καταφύγιο των κυνηγημένων ανταρτών του ΔΣΕ -αναφέρει κάπου ο Γιώργος Μαργαρίτης- ήταν οι χυλοπίτες των γυναικών της Κωστομέρας, που μέσα στα ρέματα συνέχιζαν να εκτελούν αόγγυστα το καθήκον τους”. Αλλά αποτελούσε και τόπο δημιουργικής ανάτασης για φτωχούς και συχνά αγράμματους ανθρώπους.

Οι επόμενες γενιές, μετά την ήττα του 1949, ζούσαν κάτι το αλλόκοτο: Την υποχρεωτική σιωπή αυτών που ηττήθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο χωρίς να χάσουν τις μάχες στον τόπο τους και κυρίως χωρίς να αμφιβάλλουν ποτέ για το δίκιο του αγώνα τους. Αποτελεί χρέος προς την ιστορική μνήμη, αυτή η σιωπή να τερματιστεί. Όχι μόνο για τη δικαίωση των αγωνιστών, όσο κυρίως για να σωθεί το μέλλον ολόκληρων γενιών της σημερινής Ελλάδας, που ακρωτηριάζεται από τη σύγχρονη τριπλή και βαρειά ”κατοχή” των κοινωνικών δολοφόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οικονομικής ολιγαρχίας που λυμαίνεται την εργατική πλειονότητα και τον πλούτο της χώρας και ενός άθλιου πολιτικού συστήματος υπηρέτη του κεφαλαίου και των δύσοσμων συμφερόντων του.

Π. Μ.

Σύντομο Βιογραφικό

O Tάσος Γεωργούλιας του Κώστα και της Διονυσίας, γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1922 στη χωριό Μίνθη (Άλβαινα) κοντά στη Ζαχάρω του Ν. Ηλείας. Η φτωχή αγροτική του οικογένεια μετακομίζει στο κοντινό χωριό Κωστομέρα και στην ηλικία 13 ετών εγγράφεται για φοίτηση στην Γεωργική Σχολή της Τεγέας στην Αρκαδία.

Ένα χρόνο μετά, λόγω του θανάτου του πατέρα του διακόπτει την φοίτηση του, προκειμένου να βοηθήσει στην επιβίωση της οικογένειας του αφού ήταν ο μεγαλύτερος απο τα αδέλφια του. Συμβάλλει στα οικονομικά της οικογένειας του δουλεύοντας σε αγροτικές εργασίες, ώσπου το 1942 το ανήσυχο και ελεύθερο πνεύμα του, τον οδηγεί να ενταχθεί στην τοπική οργάνωση του ΕΑΜ, ενώ στις αρχές του 1943, εντάσσεται στις γραμμές του ΕΛΑΣ, όπου μάχιμος λαμβάνει μέρος σε πολλές μάχες στον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας απο τους Γερμανούς.

Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας παραδίδει το όπλο του και επιστρέφει στην γενέτειρα του, όπου βιώνει όπως όλος ο αριστερός κόσμος τη τρομοκρατία του παρακράτους. Το 1946 μαζί με συντρόφους του συμβάλλει στη δημιουργία των πρώτων πυρήνων του Δημοκρατικού Στρατού στην περιοχή της Ολυμπίας και αγωνίζεται σκληρά μαζί με τους συναγωνιστές του στις τάξεις του ΔΣ μέχρι την λήξη του εμφυλίου πολέμου. Συλλαμβάνεται και περνά απο στρατοδικείο στις 23-10-1949 όπου καταδικάζεται παμψηφεί δις εις θάνατο.

Μετά την καταδίκη του μεταφέρεται στις φυλακές της Κεφαλλονιάς αλλά τελικά η απόφαση του στρατοδικείου δεν εκτελείται, μετά απο σχετική παρέμβαση του ΟΗΕ που αφορούσε το σύνολο παρόμοιων καταδικαστικών αποφάσεων. Το 1952 αποφυλακίζεται, επιστρέφει στο χωριό του όπου διώκεται ανελέητα λόγω της προηγούμενης δράσης του και καταφεύγει στην Αθήνα για να μπορέσει να επιβιώσει. Στην συνέχεια λόγω των εκκρεμών στρατωτικών του υποχρεώσεων στρατολογείται και στέλνεται στην Μακρόνησο όπου βιώνει σωρία σωματικών και ψυχολογικών πιέσεων μέχρι την οριστική του απόλυση από το στρατό.

Παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά. Σε όλη του την ζωή παρέμεινε ιδεολογικά και πολιτικά στις γραμμές της Αριστεράς στηρίζοντας στην εποχή του το ΚΚΕ Εσωτερικού.

Η πλούσια σε αγώνες ζωή του τελειώνει στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1984 αφού πεθαίνει, μετά απο σοβαρό τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα και από τότε αναπαύεται στην πατρίδα του την Κωστομέρα Ηλείας.

Προλογισμός των σημειώσεων από τα παιδιά του Τάσου Γεωργούλια

Η καταγραφή στοιχείων, αναμνήσεων και γεγονότων των αγωνιστών του Δημοκρατικού Στρατού είναι γεγονός σύνηθες. Όλοι αυτοί οι αγωνιστές στη δύση της ζωής τους προσπαθούν να εκφράσουν, να μεταφέρουν στους λοιπούς συνανθρώπους τους όλα αυτά που έζησαν και υπέστησαν στο χώρο δράσης τους και στο χρόνο τους που για πολλούς από αυτούς ήταν η άγουρη νεότητά τους.

Την ένταση όμως και το μεγαλείο της περιόδου αυτής μέχρι ένα βαθμό μπορούν να μας το μεταφέρουν και να μας το κοινοποιήσουν. Το υπόλοιπο ανήκει αποκλειστικά και μόνο σε αυτούς τους ίδιους, που έζησαν την περίοδο αυτή και δημιούργησαν την πραγματικότητά της. Αυτό το υπόλοιπο έχει φωλιάσει στην ψυχή τους και μάλλον είναι το μόνο κέρδος που μετέφεραν σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Είναι το ανέκφραστο που εμείς μόνο με τη φαντασία μας προσπαθούμε να προσεγγίσουμε.

Κάτι αντίστοιχο μάλλον προσπαθούσε να κάνει και ο πατέρας μας πριν από είκοσι χρόνια περίπου. Δεν ξέρουμε αν η παρουσίαση των αναμνήσεών του μπορεί να δώσει κάποιο ιδιαίτερα καινούριο στοιχείο για όλη αυτή την περίοδο. Aν μη τι άλλο όμως μπορεί να μεταφέρει την κραυγή του, για ν’ ακούσουμε οι λοιποί ό,τι βίωσε αυτός και οι σύντροφοί του στον αγώνα τους. Έναν αγώνα στερούμενο προσωπικών συμφερόντων αλλά πλήρους από το άπειρο της ελπίδας και της διάθεσης για ζωή.

Αν και η ανθρώπινη βία είναι εξαρχής αποκρουστική, δυστυχώς πολλές φορές αποτελεί το μόνο εργαλείο. Το αν αυτό είναι φυσιολογικό ή όχι αποτελεί ένα ερωτηματικό που πάντα υπάρχει.

Ελπίζουμε ο αναγνώστης μέσα από τις σελίδες αυτές να βιώσει, όσο αυτό είναι δυνατόν, την πορεία των αγωνιστών αυτών από το τίποτα στο όλο και η πραγματικότητα που περιγράφεται να βοηθήσει να δούμε μέσα από μια άλλη οπτική και την δική μας πραγματικότητα καθώς και τα συστήματα αξιών αλλά και προτεραιοτήτων μας. Είναι η ελάχιστη άμυνα και υποχρέωση απέναντι στους εαυτούς μας.

Για να ελπίζουμε.

Κώστας, Διονύσης & Φώτης Γεωργούλιας

Σημειώσεις Τάσου Γεωργούλια – Αναμνήσεις από τον εμφύλιο πόλεμο και τον Δημοκρατικό Στρατό Πελοποννήσου (Αθήνα 1985)

(Μπορούν να διαβαστούν εδώ ή μέσω του συνημμένου αρχείου στο τέλος)

Στην έκκληση προς τους επιζώντες μαχητές του Δ.Σ για συγκέντρωση στοιχείων και την καταγραφή της ιστορίας του Δ.Σ Πελοποννήσου, θεώρησα καθήκον και χρέος μου να δώσω όσα στοιχεία γνωρίζω και θυμάμαι, μια και ήμουν από το ξεκίνημα μέχρι την μοιραία κατάρρευση το 1949. Και τούτο γιατί από τους ανθρώπους που έπαιξαν ηγετικό και πρωτοποριακό ρόλο δεν επέζησε κανένας, εκτός ενός, του Κονταλώνη.

Αυτά που θα αφηγηθώ και θα εξιστορήσω είναι μια ιστορία γεμάτη από αίμα, δάκρυα και πόνους του πολυβασανισμένου λαού της Πελοποννήσου.

Ετος 1945

Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φλεβάρη 1945 και την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ, που η συμφωνία εκείνη ήταν μια συμφωνία νικητών προς ηττημένους, όχι στο στρατιωτικό πεδίο διότι ο ΕΛΑΣ ήταν παντοδύναμος, αλλά στο πολιτικό και διπλωματικό. Από εδώ αρχίζει μια νέα σκληρή και αιματηρή δοκιμασία για τον δημοκρατικό και Ελληνικό λαό γενικότερα με το γνωστό αποτέλεσμα να μετατραπεί η χώρα μας σε στάχτες και ερείπια.

Το τι έγινε τότε και τι δεν έγινε δεν είναι του παρόντος. Εγώ απλώς θα αφηγηθώ τα γεγονότα που είναι στενά συνδεδεμένα με την ανάπτυξη και δράση του Δ.Σ Πελοποννήσου μέχρι την κατάρρευση του. Δεν αντέχω όμως στον πειρασμό να μην σταθώ για λίγο στο 1945 που ήταν ο προθάλαμος του εμφύλιου πολέμου έτσι ώστε να μπω ευκολότερα στην αφήγηση και την εξιστόρηση των γεγονότων και περιστατικών.

Οι κυβερνήσεις μετά την Βάρκιζα, ήταν κυβερνήσεις με αντικομουνιστική βάση και χαρακτήρα. Με την βοήθεια των Άγγλων τότε και αργότερα των Αμερικανών, στα γρήγορα αρχίζουν να αναδιοργανώνουν και να μοντάρουν τον κρατικό μηχανισμό που ήταν καταστραμένος από τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και να τον πλαισιώνουν με τα δοσιλογιτικά και ταγματασφαλίτικα στοιχεία που είχαν οργιάσει σε βάρος του λαού μας κατά την διάρκεια της ξενικής κατοχής.

Την επομένη κιόλας μέρα της συμφωνίας και αμέσως μετά την παράδοση του ΕΛΑΣ αρχίζει μια μεθοδευμένη εξόρμηση πολιτικής τρομοκρατίας σε βάρος του ΕΑΜικού κινήματος.

Συγκροτούν ένοπλες συμμορίες από κάθε λογής λογής στοιχεία: κλέπτες μαυραγορίτες, εκμεταλλευτές, αιμομίκτες, τεμπέληδες, κατεργαραίους, εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου και κάθε κοινωνικό κατακάθι, που τους βάπτισαν ‘αγανακτισμένους εθνικόφρονες’ και αρχίζουν μια άνευ προηγουμένου πολιτική τρομοκρατία σε πανελλαδική κλίμακα. Άνθρωποι εβασανίζοντο στους δρόμους, στα σπίτια, στα χωράφια, όπου και να τους έβρισκαν αδιακρίτως.

Το ΕΑΜικό κίνημα, που αντιπροσώπευε την μαχητική δύναμη της χώρας, έμπαινε σε μια καινούργια σκληρή δοκιμασία. Τα κρατητήρια άρχιζαν να γεμίζουν, τα συνεργεία μηνύσεων εργάζοντο αδιάκοπα με σκηνοθετημένες κατηγορίες σε βάρος των αγωνιστών της ΕΑΜικής αντίστασης. Οι κυνηγημένοι κατέφευγαν στα βουνά και στις ρεματιές κυνηγημένοι από το μαχαίρι του χίτη.

Αυτό συνεχιζόταν χωρίς διακοπή με αποκορύφωμα τις πολιτικές δολοφονίες. Αυτές ήταν ένα καθημερινό φαινόμενο. Χιλιάδες άνθρωποι δολοφονήθηκαν μετά την παράδοση του ΕΛΑΣ (1945-1946). Όσοι δεν πιάστηκαν κατέφυγαν στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Πειραιά) και σε μεγάλες άλλες πόλεις για να σωθούν και που σε τελευταία ανάλυση αυτό επιδίωκαν οι οργανωτές της πολιτικής τρομοκρατίας.

Πολλοί πιστεύουν ότι ο εμφύλιος πόλεμος άρχισε το 1946-1949. Όχι. Ο εμφύλιος άρχισε την επόμενη της Βάρκιζας. Με την βασική διαφορά ότι ήταν μονόπλευρος σε βάρος της αριστεράς. Ο κόσμος της αριστεράς βρισκόταν μπροστά σε ένα φοβερό δίλημμα. Αντίσταση ή υποταγή και εξόντωση. Άλλος δρόμος δεν υπήρχε.

Η ηγεσία μας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να τηρηθούν οι στοιχειώδεις όροι εκείνης της περιβόητης συμφωνίας της Βάρκιζας και ενός πολιτικού συμβιβασμού, ώστε να αποφύγουμε την ακραία λύση της ένοπλης αναμέτρησης, συναισθανόμενοι προφανώς την αιματοχυσία και τις καταστροφές από μια τέτοια αναμέτρηση. Εδώ υπήρξε το μοιραίο πολιτικό λάθος, πιστεύοντας μέχρι τελευταία ότι θα αποφύγουμε τις ακραίες λύσεις και ας αιμορραγούσε η αριστερά.

Εμείς πειθαρχούσαμε και δεχόμαστε τους προπηλακισμούς και εξευτελισμούς χωρίς καμία αντίδραση. Ίσως πολλοί από αυτούς το εξελάμβαναν σαν αδυναμία. Όλο και πιο πολύ αποθρασύνοντο. Μερικοί από τους αγωνιστές της αντίστασης πέρασαν στην παρανομία μη αντέχοντας αυτή την κατάσταση.

Το τι τράβηξαν αυτοί οι άνθρωποι είναι εκτός πάσης περιγραφής. Και τούτο περισσότερο διότι δεν πειθάρχησαν στην συμφωνία, με αποτέλεσμα να τους γυρίσουν τις πλάτες και οι δικοί μας άνθρωποι, να μην τους δίνουν λίγο ψωμί ή μια πληροφορία. Ενδεικτικά αναφέρω ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο που συνέβη στην Μεσσηνία το οποίο έχει κωμικοτραγικό χαρακτήρα.

Παράνομος ο Κώστας Σταυρόπουλος (Καλαμάτας) με 4-5 άλλους πάει σε έναν δικό μας άνθρωπο που είχε λίγα τρόφιμα από την Ε.Τ.Α (Επιμελητεία Του Αντάρτη). Του ζήτησαν να τους δώσει. Αυτός αρνήθηκε. Τους είπε ότι είναι παράνομοι και ότι πρέπει να λάβει εντολή από το Κόμμα. Ας σκεφτεί ο καθένας που ζούσε αυτός ο άνθρωπος. Οι άνθρωποι κυνηγημένοι και κατατρεγμένοι που δεν μπορούσαν να σταθούν πουθενά από τα αποσπάσματα και αυτός ήθελε εντολή. Τότε δεν χάνει καιρό ο Σταυρόπουλος και του κόβει δύο σκαμπίλια για να συνέλθει από τον λήθαργο που βρισκόταν. Και θα τον σκότωνε αν αμέσως δεν επενέβαιναν άλλα παιδιά να τον σώσουν. Αυτό μας το εξιστορούσε αργότερα ο Σταυρόπουλος με τα άλλα παιδιά και γελούσαμε.

Αυτό το αναφέρω για να καταδείξω στον αναγνώστη τι σύγχυση επικράτησε μετά την συμφωνία της περιλάλητης Βάρκιζας. Ο άνθρωπος αυτός που αναφέρω ζει σήμερα και έχει και το θράσος να το λέει και να παραπονείται που τον σκαμπίλισε ο Σταυρόπουλος. Ας σημειωθεί ότι αυτός αργότερα πήγε στον κυβερνητικό στρατό και πολέμησε κατά του Δ.Σ.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1945 – ΜΙΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Η κατάσταση το καλοκαίρι του 1945 είχε φτάσει σε απελπιστικό σημείο. Οι επιδρομές των συμμοριών διαδέχονταν η μια την άλλη χωρίς ανάπαυλα και διακοπή σε όλη την ύπαιθρο. Το χωριό το δικό μας, δημοκρατικό, κράταγε κάπως ακόμη. Πολλοί κυνηγημένοι πέρασαν από εκεί για να βρουν προστασία και κανένα κομμάτι ψωμί. Την εποχή εκείνη έφτασε σε εμάς ένας παράνομος κυνηγημένος. Ήταν παλιός κομμουνιστής, πίσω από το 1930. Λεγόταν Μπρούμας Λεωνίδας.

Ο Μπρούμας ήταν καταρτισμένος με πολύ μεγάλη πολιτική και κομματική εμπειρία όπως και μεγάλη πολιτική διαίσθηση. Αν έπεφτε τότε στα χέρια της αντίδρασης δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση να γλιτώσει. Τον άνθρωπο αυτό τον συμπαθήσαμε ιδιαιτέρως και τον προστατεύσαμε όσο μπορέσαμε. Ο Μπρούμας, πνεύμα ανήσυχο και ζωντανό, ανησυχούσε πολύ για την τροπή που έπαιρναν τα πολιτικά πράγματα σε βάρος μας.

Από τις πρώτες μέρες κιόλας άρχισαν οι πολιτικές συζητήσεις και τελειωμό δεν είχαν. Εμείς παιδιά, τότε άπειρα και ακατατόπιστα, λίγο πολύ παίρναμε και μαθαίναμε ένα σωρό πράγματα και προπαντός ο μακαρίτης ο αδελφός Φώτης που ήταν πάντα μαζί του. Επέμενε πολύ να βρούμε ορισμένα στελέχη της περιοχής που εκρύβοντο εδώ και εκεί να τον συνδέσουμε μαζί τους.

Εμείς τις νύχτες πηγαίναμε σε ορισμένα γειτονικά χωριά μήπως και πάρουμε επαφή. Ηταν όμως πολύ δύσκολο διότι είχαν εξαφανισθεί από την τρομοκρατία και τα κυνηγητά. Ο γέρος, έτσι τον προσφωνούσαμε τότε, φώναζε και επέμενε ότι έπρεπε πάση θυσία να τους βρούμε και να τους φέρουμε σ’επαφή. Έπειτα από πολλές ταλαιπωρίες κατορθώσαμε να πάρουμε την επαφή. Ο ένας με τον άλλο ειδοποιήθηκαν και έφθασαν στο χωριό νύχτα.

Ήλθε ο αντιπρόσωπος της περιφερειακής Πύργου και ορισμένα άλλα κατώτερα στελέχη. Ο γέρος εχάρηκε για την συνάντηση αυτή. Τους εγνώριζε όλους από πριν. Η συγκέντρωση έγινε σε επίπεδο τοπικών στελεχών. Συγκεντρώθηκαν σε μια σπηλιά που εμείς υποδείξαμε και άρχισαν οι συζητήσεις.

Πρώτος πήρε το λόγο ο γέρος. Μιλούσε με μεγάλη άνεση και χάρη. Ηταν τόσο ευχάριστος που έλεγες να μην σταματήσει. Κάθε του λέξη και ένα νόημα. Έχουν περάσει 36 χρόνια από τότε και ηχούν ακόμα στα αυτιά μου οι προφητείες του.

Όλοι τον άκουγαν βουβοί και αμίλητοι. Τους είχε συνεπάρει κυριολεκτικά με αυτά που έλεγε. Μίλησε κάπου δύο ώρες χωρίς διακοπή, αναλύοντας την πολιτική κατάσταση εσωτερική και εξωτερική με κάθε λεπτομέρεια. Ο γέρος τους τόνισε ότι τον εμφύλιο δεν θα τον αποφύγουμε και ότι τραβάμε ολοταχώς προς την σύγκρουση. Πρέπει πάση θυσία να κρατήσουμε τις οργανώσεις, ότι απόμεινε από αυτές, γιατί η βασική δύναμη του κινήματος είναι οι οργανώσεις. Και για να γίνει αυτό πρέπει από τώρα, αμέσως, πριν μας φύγει το τραίνο να οργανώσουμε αντιτρομοκρατικές ομάδες που σκοπό θα έχουν να διαλύσουν τα αποσπάσματα των χιτών από την μια μεριά και από την άλλη να περισώσουμε ότι απόμεινε από τις οργανώσεις μας για να στηριχθεί το καινούργιο ένοπλο κίνημα που θα γίνει οπωσδήποτε όπως διαμορφώνεται η πολιτική κατάσταση στην χώρα μας τελευταία. Διατήρηση, όσο μπορούμε, των ανθρώπων μας που καταφεύγουν στις πόλεις για να σωθούν. Οι άνθρωποι που θα καταφύγουν στις πόλεις θα εγκλωβισθούν και θα εκτελεστούν.

Μίλησε για υπερσυγκεντρωτική πολιτική των αντιδραστικών κυβερνήσεων με μακροπρόθεσμα σχέδια. Αυτός είναι ο σκοπός τους άλλωστε σε τελευταία ανάλυση που σπρώχνουν τον κόσμο προς τις πόλεις. Θα στερηθούμε του ανθρώπινου υλικού που με τόσους κόπους και βάσανα φτιάξαμε κατά την διάρκεια της αντίστασης.

Επέμενε δε πολύ στην διατήρηση των παρανόμων διότι θα είναι το σκαρί και ο άξονας του καινούργιου ένοπλου αγώνα. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα πολιτικού συμβιβασμού. Τώρα πριν είναι πολύ αργά. Τους ρώτησε ποια είναι η γνώμη τους.

Ο αντιπρόσωπος της περιφερειακής συμφώνησε απόλυτα με όσα είπε ο γέρος αλλά είπε ότι αυτά πρέπει να έχουν γενικό και καθολικό χαρακτήρα και όχι μεμονωμένα. Ο γέρος απάντησε ‘‘ναι αλλά εμείς πρέπει να ξεκινήσουμε από τώρα’’. Το πράγμα εδώ δύσκολο και μπερδεμένο. Οι άλλοι δεν μίλησαν και άφησαν την υπόθεση να την χειριστεί ο αντιπρόσωπος της περιφερειακής.

Ετοιμάστηκαν να φύγουν αφού ο αντιπρόσωπος υποσχέθηκε ότι θα κατέβει στον Πύργο να συνεννοηθεί με την περιφερειακή και θα απαντήσει. Ο γέρος τον ρώτησε πόσες ημέρες υπολογίζει για να απαντήσει. Του απάντησε σε 15-20 ημέρες. Είναι πολύ του είπε ο γέρος, τα γεγονότα εξελίσσονται με μεγάλη ταχύτητα και κάθε μέρα που περνά είναι σε βάρος μας. Εν πάση περιπτώσει ελπίζω να είναι θετική γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα έλθει ο καιρός και θα με θυμηθείτε .

Η απάντηση δεν ήλθε ποτέ. Δεν ξέρω αν τον θυμήθηκαν τον γέρο αργότερα γιατί όλοι αυτοί δεν υπάρχουν, εκτός από δύο. Όλοι τους κατέληξαν στην στις φυλακές και στις εξορίες εκτός από έναν που σκοτώθηκε στον Δ.Σ. Ετσι η πρώτη προσπάθεια για ένοπλο ξεκίνημα εκεί στην περιοχή απότυχε. Ο γέρος μετά την αποτυχία αυτή ετοιμάστηκε να φύγει, προφανώς για να μην μας επιβαρύνει. Και έφυγε απογοητευμένος. Με τον γέρο συναντηθήκαμε μετά τον εμφύλιο. Πέθανε το 1958.

Ετος 1946

Φλεβάρης μήνας και η κατάσταση είναι χειρότερη από εκείνη του 1945. Μιλάει ο Πορφυρογένης στο συνέδριο του Γ.Κ.Κ. ότι θα απαντήσουμε με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιεί η αντίδραση. Περιμένουμε υλοποίηση των όσων είπε ο Πορφυρογένης, αλλά δυστυχώς τίποτε.

Ιούνιος 1946

Ψηφίζονται τα έκτακτα μέτρα. Μια νέα περίοδος φόβου και τρόμου. Στήνονται στρατοδικεία, υπάλληλοι κατά χιλιάδες πετάγονται στο δρόμο. Νέο κύμα διώξεων και συμφοράς στους δημοκρατικούς. Ο φόβος και ο τρόμος ζωγραφισμένος στα πρόσωπα των ανθρώπων. Ακόμη και εκείνοι που είχαν κάποια συμπάθεια απλή ή αλληθώριζαν προς τ’αριστερά θα πληρώσουν. Ακόμη και δεξιοί νοικοκυραίοι, ήσυχοι άνθρωποι, θα υποστούν και αυτοί συνέπειες. Θέλουν με κάθε τρόπο και μέσο να σπάσουν εκείνη την περηφάνια και την αξιοπρέπεια που απόκτησαν κατά την αντίσταση και να την εξαφανίσουν. Οι οργανώσεις, ότι είχε απομείνει, σμπαράλιασαν κυριολεκτικά. Οι μήνες περνούν και ο μονόπλευρος εμφύλιος πόλεμος συνεχίζεται αδυσώπητος και με αμείωτη ένταση σε βάρος των αριστερών. Οι φυλακές γεμάτες και τα ξερονήσια επίσης.

Η αδράνεια από την πλευρά την δική μας συνεχίζεται ακόμη και μέχρι το 1947, αποτέλεσμα το κίνημα να κατρακυλάει από το κακό στο χειρότερο και να βρεθεί αργότερα σε πολύ μειονεκτική θέση από κάθε άποψη. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι γίνεται και τι φταίει. Στην Βόρειο Ελλάδα εμφανίζονται ομάδες και αρχίζουν τις μικροσυγκρούσεις, αλλά από ότι βλέπαμε βγάζαμε το συμπέρασμα ότι ήταν ατομικές πρωτοβουλίες και ασυντόνιστες ενέργειες.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1946

Ένα βράδυ κατά το τέλος Οκτωβρίου γύρω στα μεσάνυχτα, κάποιος χτύπησε το τζάμι του σπιτιού. Καταλάβαμε ότι κάποιος άνθρωπος δικός μας κυνηγημένος θα είναι γιατί είχαμε ακόμα και τα χτυπήματα συνηθίσει αν είναι δικών μας ή όχι. Ήταν ο Κώστας Γιακουμής από την Μεσσηνία και συγκεκριμένα από το Βαρυμπόπι. Τον Κώστα τον γνώριζα από το 1945. Είχε περάσει τότε και κάθησε λίγες ημέρες για να χάσουν τα ίχνη του από την Μεσσηνία. Ο Κώστας ήταν από τα καλύτερα παιδιά της Μεσσηνίας και όχι μόνο αυτό, ήταν και σαν χαρακτήρας εξαίρετος νέος. Ακόμα και αν πέθαινε της πείνας δεν σου ζητούσε αυτός τίποτε. Σκοτώθηκε αργότερα στο Δ.Σ. στην μάχη της Δημητσάνας στις 29 Αυγούστου 1948 με τον βαθμό διμοιρίτη. Ας είναι ελαφρό το χώμα που τον σκεπάζει.

Είχε έλθει με μια μικρή ομαδούλα με τον Κώστα Σταυρόπουλο (Καλαμάτας) από την Μεσσηνία κι αυτός. Ο Σταυρόπουλος ήταν το φόβητρο των χιτών στην Μεσσηνία. Τολμώ να πω ότι αν ο Σταυρόπουλος δεν ήταν τόσο σκληρός θα θρηνούσαμε και άλλα θύματα στην περιοχή. Πολλοί δεν εκτελέστηκαν από φόβο από τον Σταυρόπουλο.

Η ομαδούλα αυτή είχε υποφέρει πολύ, όσο που δεν μπορεί να φαντασθεί κανείς. Δεν ήταν ότι τους καταδίωκαν τα αποσπάσματα, τους γύριζαν τις πλάτες και οι δικοί μας άνθρωποι. Γιατί; Για να μην μας κατηγορήσουν ότι προστατεύουμε και τροφοδοτούμε παράνομους που ετοιμάζουν τον τρίτο γύρο, όπως συνήθιζαν να λένε οι σαπιοκοιλιές. Περιμέναμε χαρτί καλής διαγωγής και τήρηση της συμφωνίας της Βάρκιζας που την είχαν κάνει ένα κουρελόχαρτο. Μια τέτοια διαγωγή θα περίμενε και εκείνος ο φίλος από την Μεσσηνία που ανέφερα λίγο πιο πάνω.

Η ομαδούλα αυτή που αναφέρω ήταν στα κακά της χάλια από κάθε άποψη. Κυνηγημένοι από την Μεσσηνία πέρασαν στην Ολυμπία κι έφτασαν στο σπίτι όπως ανάφερα. Ξελιγωμένοι της πείνας, κουρελιασμένοι, παπούτσια σχισμένα, τα δάκτυλα τους έξω σε κακά χάλια. Τους πήραμε με τα αδέλφια μου και τους τοποθετήσαμε σε ασφαλές σημείο. Αφού τους περιποιηθήκαμε όσο μπορούσαμε, συνήλθαν από τις ταλαιπωρίες και ήθελαν να φύγουν. Τους είπαμε να μην φύγουν διότι όπως είχαμε μάθει είχε έρθει ο Νίκος Γκότσης από την Αθήνα, που είχε καταφύγει το 1945, με αποστολή ίσως για το ξεκίνημα.

Πράγματι ο Νίκος Γκότσης είχε έλθει αλλά δεν ήταν εύκολο να επικοινωνήσουμε. Απογοητεύτηκαν και ήθελαν να φύγουν. Τους είπαμε να καθίσουν πιστεύοντας ότι θα παίρναμε επαφή. Έπειτα από κοπιώδεις προσπάθειες πήραμε επαφή. Αμέσως ο Γκότσης με τον Αρίστο Βασιλόπουλο από το Μπισκίνι έφτασαν στην Κωστομέρα. Η συνάντηση έγινε στο σπίτι μας μεσάνυχτα. Η στιγμή πράγματι ήταν συγκινητική διότι από δω και πέρα θα άρχιζε μια καινούργια περίοδος δράσης με άγνωστα όμως αποτελέσματα για το μέλλον.

Εδώ θα κάνω μια μικρή παρένθεση στην αφήγηση για να ασχοληθώ για λίγο ποιά ήταν η τύχη των πρωταγωνιστών της ομάδας αυτής, ποιοί ήταν και από που.

Ο Γκότσης

Ο Γκότσης ήταν από την Ζαχάρω. Δικηγόρος. Από οικογένεια σχεδόν αστική, με περιβάλλον επιστημονικό. Έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην περιοχή και είχε μεγάλη επιρροή στην περιοχή παρόλο που αυτή ήταν αντιδραστική. Ο Γκότσης ακολούθησε τον δύσκολο δρόμο της ζωής αλλά τον τίμιο και τον ηθικό. Άφησε την ευμάρεια του, που την είχε εξασφαλίσει με λυμένα τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα και ήλθε και συντάχτηκε με εμάς τους αδύνατους, για να μας δείξει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε, όσο οδυνηρός και αν είναι. Σε κανέναν λαό δεν χάρισαν τίποτε, μόνο με αγώνες και θυσία καλυτερεύει η ζωή. Κατά την κατοχή πήρε μέρος στην αντίσταση από τους πρωτοπόρους. Και τώρα έπαιρνε μέρος και έμπαινε μπροστά σε ένα πολύ σκληρότερο ασυγκρίτως αγώνα από εκείνον της κατοχής με αβέβαιη έκβαση.

Το 1948 και 1949 βρέθηκε στην κορυφή της Μεραρχίας, νομικός της σύμβουλος με τον βαθμό του αντιστρατήγου. Το 1949 μετά την κατάρρευση έφτασε στην Ζαχάρω και εκεί κρύφτηκε. Επροδόθη από τον νουνό του και πιάστηκε. Η αντίδραση πανηγύρισε.

Τον πηγαίνουν στην Τρίπολη. Όταν πιάστηκε κινήθηκαν άνθρωποι για να τον σώσουν και συγκεκριμένα ο Τάκης Μακρυγιάννης, Ταγματάρχης του στρατού, ο οποίος ήταν συμμαθητής του στο σχολείο, τον οποίο υπεραγαπούσε. Έτρεξε αμέσως τον συνάντησε. Κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να τραινάρει την υπόθεση . Αυτό όμως έπεσε στην αντίληψη του πολιτευτή και βουλευτή τότε Τάσου Τσιρώνη του Λαϊκού κόμματος και το βάζει επερώτηση στην Βουλή.

Την άλλη μέρα αναγκάζεται ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης Κανελλόπουλος να δηλώσει στην Βουλή ότι ο ‘αρχι-συμμορίτης’ Γκότσης βρίσκεται στο δικαστικό μέγαρο της Τρίπολης και ότι εντός των ημερών θα δώσει λόγο στο Στρατοδικείο. Από δω και πέρα πια η μοίρα του Γκότση και οι ημέρες του είναι μετρημένες. Πράγματι, μετά από λίγες ημέρες πέρασε στο Στρατοδικείο μαζί με τον Λεωνίδα Κωνστανταράκο και εκτελέστηκε πέφτοντας ηρωικά.

Αυτό ήταν το μεγάλο κατόρθωμα του βουλευτή Τσιρώνη ,αλλά και το τελευταίο, γιατί δεν ξαναείδε βουλευτικό κάθισμα. Για την καταδίκη του Γκότση ενέχονται και άλλοι παράγοντες της Ζαχάρως οι οποίοι κινήθηκαν να εξοντωθεί ο Γκότσης και τούτο γιατί αν ζούσε ο Νίκος θα τους ήταν πολιτικός αντίπαλος στο μέλλον. Και ήταν τότε τόσο νέος. Μόλις 40 χρονών, το 1909 γεννηθείς.

Πιστεύω πως κάποτε τα πολιτικά μας πράγματα και ήθη θα αλλάξουν και τότε οι νέοι που θα έλθουν θα φροντίσουν να μάθουν την δραματική ιστορία του, που άφησε την οικογένεια του (δύο μικρά κορίτσια) για να οργώσει τα βουνά του Μοριά και κατά την κατοχή και στο Δ.Σ και στο τέλος να πέσει ηρωικά κάτω από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος, για την καλυτέρευση της ζωής και της κοινωνικής δικαιοσύνης του πολυβασανισμένου λαού μας. Σαν μορφωμένος άνθρωπος ακολούθησε τον δύσβατο δρόμο, τον δρόμο της θυσίας. Αυτό τον δρόμο θα έπρεπε να ακολουθήσει κάθε μορφωμένος και να γίνεται παράδειγμα για τον λαό.

Για την θυσία του αυτή, που δεν λύγισε ποτέ σε τόσες και τόσες δυσκολίες, εκφράζω την ευχή να του στηθεί προτομή σε κεντρικό σημείο της ιδιαίτερης πατρίδας του, την Ζαχάρω, να κοιτάζει και να αγναντεύει την ανατολή, το Μπισκίνι, την Καλίδονα, την Κωστομέρα, τα χωριά της Ολυμπίας και στο βάθος του ορίζοντα τα δοξασμένα και περήφανα βουνά του Μοριά, τον Ταΰγετο, τον Πάρνωνα, το Μαίναλο, τον Ερύμανθο, τη Ζώρια, το Χελμό , στο Λύκαιο που λημεριάζαμε και μας προστάτευσαν και που μέσα στα σπλάχνα τους βρίσκονται θαμμένοι τόσοι και τόσοι σύντροφοι του. Ο Σφακιανός, ο Πέρδικας, ο Μπαρσακίδης, ο Ρογκάκος, ο Σαρήγιαννης, ο Σταθάκης, ο Νικήτας, ο Ζαχαριάς, ο Βρετάκος, ο Τσουκόπουλος, ο Γκιουζέλης, ο Κανελλόπουλος, ο Μετερίζης, ο Ξυδέας, ο Κόπας και χιλιάδες άλλοι γνωστοί και άγνωστοι συναγωνιστές που έπεσαν στα πεδία των μαχών και τους άλλους που πέθαναν από τις εξαντλητικές πορείες του αγώνα, εδώ και κει άγνωστο που.

Ο Σταυρόπουλος

Ο Σταυρόπουλος ήταν από του Μποντιά Μεσσηνίας. Στην κατοχή πήρε μέρος στην αντίσταση. Μετά την παράδοση του Ε.Λ.Α.Σ πέρασε στην παρανομία. Αυτός δεν παρέδωσε το όπλο. Εκυνηγήθηκε πολύ και από το κράτος και από το παρακράτος. Ο Σταυρόπουλος για να σταθεί στην παρανομία εφάνη σκληρός. Και δικαιολογημένα. Αναγκαζόταν να λειτουργεί μερικές φορές παράλογα. Οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί μετά την Βάρκιζα τον ανάγκαζαν να παραφέρεται για να μπορέσει να ζήσει και να σταθεί. Δεν γινόταν αλλιώς. Ο Σταυρόπουλος αν και δεν ήξερε γράμματα, ήταν ξουράφι και ζωντανός άνθρωπος. Έφτασε στον βαθμό του λοχαγού. Λόγω εμπειρίας είχε ικανότητες διοικητικές και ποτέ δεν είχε πάθει ζημιά που να ήταν αδικαιολόγητη. Τα μέτρα ασφαλείας πάντοτε μελετημένα και σχολαστικά. Τις αποστολές του τις έφερνε πάντα εις πέρας νικηφόρα.

Εδώ θα αναφέρω ένα περιστατικό από τα πολλά. Είχε πάει με την ομάδα του (είχε τότε 40 άνδρες) το 1947 στο χωριό Κούβελα της Τριφυλλίας. Το χωριό αυτό δεν ήταν χιτοχώρι. Όλοι είχαν όπλα. Μπήκε στο χωριό νύχτα και τους αφόπλισε. Κάπου 40 όπλα. Κάποιος όμως ξέφυγε και πήγε στο Κοπανάκι και ειδοποίησε. Το Κοπανάκι ήταν βάση των χιτών της Μεσσηνίας. Αμέσως τότε ξεκίνησαν από το Κοπανάκι και τα γύρω χωριά καμιά διακοσαριά χίτες, με επικεφαλή κάποιον Ναούμ που έκανε τον πολύ σπουδαίο παλικαρά, εκ του ασφαλούς όμως. Ξεκίνησε για Κούβελα.

Ο Σταυρόπουλος δίνει εντολή αμέσως να πιάσουν το ύψωμα που δεσπόζει πάνω από το χωριό. Εκεί γινόταν ένας αγώνας δρόμου ποιός από τους αντιπάλους θα πιάσει το ύψωμα. Έφτασαν και οι δύο ταυτοχρόνως . Ο Ετεοκλής με μια επιδέξια κίνηση τα καταφέρνει και τους στρώνουν στο κυνήγι. Ο Σταυρόπουλος, άγνωστο πως, αντελήφθη τον επικεφαλή Ναούμ, του πέφτει στα κοντά. Τον φτάνει σε ένα τρόχαλο (σωρός από πέτρες) και τον σκοτώνει. Του πήρε το αυτόματο που είχε γραμμένο το όνομα του στο κοντάκι ΝΑΟΥΜ. Επίσης του πήρε τον μπερέ με ένα μεγάλο Χ κεντημένο και το έφερε στις Καρυές σαν τρόπαιο περιγελώντας το. Εκεί σκότωσαν 17 χίτες. Από τους δικούς μας δεν έπαθε κανείς το παραμικρό. Στην ομάδα αυτή έκανα ένα δίμηνο περίπου.

Είναι αλήθεια ότι ο Σταυρόπουλος είχε ορισμένα ελαττώματα. Π.χ αναγνώριζε και σεβόταν πολύ τον Γκότση. Του είχε απεριόριστη εκτίμηση και σεβασμό. Ότι έλεγε ο Γκότσης ήταν νόμος για τον Κώστα. Τους άλλους τους έβλεπε με διαφορετικό μάτι πράγμα που δεν ήταν καθόλου σωστό. Πολλές φορές έπεφτε σε παραπτώματα ασυμβίβαστα με τις αρχές του Δ.Σ. Θα αναφέρω ένα θλιβερό παράδειγμα.

Στην μάχη του Ψαριού Μεσσηνίας αλληλοτουφεκίζοντο με έναν Μ.Α.Υ. Τελικά το Μ.Α.Υ τον έπιασε μέσα στο σπίτι του και τον σκότωσε. Συγχρόνως σκοτώνει την γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους. Εφαρμόζοντας κατά αυτό τον τρόπο το χιτλερικό νόμο περί συλλογικής ευθύνης. Αυτή του η ενέργεια μας συγκλόνισε.

Ο Σταυρόπουλος όταν άκουγε χίτες ή Μάυδες τον έπιανε αμόκ. Και τούτο γιατί είχε υποφέρει πολύ κατά την διάρκεια της παρανομίας. Αντίθετα όταν έπιανε χωροφύλακες ή στρατιώτες τους εφέρετο πολύ διαφορετικά. Είχε διαλύσει πολλά αστυνομικά τμήματα, τους αφόπλιζε και τους ελευθέρωνε εφαρμόζοντας τότε το πνεύμα της συμφιλιωτικής πολιτικής. Μετά από αυτό το επεισόδιο ο Σταυρόπουλος πιάνεται και τουφεκίζεται.

Το ερώτημα όμως παρέμενε στους μαχητές, γιατί δεν έγινε μια δίκη σε τρόπο ώστε να ακουστούν οι κατηγορίες σε όλους εκτός από αυτή του Ψαριού; Πολλές αμφιβολίες εξέφραζαν οι μαχητές για την εκτέλεση του Σταυρόπουλου. Η εκτέλεση του έγινε κατόπιν εντολής Γκιουζέλη – Ρογκάκου. Στο διάστημα που ήταν μαζί με τον Γκότση ποτέ ο Σταυρόπουλος δεν είχε πέσει σε παράπτωμα. Πειθαρχούσε απόλυτα στον Γκότση και στο πιο ασήμαντο ζήτημα. Όπως ανέφερα και παραπάνω υπεραγαπούσε και εσέβετο τον Γκότση. Θα είχαν αποφευχθεί όλα αυτά αν δεν τον εχώριζαν από τον Γκότση. Ασκούσε μια μαγική επιρροή επάνω του.

Ο Αρίστος Βασιλόπουλος

Ο Αρίστος ήταν από του Μπισκίνι Ολυμπίας. Πήρε μέρος στην αντίσταση και με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Ήταν της σχολής του Άρη. Στο Δ.Σ πήρε μέρος από τους πρώτους που ξεκίνησαν. Πιάστηκε το 1949 με την κατάρρευση και πέρασε Στρατοδικείο στην Καλαμάτα μαζί με τον πολιτικό επίτροπο του λόχου του, Τάκη Κατριβάνο και εκτελέστηκαν.

Και μπαίνω πάλι στην αφήγηση.

ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1946

Μετά την συνάντηση αυτή μεταξύ Γκότση και Σταυρόπουλου αρχίζουν συζητήσεις για την συγκρότηση της ομάδας και το ξεκίνημα του ένοπλου αγώνα. Το πρόβλημα δύσκολο. Που θα πηγαίναμε, ποια θα ήταν τα προβλήματα που θα αντιμετωπίζαμε. Θα βαδίζαμε μέσα σε ένα χάος, δεδομένου ότι δεν υπήρχε πουθενά οργάνωση να μας βοηθήσει. Εκείνο που έμενε να κάνουμε ήταν να περάσουμε σε άλλες περιοχές, να συναντήσουμε ορισμένους παράνομους που υπήρχαν στον Ταΰγετο, Πάρνωνα κ.λ.π. Και εδώ ακόμα θα συναντούσαμε δυσκολίες στην επαφή. Είχε χαθεί κάθε σύνδεση και επαφή. Του Γκότση του ανέφερα τον Μπρούμα ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα θα εκρύβετο στα μέρη του.

Ο Γκότσης όταν άκουσε το όνομα αναπήδησε από την χαρά του. Του ανέφερα όλα όσα έγιναν και συζητήθηκαν πριν 13-14 μήνες, το 1945 μεταξύ Μπρούμα και τοπικών στελεχών. Για λίγο έμεινε συλλογισμένος κοιτάζοντας αφηρημένα και ακαθόριστα προς το άπειρον. Μου είπε μονάχα πόσο δίκιο είχε ο Μπρούμας. Εστράφη απότομα και με ρώτησε πως μπορούμε να τον βρούμε. Του εξήγησα. Πρώτιστο καθήκον για την ώρα η ανεύρεση του Μπρούμα. Και σηκώθηκε.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ / 26-11-1946

Αφού ετοιμαστήκαμε, προγραμματίσαμε το δρομολόγιο που θα ακολουθούσαμε και ποιά θα ήταν η δράσις μας. Δεν έπρεπε να γίνουμε αντιληπτοί, και για την ώρα να μην κάνουμε καμιά εμφάνιση. Αφού κανονίσαμε το δρομολόγιο εστείλαμε άνθρωπο πρός τα εκεί χωριά να συναντηθεί με έμπιστο πρόσωπο και να μας φέρει σε επαφή με τον Μπρούμα, αφού του δώσαμε λεπτομερή στοιχεία και ώρα συνάντησης.

Ώρα συνάντησης 2 μετά τα μεσάνυχτα, 27 πρός 28 Νοέμβρη 1946.

Η δύναμη της ομάδας ήταν έντεκα άτομα. Είχαμε ένα οπλοπολυβόλο Τσέχικο, δύο αυτόματα και πέντε ατομικά τουφέκια. Οι άλλοι άοπλοι. Εγώ θα έπαιρνα το οπλοπολυβόλο γιατί ήμουν σχετικά ο γερότερος και πιο νέος από τους άλλους. Θα προχωρούσα μπροστά μια και ήξερα καλά τα μέρη, όχι όμως από δρόμους αλλά από βουνό σε βουνό. Πρός στιγμή κάποιος έριξε την ιδέα να αφοπλίσουμε το αστυνομικό τμήμα της Αλβαινας που βρισκόταν μπροστά στο πέρασμα μας. Αυτό απορρίφθηκε, μια και άλλη ήταν η αποστολή μας για την ώρα.

Πριν ξεκινήσουμε, ο Γκότσης είπε λίγα λόγια, προφανώς για να ενθαρρύνει μερικούς που είχαν έλθει για πρώτη φορά να αναλάβουν ένοπλη δράση και για το ιστορικό ξεκίνημα της ομάδας αυτής. Οι περισσότεροι από αυτή την ομαδούλα είχαμε υπηρετήσει στον Ε.Λ.Α.Σ. Είμασταν ψημένοι και γνωρίζαμε τι μας περιμένει. Αν και αυτή την φορά θα ήταν ασύγκριτα σκληρότερος ο αγώνας από αυτόν της κατοχής στον Ε.Λ.Α.Σ. Όσοι υπηρέτησαν στον Ε.Λ.Α.Σ και στο Δ.Σ θα συμφωνήσουν μαζί μου. Δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης.

Το σούρουπο ξεκινήσαμε σιωπηλοί με κατεύθυνση πρός Ζάχα, όπως ανέφερα παραπάνω, για να συναντήσουμε τον άνθρωπο που θα μας έφερνε σε επαφή με τον Μπρούμα. Στις δύο η ώρα την νύχτα εφθάσαμε στο σημείο που είχαμε δώσει ραντεβού.

Περιμέναμε τον άνθρωπο με το σχετικό σύνθημα αλλά τίποτα. Πρώτη σοβαρή δυσκολία. Αρχίσαμε να ανησυχούμε και λάβαμε τα ανάλογα μέτρα. Δεν ξέραμε τι συμβαίνει. Για να μην καθυστερούμε περισσότερο αποφασίσαμε να φύγουμε αμέσως. Πλησίαζε να ξημερώσει. Εκεί που ήμασταν ήταν όλο χιτοχώρια. Με νοητή γραμμή πιάσαμε το δάσος που εβρίσκετο πάνω από το χωριό. Κοντά όμως στο χωριό που στείλαμε τον άνθρωπο από την Κωστομέρα. Πρίν ξημερώσει είχαμε γίνει αφάνεια.

Στα γρήγορα πάρθηκε απόφαση να στείλουν εμένα πρός αναζήτηση του ανθρώπου που ήξερε το σπίτι. Φεύγοντας ο Σταυρόπουλος μου λέγει: ‘‘ Αν σε κοιτάξει κανένας ύποπτα να τον σκοτώσεις’’. ‘‘Όχι’’, είπε ο Γκότσης ‘‘αν σε ρωτήσει ποιος είσαι και διαπιστώσεις ότι είναι ύποπτος, να τον σκοτώσεις, ασυζητητί’’. Είχα μόνον πιστόλι επάνω μου.

Έφθασα στο σπίτι ευτυχώς, χωρίς να με δη κανείς. Χτύπησα την πόρτα και πρόβαλε με μισάνοιχτη την πόρτα ο άνθρωπος που ζητούσαμε. Είχε κιτρινίσει από τον φόβο του. Από την μέση και κάτω ήταν μούσκεμα. Πέρασα μέσα χωρίς να ρωτήσω. Του εζήτησα εξηγήσεις, γιατί δεν ήλθαν στο ραντεβού. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ο άλλος που στείλαμε από Κωστομέρα δεν εμφανίστηκε καθόλου. Την στιγμή εκείνη που συζητούσαμε, φωνάζει κάποιος απ’έξω. Κοιτάζω στα κρυφά από το παράθυρο που ήταν μεσάνυχτα, και βλέπω έναν ένοπλο. Εγώ φοβούμενος μήπως έλθει μέσα, έπιασα την πόρτα και περίμενα. Ευτυχώς γι’αυτόν και για μας και για το σπίτι αυτό, είπε μια καλημέρα απέξω κατευθυνόμενος πρός το σπίτι και απομακρύνθηκε.

Την στιγμή εκείνη η γυναίκα του σπιτιού πέφτει λιπόθυμη. Αφού μου έδωσε ορισμένες γελοίες δικαιολογίες, εκανονίσαμε να συναντηθούμε την νύχτα στις 12 η ώρα στο εκκλησάκι του βουνού. Πήδησα στο δάσος και είπα τα καθέκαστα στην ομάδα και από εκεί ψηλότερα στο δάσος. Ο Γκότσης και όλοι μας είμαστε αγανακτισμένοι από τη συμπεριφορά και τη στάση αυτού του ανθρώπου. Περάσαμε κρυμμένοι εκεί όλη την ημέρα.

Το απόγευμα κατά τις 3 περίπου πλησίαζε ένα κοπάδι γίδια. Πάνω από μας ήλθε και στάθηκε ένας τσοπάνος. Σωστός κουμαρόλυκος. Και συγκεκριμένα στο σημείο που βρισκόταν ο Σταυρόπουλος. Έφερε μαζί του πολεμικό όπλο εγγλέζικο. Ο Σταυρόπουλος τον κοιτούσε και τον ζύγιζε καλά καλά. Εμείς κοιτούσαμε και γελούσαμε συγχρόνως μέσα μας πως θα αντιδράσει ο Σταυρόπουλος γιατί ξέραμε ότι δεν χωράτευε. Σε μια στιγμή βλέπουμε τον Σταυρόπουλο να κινείται σιγά σιγά και με ένα σάλτο τον βουτάει. Ο άνθρωπος τα χάνει. Δεν προλαβαίνει να αντιδράσει, βλέπει και μας, τα χάνει κυριολεκτικά. Εκοιτούσε σαν λαβωμένο αγρίμι. Τον καθησυχάσαμε ότι δεν θα τον πειράζαμε. Τον ρωτήσαμε τι το θέλει το πολεμικό όπλο. Μας έλεγε ότι το θέλει για τα τσακάλια. Αυτό το έλεγε για δικαιολογία. Τελικά παραδέχτηκε ότι ήταν χίτης και ότι παρασύρθηκε κ.λ.π κ.λ.π.

Τον κρατήσαμε μέχρι αργά το βράδυ και τον αφοπλίσαμε κάνοντας αυστηρές συστάσεις να μην πεί τίποτε. Και όπως αποδείχθη αργότερα δεν είπε τίποτε, γιατί είδε τον χάρο με τα μάτια του. Ένας άοπλος οπλίστηκε ακόμη. Την νύχτα βρεθήκαμε στο σημείο εκείνο που είχαμε πεί με τον φίλο, ας τον πούμε φίλο για την ιστορία.

Ήλθε πράγματι, μας έφερε και φαγητό, αλλά εκείνο που θέλαμε εμείς δεν έγινε. Δηλαδή την σύνδεση με τον Μπρούμα. Αποδείχθη ότι από το φόβο του δεν κινήθηκε καθόλου. Κατόπιν τούτου αποφασίσαμε να φύγουμε. Πρίν φύγουμε του έκανε πρόταση ο Γκότσης να ακολουθήσει την ομάδα. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Σκέτο μουσκίδι από την μέση και κάτω. Απορούσαμε πως στάθηκε στα πόδια του και έφτασε στο ύψωμα με το φαγητό.

Αυτός με μισόλογα αρνήθηκε να ακολουθήσει προφασιζόμενος ότι θα μείνει πίσω να εργαστεί σαν οργάνωση. Ο Γκότσης του είπε: ‘‘Πίσω δεν υπάρχει, δεν είναι όπως στην κατοχή. Η θα έλθεις μαζί μας ή θα καθίσεις εδώ και θα πιαστείς να πλουτίσεις τις φυλακές’’. Δεν ακολούθησε. Και μετά από λίγες μέρες πιάστηκε και καταδικάστηκε χωρίς σχεδόν καμία κατηγορία 15 χρόνια φυλακή. Βγήκε αργότερα από την φυλακή ήρωας και αυτός.

Πριν αναχωρήσουμε μας έδωσε δύο ονόματα που θα συναντούσαμε στο πέρασμα μας για να μας βοηθήσουν. Του είπαμε ότι δεν τους γνωρίζουμε αυτούς τους ανθρώπους, πως θα έδιναν εμπιστοσύνη; Πως θα δώσουν πίστη; Ποιοί είμαστε; Του είπαμε να πάμε μαζί μέχρι εκεί αλλά και πάλι αρνήθηκε. Μόλις που στεκόταν στα πόδια του. Κατόπιν τούτου ξεκινήσαμε μόνοι μας με κάθε προφύλαξη και φθάσαμε στο χωριό Ζελέχωβα. Το σπίτι το βρήκαμε σχετικά εύκολα με τα στοιχεία που μας είχε δώσει αυτός. Ηταν στην άκρη του χωριού. Πως συνεννοούνται τώρα; Πως θα δώσει ο άνθρωπος πίστη και βάση για το ποίοι είμαστε; Χτυπήσαμε την πόρτα και δεν άνοιγε, φοβόταν ο άνθρωπος. Επιτέλους κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα. Ήταν ένας κατατρομοκρατημένος άνθρωπος που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Εδώσαμε και πήραμε να μας πάρει μέσα. Είχε τέσσερα παιδιά μικρά. Η εικόνα που παρουσίαζε το σπίτι έδειχνε ότι ήταν πτωχή οικογένεια, όπως άλλωστε όλες οι αγροτικές ορεινές οικογένειες που δεν είχαν ούτε ψωμί να φαν εκείνα τα χρόνια.

Περιμέναμε κλεισμένοι μέσα στο σπίτι. Σε κάποια στιγμή κατά το μεσημέρι μας έφερε λίγο αραποσιτένιο ψωμί με λίγες ελιές και κρεμμύδια. Ο Γκότσης δεν μπόρεσε να φάει ούτε μπουκιά. Είπε όμως συγκινημένος: ‘‘Δεν θα πάρουμε καμιά φορά στρουμπί στα χέρια μας;’’ και γύρισε βηματίζοντας λίγο στο δωμάτιο κατά εκείθε δακρυσμένος. Εδώ καταλάβαμε περισσότερο το ψυχικό μεγαλείο του Γκότση.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας αποφασίστηκε να στείλουν εμένα στο χωριό Κουφόπουλου να συναντήσω άνθρωπο ο οποίος θα μας βοηθούσε να περάσουμε στο Λύκαιο, στο χωριό Καρυές, που εκεί ήταν παράνομος ο Ηλίας Σπανός. Αργότερα το 1949 πιάστηκε και αυτός και εκτελέστηκε στην Τρίπολη.

Αποφασίστηκε να στείλουν εμένα για δύο λόγους:Πρώτον γιατί εγνώριζα τα μέρη και δεύτερον είχα επάνω μου ταυτότητα. Παρέλειψα να αναφέρω ότι ήμουν μισοπαράνομος και είχα κατορθώσει και είχα βγάλει ταυτότητα. Εδώ υπήρξε μια μικρή διαφωνία μεταξύ Γκότση και Σταυρόπουλου. Ο Σταυρόπουλος έλεγε να μην πάω καθόλου ή τουλάχιστον αν πάω, να πάρω πιστόλι μαζί μου. Ο Γκότσης είχε αντίθετη γνώμη να πάω με πολιτικά και εντελώς άοπλος. Τελικά επικράτησε η γνώμη του Γκότση.

Εδώ αποδείχθη ότι ο Σταυρόπουλος είχε δίκιο και τούτο από την μεγάλη εμπειρία που είχε αποκτήσει από την παρανομία. Εγώ από λόγους πειθαρχίας δεν έφερα καμία αντίδραση αν και έβλεπα ότι η ενέργεια αυτή δεν ήταν σωστή για την εποχή εκείνη. Ο Γκότσης επηρεασμένος ακόμη κατά κάποιο τρόπο από τον κατοχικό αγώνα δεν διέκρινε την διαφορά μεταξύ κατοχής και κείνου του αγώνα που ξεκινούσαμε το 1946. Στην κατοχή υπήρχαν γερές και δεμένες ΕΑΜικές οργανώσεις με τεράστια λαϊκή βάση. Ενώ το 1946 ήταν εντελώς το αντίθετο. Πόσο είχαν αλλάξει τα πράγματα.

Ετοιμάστηκα, έβγαλα τα στρατιωτικά μου και εφόρεσα τα πολιτικά του Γκότση και αυτός τα δικά μου. Εκανονίσαμε το ραντεβού που θα συναντηθούμε και την ώρα. Θα συναντιόμαστε στο σταυροδρόμι του δημόσιου δρόμου πρός Ανδρίτσαινα – Κουφόπουλου, στις 12 η ώρα την νύχτα της ίδιας ημέρας αφού θα τους σταματούσα εγώ με το σχετικό παρασύνθημα.

Έφυγα χωρίς να γίνω αντιληπτός, δύο ώρες μέρα περίπου και έφθασα στο χωριό του Κουφόπουλου χωρίς καμία δυσκολία. Δεν γνώριζα το σπίτι του ανθρώπου που ζητούσα μα ούτε και τον ίδιο προσωπικά. Ηταν και αυτός της ίδιας ψυχικής αντοχής όπως αποδείχθη με τον άλλο φίλο που ανέφερα παραπάνω και που αυτός άλλωστε μας τον υπέδειξε για να μας βοηθήσει. Κατά τύχη βρίσκω στο κάτω μέρος του χωριού έναν γνωστό μου και καλό άνθρωπο, όπως αποδείχθη με την ενέργεια του. Ηταν πολύ συμπαθών πρός εμάς και το έλεγε η καρδιά του, αν και προχωρημένης ηλικίας. Λεγόταν Μπιρμπίλης Γιώργος. Μου είπε ότι θα έβλεπε εκείνος τον άνθρωπο και θα τον έστελνε εκεί σε μένα, αφού προηγουμένως μου υπέδειξε και το σπίτι του.

Περίμενα κάπου μισή ώρα, αλλά τίποτε. Αποφάσισα να πάω μόνος μου στο σπίτι. Τι είχε συμβεί. Ο Μπιρμπίλης τον βρήκε και του το είπε, αλλά αυτός αντί να έλθει σε μένα, πήγε στην αστυνομία και είπε ότι κάποιος τον ζητά αλλά δεν γνωρίζει τι άνθρωπος είναι. Η αστυνομία έστειλε τρεις χίτες και παρακολουθούσαν το σπίτι του. Όταν μπήκα εγώ στο σπίτι δεν είχα καλά καλά καθήσει και άρχισα τη συζήτηση με τον πατέρα του κυρίου αυτού, χτυπάει η πόρτα, ανοίγουν και με προτεταμένα τα όπλα μπαίνουν μέσα οι τρεις χίτες.

Αρχίζουν οι σχετικές ερωτήσεις ποιος είμαι και που πάω, κ.λ.π κ.λ.π. Μου ζήτησαν ταυτότητα. Όταν τους έδειξα ταυτότητα και τους είπα ότι πάω στην Αθήνα, πείστηκαν και γύρισαν να φύγουν. Η γριά του σπιτιού που ήταν φαίνεται του ιδίου χαρακτήρα με το γιο της τους είπε ‘‘δεν ξέρω εγώ τι άνθρωπος είναι αυτός’’, φοβάμαι. Τότε γύρισαν πίσω και μου λεν, πάμε μέχρι την αστυνομία. Από εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου αρχίζει να δουλεύει για το πως θα αντιμετωπίσω τις ανακρίσεις της αστυνομίας και ποία θα είναι η τύχη της ομάδας.

Φθάσαμε στην αστυνομία. Μετά από λίγο αρχίζει η ανάκριση. Εγώ υποστήριζα πως πάω στην Αθήνα. Λεφτά όμως δεν είχα και αυτό δεν έπειθε την αστυνομία. Η αστυνομία έπειτα από κρισάρισμα με θεώρησε ύποπτο και άρχισε τις πιέσεις. Εγώ επέμεινα. Αφού έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να βγάλουν τίποτε, άρχισαν τους βασανισμούς, οι οποίοι συνεχίστηκαν μέχρι τις πρωινές ώρες. Το μυαλό μου γύριζε πάντα στην ομάδα, τι και τι θα βάζουν στο μυαλό τους για εμένα. Εδώ θα κάνω μια μικρή διακοπή στην αφήγηση και θα επανέλθω αμέσως.

Η αστυνομία από όλα αυτά με θεώρησε σοβαρά ύποπτο, μου έστησε την συνηθισμένη για την εποχή κατηγορία περί συστάσεως ενόπλου συμμορίας κ.λ.π κ.λ.π και κατευθείαν στο στρατοδικείο της Κορίνθου. Την άλλη μέρα με φόρτωσαν σε ένα αμάξι σε κακά χάλια από τους βασανισμούς, μεταφέρθηκα στην Κυπαρισσία και από εκεί στις στρατιωτικές φυλακές Κορίνθου. Εκεί είδα και τους πρώτους θανατοποινίτες από στρατοδικείο. Ηταν ο Σπύρος Τσετσέκος από το Αργος και ένας άλλος που δεν θυμάμαι το όνομα του. Λίγο αργότερα εκτελέστηκαν.

Εκεί βρήκα και τον μακαρίτη τον Μπρούμα, που ανάφερα στην αρχή της αφήγησης, ο οποίος ωρύετο κυριολεκτικά με την κατάσταση και το χάος που επικρατούσε από τη μεριά μας, μου υπενθύμιζε όσα μας έλεγε το 1945 πρίν 20 περίπου μήνες. Μου ζητούσε εξηγήσεις, γιατί δεν πήγαινα εγώ ο ίδιος να τον βρω και αναθέσαμε σε αυτό το γελοίο υποκείμενο (φράσεις δικές του αυτές) να έλθει σε επαφή μαζί μας, κ.λ.π κ.λ.π. Εκεί ήταν και ο άνθρωπος που είχαμε στείλει για το Μπρούμα και μας έριξε σε όλη αυτή την περιπέτεια και που αρνήθηκε να μας ακολουθήσει όταν του είπε ο Γκότσης ή στο βουνό ή σε συμβιβασμό και στη φυλακή.

Πέρασα στρατοδικείο στις 5 Φλεβάρη 1947 και αθωώθηκα. Εδώ αξίζει να μνημονεύσω κάτι πολύ σημαντικό. Την ώρα που καθόμουν στο εδώλιο και το δικαστήριο έκανε μεσημβρινή διακοπή, πέρασε από μπροστά μου χωρίς να με κοιτάει ο πρόεδρος του στρατοδικείου και μου λέει στα πεταχτά: ‘‘Να πας στο καλό και να πεις χαιρετίσματα στον ανηψιό μου’’. Εγώ τα έχασα και δεν ήξερα τι να υποθέσω. Μετά από λίγο έρχεται ο δικηγόρος μου Κώστας Σαρλής από την Αθήνα και μου λέει στο αυτί: ‘‘Το άκουσες τι σου είπε ο Πρόεδρος’’; Του είπα ‘‘ναι αλλά δεν ξέρω ποιός είναι και τι εννοεί’’. ‘‘Είναι ο Μπαρσακίδης’’ μου λέει, ‘‘είναι θείος του Κώστα Μπαρσακίδη που έχει βγει αυτές τις μέρες στο βουνό. Να περάσεις αύριο που θα αποφυλακιστείς να σε δεί’’. Την άλλη μέρα βγήκα και άρχισα να ψάχνω να τον βρω. Δεν ήξερε κανένας να μου πεί που είναι. Τελικά δεν μπόρεσα να τον έβρω.

Αξίζει εδώ να αναφέρω ότι σε όσες δίκες προέδρευε ο Μπαρσακίδης και πριν τη δίκη την δική μου και μετά, κανέναν δεν δίκασε σε σοβαρή ποινή, ότι μπορούσε και ότι ήταν ανθρώπινα δυνατό, να μην ρίχνει λάδι στη φωτιά. Χαρακτηριστικά θα αναφέρω τη δίκη του Σπύρου Μυλωνά, νομίζω ότι ήταν από το Λουτράκι ή Κόρινθο, δεν είμαι σίγουρος. Τον δίκασε σε δύο χρόνια εξορία, και το έκανε αυτό για να τον προφυλάξει. Δυστυχώς όμως δεν μπόρεσε να τον σώσει. Τον έφεραν από την εξορία και τον δίκασαν με ένα νόμο που έφτιαξαν το1948-1949, όχι για όλη την Ελληνική επικράτεια, αλλά μόνο για την Πελοπόννησο. Με αυτό το νόμο πέρασαν το Μυλωνά και μερικούς άλλους και τους εκτέλεσαν το 1949. Ευτυχώς όμως έπειτα από γενική κατακραυγή και εδώ και στο εξωτερικό, καταργήθηκε αυτός ο δολοφονικός νόμος που έγινε ειδικά για την Πελοπόννησο.

Από την Κόρινθο με έδιωξαν άρον-άρον, ούτε το ξενοδοχείο δεν με εδέχθη (κατόπιν πιέσεως) για να μείνω και να πάρω το τραίνο την άλλη μέρα να κατέβω στο χωριό. Έμεινα κει λίγο καιρό και μετά από ένα μπλόκο στις Κουκουβάουνες, έπεσα πάνω στον σταθμάρχη Καραθανάση από το γειτονικό μου χωριό Μπισκίνι, μου θεώρησε ταυτότητα (πράγμα δυσκολότατο για την εποχή εκείνη) και όχι μόνο τη δική μου, αλλά έβγαλε ταυτότητα σε άλλους δύο κοντοχωριανούς μου, Ανδρίκουλα Κώστα και Λώλο Θεόδωρο από Βερβίτσα Ολυμπίας. Λίγο αργότερα ήλθαν και αυτοί στον Δ.Σ. Σκοτώθηκαν το 1949. Τελείωσα με την ατομική μου περίπτωση και μπαίνω πάλι στην αφήγηση και εξιστόρηση των γεγονότων.

Όταν έφτασα στο χωριό, έμαθα την περιπέτεια της ομάδας από την μάνα μου και τα αδέλφια μου. Η ομάδα όπως είχαμε συνεννοηθεί προχωρούσε την νύχτα με την πεποίθηση ότι θα την σταματούσα εγώ όπως είχαμε πεί. Προχωρώντας έφτασε πλησίον της Ανδρίτσαινας. Για μια στιγμή βλέπουν τα φώτα. Σταμάτησαν. Δεν τους εχώριζαν από την Ανδρίτσαινα παρά μόνο 500 μέτρα. Κατάλαβαν ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει με μένα. Από εδώ αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια για την ομάδα. Γύρισαν πίσω πέφτοντας σε χαράδρες με απότομες καταπτώσεις, χωρίς να γνωρίζουν τον τόπο και τα μέρη. Ένα παιδί δεν άντεξε και το έπαιρναν στον ώμο. Άλλοι δύο τους έφυγαν. Η ομάδα βρέθηκε σε απελπιστική θέση. Όλα τα σχέδια ανατρέπονταν. Έπειτα από τρομερές περιπέτειες έφτασαν στο χωριό μου Κωστομέρα, από κει που πρωτοξεκινήσαμε. Εκεί έμαθαν για μένα. Η ομάδα συνέχισε την πορεία της από άλλα περάσματα. Και να κατορθώσει επιτέλους να συνδεθεί με άλλους παρανόμους πρός Μεσσηνία και Αρκαδία. Ας σημειωθεί ότι παράνομους κρατούσε μόνο η Μεσσηνία και Λακωνία ( Ταΰγετος- Πάρνωνας) και ελάχιστους η Αρκαδία.

Από το τέλος του 1946 έως αρχές 1947 προσπαθούν να συνδεθούν μεταξύ τους. Μετά από πολλές προσπάθειες το καταφέρνουν. Τον Σφακιανό τον βρίσκουν κάπου στην Λακωνία σε κακά χάλια, μέσα σε βαρειά παρανομία και σχεδόν ετοιμοθάνατο. Η υπόλοιπη Πελοπόννησος δεν είχε παρανόμους για αυτό δυσκολεύτηκε στην συγκρότηση ομάδων. Μετά την σύνδεση των ομάδων, αρχίζει η ένοπλος πλέον δράση.

Χίτες αφοπλίζονται κατά εκατοντάδες, αστυνομικά τμήματα και υποδιοικήσεις χωροφυλακής πιάνονται αιχμάλωτοι και απολύονται, γιατί το επέβαλε τότε η συμφιλιωτική πολιτική, πιστεύοντας ακόμη σε έναν πολιτικό διακανονισμό. Η ηγεσία μας συνεχίζει την μονόπλευρη κατευναστική πολιτική του ακήρυκτου πολέμου, περιχαρακωμένη μέσα σε 100 τετραγωνικά μέτρα στην Εδουάρδου Λώ, συνεχίζει την νόμιμη πολιτική της μέχρι τον Οκτώβρη του 1947, που βγάζουν εκτός νόμου η κυβέρνηση Σοφούλη-Τσαλδάρη.

Ο εμφύλιος πόλεμος κηρύσσεται πια επίσημα και από τις δυο πλευρές και που θα πάρει τρομερές διαστάσεις αργότερα. Το δόγμα Τρούμαν που είχε εξαγγείλει ο Πρόεδρος της Αμερικής τον Απρίλη 1947, μπαίνει σε πλήρη εφαρμογή και υλοποίηση. Χιλιάδες τόνοι παντός είδους όπλα και πυρομαχικά του Βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού ξεφορτώνονται στα ελληνικά λιμάνια με προορισμό τον εφοδιασμό του μονοφασιστικού στρατού και σωμάτων ασφαλείας.

Στην Πελοπόννησο όλο και μεγαλώνει το ένοπλο κίνημα δημιουργώντας γερές βάσεις εξορμήσεως, Ταύγετο-Μαίναλο-Πάρνωνα. ΄Η μεγαλύτερη επιτυχία μας είναι η απελευθέρωση των 220 φυλακισμένων από τις φυλακές της Σπάρτης. Η απελευθέρωση των φυλακισμένων είχε τεράστοιο αντίκτυπο τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, δεδομένου ότι ευρίσκετο στην Ελλάδα η ερευνητική επιτροπή του Ο.Η.Ε για να εξετάσει τις καταγγελίες της κυβέρνησης της Αθήνας, ότι η Ελλάδα δέχεται εισβολή από τις βαλκανικές χώρες και ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι εσωτερική υπόθεση.

Οι καταγγελίες αυτές κατέρρευσαν, γιατί αποδείχθησαν αβάσιμες. Καλά στα σύνορα, στην Πελοπόννησο, στη Σάμο και σε άλλες απομακρυσμένες περιοχές, ποιός μας ενισχούσε; Οι φυλακισμένοι αυτοί δεν απέδωσαν και πολλά πράγματα, λίγοι ακολούθησαν τον Δ.Σ. Οι άλλοι έφυγαν δώθε και εκείθε για να μην ταλαιπωρηθούν και τσακίσουν τα νύχια τους.

Άλλη μεγάλη επιτυχία για τις αρχές του 1947 ήταν η καταστροφή λόχου χωροφυλάκων του μοιράρχου Παναγέα στον Πάρνωνα. Μια άλλη επίσης επιτυχία ήταν η απελευθέρωση 28 μελλοθάνατων από το τραίνο στο σιδηροδρομικό σταθμό του Ισαρη Αρκαδίας. Τους φυλακισμένους τους μετέφεραν από τις φυλακές της Καλαμάτας στις φυλακές της Αίγινας. Θα μπορούσα να αναφερθώ σε σωρεία μικρομαχών αλλά θα σταθώ στις σπουδαιότερες και τις σημαντικότερες που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα και το Δ.Σ Πελοποννήσου.

Φθάνοντας στο χωριό αναγκάστηκα να παραμείνω κει, διότι δεν μπορούσα να συνδεθώ με ομάδα. Οι οργανώσεις είχαν κυριολεκτικά καταστραφεί από το 1945. Την θέση των εαμικών οργανώσεων την πήραν τώρα άλλες οργανώσεις. Οι χίτικες οργανώσεις εκάλυπταν όλη την ύπαιθρο που κανείς δεν μπορούσε να κινηθεί από χωριό σε χωριό. Πόσοι δεν εχάθησαν έτσι που ξεκίνησαν για το Δ.Σ πέφτοντας στο κενό. Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα να δώσω στον αναγνώστη τις τεράστιες δυσκολίες που περάσαμε για να δημιουργήσουμε το Δ.Σ Πελοποννήσου.

Είχαν έλθει κατά το 1947 τρία παιδιά από την Μεσσηνία για να καταταγούν στο Δ.Σ. Έφτασαν στο χωριό Τουρκολέκα του Ταΰγετου. Εκεί κρύφτηκαν με την ελπίδα ότι θα κατορθώσουν να πάρουν σύνδεση. Παρέμειναν λίγες μέρες κρυμμένοι, όμως ήθελαν τρόφιμα για να ζήσουν. Πως όμως; Αναγκάστηκαν να καταφύγουν στου παπά το σπίτι. Ο παπάς τους έδωσε τρόφιμα, αλλά παράλληλα ειδοποίησε το απόσπασμα, τους κύκλωσαν και τους σκότωσαν έξω από το χωριό Τουρκολέκα. Μετά από έρευνες που έκανε ο Κλαρίνης διαπιστώθηκε ότι τους είχε προδώσει ο παπάς. Ο παπάς τιμωρήθηκε όπως του άξιζε. Ποιος ήταν ο Κλαρίνης; Καταγόταν από την Μερόπη Μεσσηνίας. Ηταν από τους πρωτοπόρους αντάρτες τόσο στην κατοχή όσο και στο Δ.Σ. Σκοτώθηκε το 1949 στην κατάρρευση.

Άλλη περίπτωση: είχαν έλθει κατά τα τέλη 1947 τρία άλλα παιδιά, και οι τρεις ήταν

αστυνομικοί, από Ζούρτσα και Γάρδιτσα Ολυμπίας για να περάσουν στον Δ.Σ. Παρέμειναν κρυμμένοι σε ένα μήνα περίπου μέχρι που κατά σύμπτωση πέρασε ένα τμήμα δικό μας από κει (ήμουν κι εγώ στο τμήμα αυτό) και έτσι πέρασαν στο Δ.Σ. Ο ένας λεγόταν Καφίρης Μήτσος, ήταν από την Γάρδιτσα. Οι άλλοι δύο από την Ζούρτσα, Μάρκος Δέδες και Βάγιας Γιώργος.

Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλες περιπτώσεις των τεραστίων δυσκολιών που υπήρχαν από υποκειμενικούς και αντικειμενικούς λόγους, αλλά και αυτά που ανέφερα είναι νομίζω αρκετά, να βγάλει κανείς το συμπέρασμα, με τι κόπους και βάσανα φτιάξαμε αυτό το μεγαλείο που λεγόταν Δημοκρατικός Στρατός. Δεν ξέρω τι θα γράψουν οι ειδικοί που θα ασχοληθούν με αυτά, με τον Δ.Σ και γενικότερα με τον εμφύλιο πόλεμο, εγώ ένα έχω να πώ: Αν υπήρχε ένα καλό τιμόνι, με τέτοιο λαό που εθυσιάζετο σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να είναι άλλη η μοίρα μας.

ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Όπως ανέφερα παραπάνω παρέμενα με την ελπίδα ότι θα περάσουν από κει τίποτε αντάρτες για να συνδεθώ μαζί τους. Ένα βράδυ κατά τις δύο η ώρα, κτυπάει η πόρτα. Από τα χτυπήματα και τον τρόπο που χτυπούσε, καταλαβαίναμε αν ήταν δικός μας άνθρωπος ή εχθρός. Θα ρωτήσει ο αναγνώστης πως αυτό; Είχαμε πλέον συνηθίσει. Το κτύπημα των δικών μας ανθρώπων είχε ικετευτικό και παρακαλετό ύφος, ζητούσε βοήθεια, προστασία. Το άλλο ήταν επιτακτικό και βίαιο. Ανοίγουμε την πόρτα και βρίσκουμε τον Αρίστο Βασιλόπουλο από Μπισκίνι, που είμαστε μαζί αρχικά με την ομάδα το 1946, όταν πρωτοξεκινήσαμε. Τι είχε συμβεί: Ο Αρίστος είχε αποκοπεί από την ομάδα του σε μια ενέδρα που έπεσαν κάπου στην Ηλεία, στην προσπάθεια τους να περάσουν στο χώρο της περιοχής αυτής, να δημιουργήσουν περάσματα και βάσεις. Αντιμετώπισαν όμως τρομακτικές δυσκολίες. Στην πρώτη εξόρμηση προς τα κει δεν πέτυχαν. Μέρα και νύχτα τους κυνηγούσαν, που δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Επικεφαλής του μικρού αυτού αποσπάσματος ήταν ο αείμνηστος Σφακιανός.

Ο Σφακιανός ήταν ταγματάρχης του αστικού στρατού. Μετά την κατάρρευση του Αλβανικού μετώπου πέρασε στο προοδευτικό κίνημα. Πήρε μέρος στην αντίσταση, υπηρετώντας στον Ε.Λ.Α.Σ της Πελοποννήσου. Με την παράδοση του Ε.Λ.Α.Σ παρέμεινε στην Πελοπόννησο παράνομος. Το τι τράβηξε ο άνθρωπος αυτός κατά την διάρκεια της παρανομίας είναι εκτός πάσης περιγραφής. Είχε και αυτός δραματικό τέλος. Σκοτώθηκε στην κατάρρευση το 1949.

Η κατάρρευση τον βρήκε αποστρατευμένο με τον τιμητικό βαθμό του αντιστρατήγου για το λόγο ότι είχε πολύ ταλαιπωρηθεί και δεν μπορούσε να αποδώσει και να ξεκουραστεί. Έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και σεβασμού από όλους. Και από τα στελέχη και τους μαχητές. Ο πρωθυπουργός Σοφούλης αποπειράθηκε πολλές φορές και με επιστολές ακόμη να τον αποσπάσει από το Δ.Σ και του υποσχόταν θέσεις και αμοιβές. Τις επιστολές αυτές τις είχε πάντα στο σακίδιο του μέχρι που σκοτώθηκε.

Και συνεχίζω:

Όταν ο Αρίστος αποκόπηκε, σε μια νυχτερινή συμπλοκή, τράβηξε κατά τα δικά του μέρη. Πέρασε στον ποταμό Αλφειό που λίγο έλειψε να πνιγεί την νύχτα. Έφθασε στο χωριό του σε κακά χάλια. Εκεί παρέμεινε για αρκετές μέρες κρυμμένος περιμένοντας κι αυτός να περάσει καμία ομάδα για να ξανασυνδεθεί. Εκεί έμαθε ότι εγώ βρισκόμουν στο χωριό και αμέσως χωρίς να χρονοτριβεί έφτασε την νύχτα στο χωριό όπως ανέφερα παραπάνω. Εκανονίσαμε το δρομολόγιο που θα ακολουθούσαμε και ξεκινήσαμε. Είχαμε μόνο ένα όπλο. Προορισμός μας το χωριό Καρυές Λυκαίου. Εκεί είχε δημιουργηθεί βάση και μπορούσαμε πιο εύκολα να συνδεθούμε.

Εφθάσαμε στο χωριό Καρυές εύκολα, χωρίς κανένα εμπόδιο. Σημειωτέον ότι η δράση των χιτών είχε περιοριστεί πολύ από τη δράση την δική μας έστω και περιορισμένη για την εποχή εκείνη. Φθάνοντας στις Καρυές μάθαμε από την γιάφκα που υπήρχε εκεί ότι μια ομάδα με επικεφαλής τον Γκότση και Σταυρόπουλο θα κτυπούσαν τη Ζαχάρω. Στεναχωρηθήκαμε πολύ διότι εμείς ανεβαίναμε και κείνοι κατέβαιναν για Ζαχάρω. Τι ατυχία.

Η Μάχη της Ζαχάρως – 1947

Η ομάδα αυτή είχε 32 μαχητές. Έκανε ένα παραπλανητικό ελιγμό προς Γορτυνία, κατέβηκε στην Ηραία, πέρασε τον Αλφειό και έφτασε στο χωριό το δικό μου, την Κωστομέρα. Εκεί έμαθε για τον Αρίστο και μένα. Ο Γκότσης και ο Σταυρόπουλος στενοχωρήθηκαν πολύ που δεν μας πρόλαβαν εκεί. Η έκβαση της μάχης θα ήταν άλλη από εκείνη που είχε αν είμαστε εμείς γιατί γνωρίζαμε την Ζαχάρω πολύ καλά, και το τελευταίο σοκάκι. Τα παιδιά της ομάδας ήταν όλα ξένα και δεν εγνώριζαν τη Ζαχάρω. Αλλά και πάλι η μάχη θα πετύχαινε αν δεν επροδίδετο, και ορισμένοι τάχα δικοί μας, μας βοηθούσαν.

Στην Κωστομέρα καταστρώθηκε το σχέδιο. Έστειλαν το μικρό αδελφό μου Ελισσαίο που πήγαινε στο Γυμνάσιο Ζαχάρως με σημείωμα σε ορισμένους ανθρώπους, αλλά αυτοί δεν εκινήθηκαν από φόβο. Το χτύπημα έγινε αλλά χωρίς επιτυχία. Και τούτο γιατί δεν πέτυχε ο αιφνιδιασμός. Η κίνηση της ομάδας προς τα κει επροδόθηκε από ένα απρόβλεπτο περιστατικό. Τι είχε συμβεί: Περνώντας η ομάδα από τον Αλφειό και φθάνοντας έξω από το χωριό Τρύπες, κάθισε σε ένα εξοχικό για να ξεκουραστεί λίγο. Μέσα στο εξοχικό υπήρχε ένα δερμάτινο σακάκι εγγλέζικο. Αυτό θεώρησε καλό ο Σταυρόπουλος να το πάρει μια και ήταν στρατιωτικό είδος. Αυτό αποτέλεσε την αφορμή να μαθευτεί η κίνηση της ομάδας. Η ομάδα συνέχισε την πορεία της πρός Κωστομέρα και κει έκανε αφάνεια.

Την άλλη μέρα το πρωί ο νοικοκύρης του εξοχικού, ένας γέροντας, πήγε να περιποιηθεί τα ζώα του. Εκεί αναζήτησε το σακκάκι. Μονολογούσε μόνος του, ποιός μπήκε μέσα και του πήρε το σακκάκι. Την στιγμή εκείνη, εντελώς τυχαία, περνούσε ένας χίτης ονόματι Αρίστος Κουρής από την Αλβαινα και ρωτάει το γέρο τι συμβαίνει. Του είπε ο γέρος τα σχετικά. Ο χίτης αυτός παρατήρησε ότι υπήρχαν πολλά ίχνη από πατήματα. Υποψιάστηκε και ακολούθησε τα αχνάρια που έφθαναν μέχρι Κωστομέρα. Ας σημειωθεί ότι είχε βρέξει και τα πατήματα εδιακρίνοντο πολύ καθαρά. Δεν του έμεινε καμία αμφιβολία ότι πρός τα κει τραβούσαν αντάρτες. Έτρεξε αμέσως και έστειλε κάποιον Ζαρείφη από τη Λαγκάδα και ειδοποίησε τη Ζαχάρω, ότι πρός την Κωστομέρα έχουν κινηθεί αντάρτες. Όπως ήταν φυσικό η φρουρά της Ζαχάρως έλαβε τα μέτρα της.

Και πάλι η Ζαχάρω θα έπεφτε αν υπήρχαν 2-3 άνθρωποι ντόπιοι και τους βοηθούσαν στα περάσματα. Αυτό δεν το λέω αυθαίρετα, εκάναμε ένα σωρό συζητήσεις και κριτικές αργότερα με τον Γκότση. Αυτοί που αρνήθηκαν να μας βοηθήσουν (από φόβο φυσικά) το πλήρωσαν αργότερα πολύ ακριβά. Τους δύο τους σκότωσαν με το ξύλο μέσα στο κρατητήριο της Ζαχάρως. Τον τρίτο τον εκτέλεσαν στο Καλάμι της Κρήτης. Και να φαντασθεί κανείς ότι αυτοί μπορεί να έφεραν τους αντάρτες, τους σκότωσαν. Οι άνθρωποι πήγαν θράσοι. Αποτέλεσμα της μάχης ήταν να σκοτωθούν 2 χωροφύλακες και 2 μάυδες. Από τους αντάρτες δύο. Ο Κόλιας και ο Δράκος. Δεν θυμάμαι τα μικρά τους ονόματα. Τα παιδιά αυτά ήταν από την πάνω Μεσσηνία.

ΠΩΣ ΑΠΟΚΑΛΥΦΤΗΚΕ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Με την υποχώρηση, η ομάδα μετά την μάχη ακολούθησε το δρομολόγιο το ίδιο σχεδόν από αυτό που ήρθε. Αρήνη, Σκλήβα, Τρύπες, Ποτάμι, Αλφειό, Ηραία, Μαίναλο, Καρυές, Λύκαιο. Όταν περνούσε έξω από το χωριό Τρύπες και συγκεκριμένα έξω από το καλύβι του γέρου που είχε παρθεί εκείνο το μοιραίο σακάκι, ο γέρος ήταν εκεί γιατί όλος ο κόσμος εκεί γύρω στα χωριά είχε αναστατωθεί από τη μάχη και ρωτούσε ο ένας τον άλλο τι συμβαίνει και τι έγινε.

Όταν επλησίαζε η ομάδα κοντά ο γέρος τους εξέλαβε για χωροφύλακες και άρχιζε να φωνάζει και να λέει: ‘‘Παιδιάκια μου, πως δεν σας σκότωσαν οι κακούργοι κ.λ.π κ.λ.π’’. Τους έλεγε ότι τους έσωσε το σακκάκι το δικό του. Εκεί υποπτεύτηκε ο Γκότσης και άρχισε να ρωτάει το γέρο πως ακριβώς έγινε. Εδώ επηρεασμένος ο Γκότσης από την οργή του, αποκάλυψε στο γέρο ποιός ήταν και του είπε του γέρου να πεί του καταδότη, ότι όπου και να πάει θα τον πιάσουν. Αυτό ήταν το λάθος του Γκότση. Να μην αποκαλύψει ποιοι και ποιος ήταν, και το γιατί θα το αναφέρω στη συνέχεια.

Όταν ο γέρος κατάλαβε την γκάφα του , ότι δεν ήταν χωροφύλακες, αγκάλιασε τον Γκότση και του ζητούσε συγνώμη για όσα έλεγε μέχρι στιγμής σε βάρος μας και τους πρόσφερε ψωμί και τυρί. Η ομάδα βιαστικά πια, τραβούσε το δρόμο της γιατί από πολλά σημεία είχαν κινηθεί αποσπάσματα χωροφυλάκων και μάυδων να τους κλείσουν τα περάσματα. Όπως ανέφερα παραπάνω, η ομάδα έφτασε στις Καρυές. Εκεί συναντηθήκαμε και μας είπαν τα συμβάντα. Παρέλειψα να αναφέρω ότι ο Σταυρόπουλος είχε τραυματιστεί στο χέρι και στο λαιμό.

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Ο Γκότσης εξακολουθούσε να είναι εξοργισμένος με τον καταδότη. ‘‘Σήκω’’ μου είπε. Θα πάρεις πέντε παιδιά και θα κατέβεις στην Ολυμπία, θα πιάσεις τον καταδότη και θα τον εκτελέσεις αμέσως. Θα κάνετε φτερά να προλάβετε, γιατί έκανα την ανοησία να πώ στο γέρο ποιός και ποιοί είμαστε. Και το σπουδαιότερο που απείλησα τον καταδότη. Αν δεν προλάβετε θα μας φύγει το ποντικοπέτσι. Πρίν όμως ξεκινήσουμε, μας έδωσε εντολή να κατέβουμε στο χωριό Καράμποβο, να πιάσουμε δύο δικούς μας που μας είχαν φύγει από το λημέρι. Αυτοί είχαν βγει από την εξορία με κάτι μέτρα του Σοφούλη και είχαν έρθει στο βουνό. Έμειναν μερικές μέρες αλλά δεν άντεξαν και μας έφυγαν από το λημέρι. Νόμισαν οι άνθρωποι ότι εκεί παίζαμε κολιτσίνα .Δεν τους θυμάμαι πως τους έλεγαν. Δεν τους βρήκαμε. Είχαν κατέβει στη Μεγαλόπολη, εβολεύτηκαν εκεί με το χαρακτηρισμό του ανταρτόπληκτου για να πάρουν κανένα πενηντάρι από το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ.

Από κει χωρίς να χάνουμε καιρό φεύγουμε για την αποστολή μας. Η απόσταση μεγάλη, ήταν αδύνατο να την καλύψουμε σε μια ή ακόμη και σε δύο νύχτες δεδομένου ότι η πορεία μας θα ήταν νυχτερινή και θα αποφεύγαμε τους δρόμους και τα περάσματα που μπορούσαμε να γίνουμε αντιληπτοί.

Με τα ξημερώματα φθάσαμε στο μοναστήρι Σεπετού. Εκάναμε λημέρι εκεί όλη την ημέρα. Στο μοναστήρι υπήρχε μια οικογένεια δική μας που συντηρούσε το μοναστήρι. Μας περιποιήθηκαν όσο μπορούσαν οι φτωχοί αυτοί άνθρωποι. Είχαν υποφέρει και αυτοί από τους χίτες πολλά. Μόλις άρχισε να νυχτώνει φεύγουμε, έπρεπε να περάσουμε μέσα από χιτοχώρια, Μπάρτζελι, Βρεστό, Αλβαινα. Με χίλιες δύο προφυλάξεις φθάνουμε στο χωριό μου Κωστομέρα, αφοπλίζουμε κάτι χίτες εκεί και κατευθείαν για τον καταδότη. Για καλή του τύχη (είχε ειδοποιηθεί από τον γέρο), είχε εκκενώσει το σπίτι και είχε φύγει εκείνη την ημέρα που φθάναμε εμείς στον Πύργο. Επιστρέψαμε πάλι στην βάση μας και στο διάβα μας αφοπλίσαμε κάτι χίτες.

Η μάχη της Ζαχάρως δεν πέτυχε, τα περάσματα μας από κει όμως είχαν και τα θετικά τους αποτελέσματα. Η χίτικη ομίχλη που σκέπαζε την περιοχή άρχισε να διαλύεται και ο κόσμος ο δικός μας ανάσανε και άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια από την αφάνεια. Από δω και πέρα αρχίζει μια έντονη δράση δική μας, αφοπλίζοντας και εξαρθρώνοντας τις χίτικες οργανώσεις.

Στις Καρυές χωριστήκαμε και κάθε ομάδα πήρε την αποστολή της. Μια μικρή ομάδα με τον Σταυρόπουλο που ήμουν κι εγώ περάσαμε πρός τον Ταΰγετο. Μια άλλη ομάδα μεγαλύτερη από την δική μας θα περνούσε και αυτή τον Ταύγετο, αλλά θα προχωρούσε βαθειά μέσα στον Ταύγετο να συναντούσε τις ομάδες που δρούσαν εκεί. Η ομάδα η δική μας είχε μαζί της και δύο νεοσύλλεκτους, που μόλις είχαν έρθει από την Αθήνα.

Κατεβαίνοντας από Καρυές, Δερμπούνι, Στάλα, φθάσαμε στο δημόσιο δρόμο Καλαμάτα – Μεγαλόπολη κοντά στο χωριό Παραδείσια. Μόλις φθάσαμε κοντά στο δημόσιο δρόμο, αιφνιδίως ο Σταυρόπουλος μας σταματάει προχωρεί λίγο πιο πέρα και αρχίζει να αφουγκράζεται και να οσμίζεται τον αέρα. Έρχεται κοντά μας και θα μας λέει σιγανά : ‘‘Την Παναγία τους, μας έχουν στήσει ενέδρα’’.

Aρχισε να χαράζει, έπρεπε να περάσουμε από το δρόμο και αμέσως να περάσουμε στο καλυμμένο μέρος από θάμνους και δένδρα και να προχωρήσουμε άφοβα πλέον πρός τα υψώματα κοντά στο χωριό Τουρκολέκα. Εκείνη την στιγμή σε ένα εκκλησάκι, σε ένα μικρό λοφίσκο βλέπουμε φωτιά, και γύρω γύρω χωροφύλακες να πυρώνονται. ‘‘΄Νάτοι ρε’’ μας λέει ο Σταυρόπουλος, ‘‘τους έπιασε το τούρτουρο και πυρώνονται’’.

Αμέσως αποφασίζει να πάμε να τους χτυπήσουμε. Δίνουμε σημείο συνάντησης με τους υπολοίπους και το σχετικό παρασύνθημα για παν ενδεχόμενο. ‘‘Πάρε Τάσο εσύ το οπλοπολυβόλο, και γω το αυτόματο και πάμε’’. Η απόσταση που μας χώριζε δεν ήταν παραπάνω από 150 μέτρα. Με τα όπλα στην σκανδάλη προχωρούμε κοντά προς τους χωροφύλακες. Εκείνη την στιγμή που είμαστε έτοιμοι να τους χτυπήσουμε αλλάζει γνώμη και δεν χτυπάμε. Μου λέει: ‘‘Γυρίζουμε πίσω’’. Παίρνουμε και τους άλλους γιατί φώταγε και προχωρούμε προς το καλυμμένο μέρος. Μετά από την πορεία όλη την ημέρα σχεδόν φθάσαμε στην κορυφή των υψωμάτων που είχαν καλυφθεί από χιόνια πρόωρα. Εκεί στο ύψωμα μείναμε όλη την ημέρα.

Με το σούρουπο που είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε πέφτει το αυτόματο του Ετεοκλή, παίρνει φωτιά και τραυματίζει έναν από τους καινούργιους. Και συγκεκριμένα τον Πανάγο Καζάντα από τον Αητό Μεσσηνίας. Τον πήρε σε σημείο που πολύ φοβηθήκαμε ότι δεν θα γλύτωνε. Τον επιδέσαμε να σταματήσει η αιμορραγία. Κατόπιν του δυσάρεστου αυτού επεισοδίου έπρεπε να αλλάξουμε σχέδια και πορεία. Που να πάμε με τον τραυματία και πώς; Ήταν τραυματισμένος κάπως βαρειά, δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Αμέσως ο Σταυρόπουλος αποφασίζει να επιστρέψουμε πίσω, φτιάχνοντας ένα φορείο πρόχειρο. Ο τραυματίας να βογκάει και εμείς οι τέσσερις να προχωρούμε σε κείνα τα απρόσιτα βουνά, να περάσουμε τον τραυματία στην περιοχή της Λυκόσουρας, που εκεί μπορούσε να παραμείνει, αφού είχαμε δημιουργήσει κάποια κατάσταση.

Για να περάσουμε στη Λυκόσουρα κάναμε τρεις νύχτες με ένα σωρό κινδύνους και τρομερή κούραση. Ευτυχώς όμως ο τραυματίας έγινε καλά και αργότερα έγινε πολιτικός επίτροπος λόχου. Σκοτώθηκε και αυτός στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του 1949. Λίγες ημέρες αργότερα ήρθαν από τον Ταύγετο και άλλοι μαζί με την υπόλοιπη δική μας ομάδα, και κτυπήσαμε το Διαβολίτσι. Η μάχη του Διαβολιτσίου δεν είχε και τόση επιτυχία, ωστόσο όμως είχε μεγάλο αντίκτυπο για την εποχή εκείνη. Οι δικοί μας, μας εντόπιζαν που περίπου βρισκόμαστε και άρχιζαν σιγά σιγά να προσχωρούν στις γραμμές μας και πέρα από αυτό η δράση των χιτών πέφτει στο μηδέν. Από δω και πέρα πια είχαμε να αντιμετωπίσουμε μόνο οργανωμένα τμήματα σε στατικές βάσεις.

Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΙΝΑΛΟ

Μετά από την μάχη του Διαβολιτσίου, η δική μας ομάδα με τον Γκότση και Σταυρόπουλο αποφασίστηκε να περάσουμε στο Μαίναλο. Είμαστε περίπου 60 μαχητές. Οι υπόλοιποι πέρασαν και πάλι στο χώρο του Ταΰγετου. Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι την εποχή εκείνη είχαν δημιουργηθεί και άλλες ομάδες στην Ηλεία, στην Αχαΐα, στην Κορινθία. Στις περιοχές αυτές οι ομάδες αυτές συνάντησαν τρομερές δυσκολίες για να στερεωθούν, δεδομένου ότι δεν κρατούσαν παράνομους που θα τους ήταν ευκολότερο να κινηθούν και να δράσουν.

Καμιά ώρα ημέρα και με δυνατή βροχή ξεκινήσαμε από τις Καρυές για να περάσουμε στο Μαίναλο. Είχε νυχτώσει πια καλά όταν φθάσαμε αντίκρυ στο χωριό Βρωμοσέλα. Μας εχώριζε το ποτάμι, το οποίο έφερνε πολύ νερό λόγω της συνεχιζόμενης βροχής που εσυνεχίζετο με αμείωτη ένταση.

Ο Γκότσης έδωσε εντολή να περάσουμε μέσα από το ποτάμι, αφού δημιουργήσαμε αλυσίδα. Ηταν επικίνδυνο, γιατί έφερνε πολύ νερό. Πιο κάτω περίπου ένα χιλιόμετρο, υπήρχε γεφύρι αλλά μπορούσε να είχαν στήσει ενέδρα χωροφύλακες από την Μεγαλόπολη. Γι αυτό αποφεύγαμε πάντοτε τα γεφύρια. Μπήκαμε στο ποτάμι με πυκνό σκοτάδι. Ένας καινούργιος (υπάρχει αυτός σήμερα) κρατιόταν από μένα και τουρτούριζε από το κρύο και τη βροχή. Που και που έλεγε ‘‘Κράτα με συναγωνιστή, θα πνιγώ’’.

Είχαμε φθάσει στην απέναντι όχθη, αλλά τα παπούτσια του καινούργιου συναγωνιστή δεν υπήρχαν, τα είχε πάρει το ποτάμι. Μπήκαμε στο χωριό. Ο συναγωνιστής αυτός δεν μπορούσε να πατήσει καθόλου, ο τόπος λάσπη και γλυστερός. Φώναζε και μισόκλαιγε τη μοίρα του. Καθήσαμε για λίγο, κάπου βρήκαμε ένα ζευγάρι παπούτσια και του τα δώσαμε. ‘‘Πώς πάει τώρα;’’ του είπα. ‘‘Σε βαμπάκια πατάω’’ μου είπε. Ξεκινήσαμε, αλλά από το πολύ σκοτάδι χάναμε τον προσανατολισμό μας και παρόλο που είχαμε συνδέσμους αντάρτες από κει δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Εκείνο που μας δυσκόλευε πιο πολύ ήταν ότι αποφεύγαμε να περάσουμε ορισμένα μέρη που υπήρχε υποψία για ενέδρα. Σε μια στιγμή πετάγεται ο Σταυρόπουλος και λέει: ‘‘Οσοι έχουν φακούς να τους ανάψουν. Είναι αδύνατον αυτοί οι μαρμελάδες με τέτοιον καιρό να έχουν ενέδρα’’. Πράγματι με τους φακούς αναμμένους περάσαμε το δημόσιο δρόμο Μεγαλόπολη – Καρύταινα και φτάσαμε στο χωριό Ζώνη και από κει άφοβα πλέον Παύλια – Λυκόχεια.

Τα Λυκόχεια βρίσκονται στους πρόποδες του Μαινάλου, από την νοτιοδυτική πλευρά. Oταν τα ξημερώματα φθάσαμε στα Λυκόχεια είμαστε αγνώριστοι. Στάζαμε όλοι . Ευτυχώς που πλυθήκαμε, είπε ο Γκότσης και γελάσαμε. O Σταυρόπουλος είπε: ‘‘Η ομάδα του Γεωργούλια να πάει στο ύψωμα να πιάσει το εκκλησάκι, και δεν θα σε βγάλουμε σκοπιά εσένα.’’ Μόλις στεκόταν στα πόδια του. Ανεβήκαμε στο ύψωμα, ανάψαμε φωτιά στο εκκλησάκι και δεν ήθελε ο καυμένος να ξεκολλάει από την φωτιά. Κατά το μεσημέρι ένας συναγωνιστής από κάτω το χωριό, μας έφερε βραστές πατάτες, κάτι κρεμμύδια και ψωμί αραποστένιo (μπομπότα). Τα έτρωγε με τέτοια βουλιμία, που δεν γύρισε να κοιτάξει γύρω του τι γίνεται. Εμείς γελούσαμε, που είχε γίνει τόσο αστείος, αλλά τον συμπονούσαμε γιατί έπεσε απότομα επάνω σε αυτή την σκληρή δοκιμασία. Αφού συνήλθαμε καλά – καλά προχωρήσαμε για μέσα το Μαίναλο. Στο βουνό είχε πέσει χιόνι. Βρήκαμε μερικούς συναγωνιστές εκεί που είσαντε γιάφκα και κάτι τραυματίες.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΓΙΑ ΨΩΜΙ

Αφού ξεκουραστήκαμε για κανά δυό ημέρες αποφασίστηκε να πάει η ομάδα για ψωμί στο χωριό Ευλίμνα, έξω από την Τρίπολη και πολύ κοντά σε αυτή. Με το σούρουπο μπήκαμε στο χωριό. Για πρώτη φορά πήγαιναν στο χωριό αντάρτες. Ο κόσμος φοβισμένος, άλλοι από μας και άλλοι από τους κυβερνητικούς έμπαιναν δειλά δειλά μέσα στο καφενείο του χωριού. Τους μίλησε ο Γκότσης και τους εξήγησε τους σκοπούς μας και τις επιδιώξεις μας. Μερικοί συναγωνιστές και με πολίτες πήγαν και συγκέντρωσαν ψωμί. Μέσα στην ομάδα μας δύο συναγωνιστές έφεραν λαικά όργανα, κλαρίνο και βιολί. Νομίζω ότι τα παιδιά αυτά ήταν από το χωριό Βλαχέρνα (Μπεζενίκο).

‘‘Βγάλτε ρε τα λαλούμενα’’ λέει ο Σταυρόπουλος ‘‘να το φέρουμε καμμιά βόλτα’’. Έτσι και έγινε. Σε μια στιγμή, ο Μενέλης, ένα παιδί από την Μεσσηνία (σκοτώθηκε αργότερα το 1949- ήταν διμοιρίτης) δίνει εντολή να πάει σκοπιά και ο καινούργιος. Αυτός άρχισε να παρακαλάει και να λέει ότι δεν μπορεί και ότι δεν είναι σε θέση για σκοπιά, γιατί κρυώνει κ.λ.π κ.λ.π. Μετά από μικρή διαμάχη και με την επέμβαση την δική μου, στείλαμε άλλον στην θέση του. Παραμείναμε εκεί μέχρι τις 1-2 η ώρα. Αυτό ήταν λάθος, η παραμονή μας τόσες ώρες τόσο κοντά στην Τρίπολη.

Κάποιος από το χωριό πήγε στην Τρίπολη και ειδοποίησε. Ο στρατός κινήθηκε αμέσως και σε λίγα λεπτά έφτασε και κύκλωνε το χωριό. Ταυτοχρόνως έρχεται ένας συναγωνιστής από τη σκοπιά και μας λέει ότι έχει έρθει στρατός και κυκλώνει το χωριό. Εδόθησαν οι ανάλογες εντολές και αναχωρούμε στα γρήγορα. Ο καινούργιος πάντα κοντά σε μένα. Αρχίζουν πέφτουν φωτοβολίδες προς την κατεύθυνση που φεύγαμε και συγχρόνως βλήματα όλμων. Με το σκάσιμο των όλμων τα ζώα με τα φορτωμένα ψωμιά αφηνιάζουν, δύσκολο να τα κρατήσουμε . Ο Γκότσης φωνάζει μέσα στην νύχτα: ‘‘Τα ζώα με τα ψωμιά’’. Προσέχουμε μη χάσουμε τα ψωμιά. Οι όλμοι συνεχίζουν να πέφτουν, ένα ζώο δεν μπορέσαμε να το κρατήσουμε. Τα τσουβάλια πετάχτηκαν και προσπαθούσαμε ψάχνοντας μέσα στην νύχτα να τα βρούμε.

Μετά από λίγο, από τις εκρήξεις των όλμων δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε και το δεύτερο. Έρχεται ο Γκότσης κοντά, βρήκαμε μόνο τα δύο τσουβάλια. Το ένα το παίρνει ο Γκότσης στον ώμο του, το άλλο εγώ. Ο καινούργιος με κράταγε από τη χλαίνη, μήπως και αποκοπεί. Σε κάποια στιγμή σταμάτησαν οι όλμοι αφού είχαμε απομακρυνθεί αρκετά από το χωριό. Μερικοί είχαν αποκοπεί και δεν μπορέσαμε να τους βρούμε. Πάντως όμως δώσαμε σημείο συνάντησης και το σχετικό παρασύνθημα.

Ο Γκότσης ωρύετο, γιατί να γίνει η αποκοπή και γιατί να χάσουμε τα δύο τσουβάλια με το ψωμί. Εμείς έλεγε κάναμε επιχείρηση για αυτό. Οι τραυματίες και οι άλλοι συναγωνιστές μας μέσα στο Μαίναλο είναι νηστικοί. Με τα χαράματα βρεθήκαμε σε ένα ύψωμα γυμνό μεταξύ Μαινάλου και Βαλτετσίου περίπου. Εκεί είχαμε δώσει σημείο συνάντησης. Ευτυχώς δεν έλειπε κανένας. Ο Γκότσης μίλησε και καυτηρίασε εκείνους που αποκόπηκαν. Όλοι είμαστε κατηφείς και αμίλητοι γιατί να χάσουμε το ψωμί. Μετά από πορεία τριών ωρών φτάσαμε στο λημέρι.

Σε τέτοιες δύσκολες περιστάσεις γνωρίζεις καλύτερα τους ανθρώπους και τους ανθρώπινους χαρακτήρες. Τι είναι και τι δεν είναι. Ποία είναι η αντοχή τους και ποιά τα αισθήματα τους, όχι εδώ στον σκληρό αγώνα που κάναμε αλλά και στην πολιτική μας ζωή. Πολλές φορές τα επιφανειακά φαινόμενα σε απατούν. Βλέπεις και ακούς ανθρώπους με ωραιολογίες και φιγούρες και λές ετούτος καλός και παλικάρι. Στην ουσία όμως δεν ζυγίζει όσο ένα πούπουλο.

Άλλους πάλι να μην επιδεικνύονται και να μην φιγουράρουν. Και όμως μέσα τους να κρύβουν ένα απίθανο ανθρώπινο μεγαλείο και παλικαριά, χωρίς εγωισμούς και προσωπικές προβολές. Τέτοιους συλλογισμούς εκάναμε πολλές φορές σε ανάλογες δύσκολες περιπτώσεις, σαν κι αυτή που ο Γκότσης πήρε το τσουβάλι με 50 οκάδες ψωμί στον ώμο και να σκεφτεί κανείς ότι τότε ήταν 40 χρονών και μεις οι άλλοι 20-25.

Δεν τον αφήσαμε να το πάρει και πολύ, αυτό όμως δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το παράδειγμα του, το ψυχικό σθένος και η επίγνωση που είχε για την συγκεκριμένη περίπτωση που κάναμε ολόκληρη επιχείρηση και διακινδυνεύσαμε να βρούμε ψωμί για τους τραυματίες μας και για τους άλλους, που βρίσκονταν μέσα στα χιόνια μαζί τους. Αυτός ήταν ο Γκότσης.

Αφού παραμείναμε λίγες ημέρες για ξεκούραση αποφασίστηκε να περάσουμε στη Λυκοσούρα. Τον καινούργιο τον προώθησαν πρός την Ηλεία στο 5ο συγκρότημα του Μπαρσακίδη. Μετά τρείς μήνες τον συνάντησα κάπου στην Γορτυνία. Είχε γίνει αγνώριστος. Ατσάλι μέσα στην δοκιμασία και την σκληρότητα του αγώνα. Επίτροπος τάγματος μάλιστα διότι επρόκειτο περί μορφωμένου νέου. Απορώ μου έλεγε πως γλίτωσα και δεν πέθανα. Πρίν φύγουμε από το Μαίναλο ήλθε ο γερο-Σφακιανός που ήταν τότε ο αρχηγός των τμημάτων του Δ.Σ. Πελοποννήσου. Εκεί μας ανακοίνωσε την ίδρυση της προσωρινής Δημοκρατικής κυβέρνησης του βουνού. Ηταν 24 Δεκέμβρη 1947. Ο αγώνας μπαίνει πλέον σε μια καινούργια φάση. Ανήμερα τα Χριστούγεννα φεύγουμε και περνάμε στη Λυκοσούρα (Καρυές). Εκεί ήρθε και ο Κονταλώνης από Ταύγετο με 100 περίπου μαχητές.

H MAXH THΣ ANΔΡΙΤΣΑΙΝΑΣ

Στο χωριό Καρυές καταστρώθηκε το σχέδιο για το χτύπημα της Ανδρίτσαινας. Τη βάση αυτή την υποστήριζε ένας λόχος χωροφυλάκων και η υποδιοίκηση της πόλης. Τα ξημερώματα στις 31 Δεκεμβρίου πρός την 1η Γενάρη 1948 μπαίναμε στην πόλη. Εξουδετερώσαμε τις μικροαντιστάσεις, η υποδιοίκηση μας έφυγε από το κάτω μέρος της πόλης και φθάσαμε στο γυμνάσιο που εκεί ήταν η κύρια αντίσταση. Το κυκλώσαμε από παντού και είμαστε έτοιμοι για την έφοδο. Την στιγμή αυτή έρχεται μια πληροφορία ότι έρχονται αυτοκίνητα. Τι αποκαλύφθηκε μετά την μάχη. Ο Κονταλώνης έδωσε εντολή να καούν τα στρατιωτικά αυτοκίνητα που ήταν εκεί σταθμευμένα. Αντί για αυτό έφτασε διαστρεβλωμένη σαν πληροφορία ότι έρχονται αυτοκίνητα με στρατό από Μεγαλόπολη. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατόν να γίνει γιατί στην θέση Στρογγυλό και ακριβώς απέναντι από την Καρύταινα, ήταν δυνάμεις δικές μας που είχαν στήσει ενέδρα για τυχόν ενισχύσεις από Μεγαλόπολη ή αποπουδήποτε αλλού. Οι χωροφύλακες του γυμνασίου από αυτήν την διαστρεβλωμένη πληροφορία εγλύτωσαν την τελευταία στιγμή.

Μετά την μάχη της Ανδρίτσαινας γίνεται πολύ αισθητή η παρουσία μας και προπαντός στην Κεντρική Πελοπόννησο, με πολλές προσχωρήσεις στον Δ.Σ.

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΙΝΑΛΟΥ

Το Μαίναλο στην καρδιά της Πελοποννήσου γίνεται πολύ ενοχλητικό για τους κυβερνητικούς. Αποφασίζουν να κάνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Από διάφορες κατευθύνσεις πολιορκούν το Μαίναλο ούτως ώστε να μας στερήσουν τον ανεφοδιασμό και την επικοινωνία με Ηλεία, Αχαΐα, Κορινθία, Μεσσηνία (Ταύγετο) και Λακωνία που και οι περιοχές αυτές αναπτύσσουν μια έντονη δράση τελευταία. Πιάνουν όλα τα χωριά τα λεγόμενα Μαιναλοχώρια, παράλληλα αλωνίζουν πιάνοντας και τρομοκρατώντας τα χωριά Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως, Μαντινείας. Εμείς μέσα στο Μαίναλο, περίπου 200 μαχητές δεν μπορούμε να κινήσουμε για πουθενά. Τα λίγα τρόφιμα που έχουμε εξαντλούνται.

Αποφασίστηκε να σταλεί μια διμοιρία με τον αείμνηστο Ετεοκλή Δουμουλάκη να βγει από το Μαίναλο να στήσει ενέδρα στον σιδηροδρομικό σταθμό Ρούτσι Μεγαλοπόλεως και ότι βρεί να φέρει. Και πράγματι έτσι έγινε. Ο Ετεοκλής από δύσβατα περάσματα κατάφερε, έφτασε στο Ρούτσι, έπιασε ένα τραίνο και το μόνο που βρήκε ήταν ρέγγες. Πήρε από ένα κιβώτιο ο καθένας και μετά από τρομερές δυσκολίες λόγω της πολιορκίας έφτασε στο Μαίναλο. Τρώγαμε τις ρέγγες χωρίς ψωμί. Άλευρα είχαμε αλλά τα χωριά ήταν πιασμένα για να πάμε να ζυμώσουμε. Αναγκαστήκαμε να φτιάχνουμε ζυμαρόπιτες με χιονόνερο. Άρπαζαν από την φωτιά απέξω και μέσα ήταν ζυμάρι. Εν τω μεταξύ τα αεροπλάνα που και που επολυβολούσαν.

Παρόλα αυτά δεν έφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα που περίμενε ο Στρατηγός Πετζόπουλος ο οποίος στην Πλατεία Αγίου Βασιλείου στην Τρίπολη κομπορρημονούσε και δήλωνε ότι θα συνέτριβε σε 10-15 ημέρες τον ‘συμμοριτισμό’ στην Κεντρική Πελοπόννησο. Αφού είδαν ότι άδικα έχαναν τον καιρό τους αποφάσισαν να μπουν μέσα στο Μαίναλο. Την ημέρα εκείνη ήμουν προωθημένο φυλάκιο εγώ. Μαζί μας είχαμε και ένα λυκόσκυλο δεν ξέρω πως είχε βρεθεί εκεί. Το λέγαμε Αντάρτη και σε αυτό το όνομα άκουγε. Ηταν ένα πραγματικό θηρίο. Περίεργο αλλά αληθινό. Αυτό και για πρώτη φορά να ερχόταν αντάρτης έτρεχε να τον υποδεχθεί με χαρές και αγκαλιάσματα. Είχε την διαίσθηση να ξεχωρίζει ποιοί ήταν αντάρτες και ποιοί ήταν εχθροί. Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα εκείνη την ημέρα.

Κατά τις 11 η ώρα βλέπω το σκύλο να ξεχύνεται πρός τα εμπρός αστραπή και να ξανάρχεται αφριεμένος πρός τα μας. Καταλάβαμε ότι κάτι συμβαίνει αλλά δεν βλέπαμε πέρα από τα πενήντα μέτρα γιατί τα έλατα εκεί ήταν πολύ πυκνά. Ο σκύλος να πηγαίνει και να έρχεται σαν τρελλός. Δεν είχαν περάσει πέντε λεπτά από την στιγμή που ο σκύλος αγρίεψε και βλέπουμε τους πρώτους ακροβολιστές. Τους δίνουμε το μπαράζι και η μάχη γενικεύεται μέσα στα έλατα. Τα έλατα κατακομματιάζονταν από τους πυροβολισμούς τόσον από τους κυβερνητικούς όσο και από εμάς. Η μάχη γίνεται από έλατο σε έλατο μέχρι τις βραδυνές ώρες οπότε ο στρατός άρχισε να υποχωρεί πρός την κατεύθυνση της Στεμνίτσας. Εξακολουθούν όμως να κρατούν τα χωριά γύρω από το Μαίναλο. Αποφασίστηκε τελικά να φύγει μια ομάδα να κατέβει στην Στεμνίτσα τόσο για τρόφιμα όσο και για πληροφορίες γιατί ήταν καταφανές πλέον ότι έπειτα από αυτήν την προσπάθεια του στρατού να μπει στο Μαίναλο, χωρίς αποτέλεσμα, οι εκκαθαριστικές απέτυχαν.

Ομαδάρχης της ομάδας που θα πήγαινε στην Στεμνίτσα ήταν ο Μήτσος Κάρμης από το Ανεμοχώρι Ολυμπίας. Ο Κάρμης ήταν έμπειρος και ατρόμητος μαχητής. Είχε υπηρετήσει και στον Ε.Λ.Α.Σ δύο χρόνια. Σύνδεσμο είχε ένα μαχητή από την Στεμνίτσα. Δεν θυμάμαι το όνομα του, εκείνο που θυμάμαι είναι ότι είχε χάσει το ένα του μάτι, δεν ξέρω που και πως. Ηταν όμως πολύ γενναίο παδί. Αυτός είχε την καλή τύχη τουλάχιστον να σκοτωθεί στο χωριό του κοντά στους δικούς του και στα δικά του χώματα. Τι είχε συμβεί;

Η ομάδα όταν βγήκε από το δασωμένο Μαίναλο και μπήκε στο γυμνό, μοιραίως έπρεπε να πάρει ένα δρομίσκο που βρισκόταν μέσα σε μια χαράδρα που οδηγεί κατευθείαν μέσα στο χωριό. Το παιδί από την Στεμνίτσα πήγαινε μπροστά σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων και ανάλογη απόσταση κρατούσαν και οι άλλοι. Μια άλλη ομάδα δική μας, τους ακολουθούσε από τα πλάγια για πλαγιοφυλακή η οποία παρά τις προσπάθειες της δεν μπόρεσε να βοηθήσει την ομάδα που έμπαινε στο χωριό. Εκεί και λίγα μέτρα πιο πάνω από το χωριό είχαν στήσει ενέδρα χωροφύλακες και στρατός από την Δημητσάνα.

Το μέρος αυτό έχει πολλές πέτρες και μεγάλες, εκεί μέσα ήταν καλυμμένοι χωροφύλακες και στρατός. Μόλις μπήκε καλά καλά η ομάδα μέσα στη χαράδρα και έφτασε κοντά στο χωριό, τους έβαλαν και τους θέρισαν όλους εκτός ενός, που και αυτός τραυματίας, απορούσαμε πως κατόρθωσε και έφτασε σε μας αιμόφυρτος και εξαντλημένος. Ο ομαδάρχης Κάρμης σκοτώθηκε τελευταίος και μάλιστα επάνω στο οπλοπολυβόλο. Αυτά όλα μας τα διηγήθηκε ο τραυματίας.

Η άλλη ομάδα με επικεφαλή τον αείμνηστο Κώστα Γιακουμή, δεν είχε έλθει ακόμη και πολλά βάναμε στο μυαλό μας. Επιτέλους κάποτε εμφανίστηκε και αυτή περιπλανώμενη εδώ και εκεί έπειτα από το σοκ που έπαθε, που δεν μπόρεσε να βοηθήσει δέκα συντρόφους μας που χάθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά. Όλοι είμαστε συντετριμμένοι για το χαμό τόσων συντρόφων μέσα σε λίγα λεπτά. Και γιατί; Για λίγο ψωμί.

Είχαμε βγει πια από το δασωμένο Μαίναλο και προσπαθούσαμε να πάρουμε πληροφορίες για τις κινήσεις των κυβερνητικών. Ξενυχτήσαμε εκεί έξω από το Μαίναλο και προσπαθούσαμε να πάρουμε πληροφορίες για τις κινήσεις των κυβερνητικών. Ξενυχτήσαμε εκεί έξω από το Μαίναλο πάντα μέσα στο χιόνι, και το μυαλό μας πάντα γύριζε στους αδικοσκοτωμένους συντρόφους μας. Αυτό μας γέμιζε μίσος και εκδίκηση. Βρισκόμαστε πάνω από τα χωριά Σμύρνα, Παύλεια, Λυκόχεια. Ήταν βέβαιο πλέον ότι οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις έπεσαν στο κενό και εκφυλίστηκαν.

Πριν πέσει ο ήλιος ακούγαμε βολές πυροβολικού από Μεγαλόπολη πού έσκαζαν προς την κατεύθυνση Αραχαμήτες – Βάγγου. Στην αρχή δεν δώσαμε σημασία. Ηταν συνηθισμένο πολλές φορές όλη την νύχτα να ρίχνουν από την Μεγαλόπολη στα πιθανά περάσματα μας. Βλέπαμε όμως ότι οι βολές έπεφταν σε συγκεκριμένο σημείο και μάλιστα με μεγάλη πυκνότητα. Άλλους πυροβολισμούς δεν ακούγαμε ώστε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα. Εμείναμε εκεί όλη την νύχτα όπως είμαστε με αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

Την αυγή της άλλης μέρας προωθηθήκαμε μερικοί προς το χωριό Λυκόχεια για να μπορέσουμε να πάρουμε κάποια πληροφορία για τις κινήσεις των κυβερνητικών. Το χωριό το βλέπαμε πολύ καλά. Μέσα στην πλατεία και τα σοκάκια βλέπαμε ενόπλους αλλά δεν ξέραμε περί τίνος πρόκειται. Ειδοποιήσαμε την διοίκηση. Ήλθε εκεί ο αείμνηστος Σαρήγιαννης (όλο για αείμνηστους θα μιλάω) και άλλοι. Αποφασίστηκε να σταλεί μια ομάδα με κάθε προφύλαξη. Εστάλη ο Ετεοκλής, βρίσκει κάποιον που ανέβαινε με τα ζώα του προς το βουνό, τον ρώτησε τι στρατιώτες είναι αυτοί που είναι στο χωριό; Του είπε ότι δεν είναι στρατιώτες αλλά αντάρτες και ότι έχουν πιάσει στρατιώτες αιχμάλωτους πολλούς. Αφού έγινε εξακρίβωση και επαληθεύτηκαν οι πληροφορίες του χωρικού αποφασίσαμε να κατέβουμε στο χωριό. Εκεί έγινε πραγματικό πανηγύρι από ενθουσιασμό και χαρά για την απροσδόκητη αυτή επιτυχία. Τι είχε συμβεί :

Την προηγούμενη μέρα ερχόταν από τον Ταΰγετο μια διλοχία δική μας από τους Κονταλώνη και τον αείμνηστο Κανελλόπουλο. Οταν έφτασαν σε ένα μοναχικό σπίτι κοντά στο χωριό Αραχαμήτες, πήραν την πληροφορία, ότι μία διλοχία υπό τη διοίκηση του Ταγματάρχη Γαλανόπουλου βρισκόταν στο χωριό Βάγγου και ότι ετοιμάζεται να από κει για να πάει στην Ασέα, όπου εκεί ήταν η βάση της. Στα γρήγορα λοιπόν αποφασίστηκε το στήσιμο της ενέδρας, σε κάτι νερόμυλους που βρίσκονταν μεταξύ Βάγγου και Αραχαμήτες. Ο Γαλανόπουλος, παρά την προειδοποίηση ότι εκεί γυρίζουν αντάρτες, έδειξε περιφρόνηση και αδιαφορία λέγοντας ότι κάτι κατσαπλιάδες γυρίζουν εκεί επάνω ξυπόλυτοι και νηστικοί. Ναι. Ξυπόλυτοι και νηστικοί γυρίζαμε, αλλά αγνοούσε κάτι άλλο πολύ πιο σοβαρό και ουσιαστικό ο Γαλανόπουλος. Τη διαφορά εκείνων που πληρώνονται και εκείνων, που εθελοντικά κάνουν και πιστεύουν σε κάποιο ανώτερο ιδανικό, που ο Γαλανόπουλος, και άλλοι πολλοί σαν τον Γαλανόπουλο, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν.

Μόλις η διλοχία έπεσε μέσα στη στημένη ενέδρα εχτυπήθηκε από όλα τα σημεία. Εγλύτωσε μόνον ένας που πήγε το μαντάτο στη Μεγαλόπολη. Πάρθηκαν πολλά λάφυρα. Δέκα οπλοπολυβόλα Μπρέν αυτόματα και όλα τα ατομικά όπλα και αρκετό υλικό βολής. Πιάστηκαν 130 – 140 αιχμάλωτοι. Από τους δικούς μας σκοτώθηκαν τέσσερις. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις είχαν άδοξο τέλος. Την ίδια μέρα μπήκαμε πάλι στο Μαίναλο μαζί με το τμήμα που είχε έρθει από Ταΰγετο. Εκεί έγινε ανασυγκρότηση και προετοιμασία για εξόρμηση. Μετά δύο μέρες έγινε συγκέντρωση, κάπου τετρακόσιοι μαχητές και μας μίλησε ο Κανελλόπουλος. Μεταξύ των άλλων μας είπε ν’ ατσαλώσουμε τα πόδια και τα νεύρα μας, γιατί θα κάνουμε εμείς εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τώρα.

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΑΙΩΝ

Aφού μας είπε τι δύναμη διέθετε ο εχθρός, εδόθη η αποστολή στο κάθε τμήμα που θα έπαιρνε μέρος στη μάχη, με τη ρητή εντολή να γιορτάσουμε τη νίκη στην πλατεία των Τροπαίων. Τα Τρόπαια τα υπεράσπιζαν ένα τάγμα στρατού, με διοικητή τον Ταγματάρχη Νικολάου, μερικοί Μάϋδες και λίγοι χωροφύλακες. Το ισχυρότερο φυλάκιο ήταν η ‘Κουκούλα’, πολύ καλά οχυρωμένο. Δύναμη πυρός : Ένα βαρύ πολυβόλο Φίατ, δεκαπέντε οπλοπολυβόλα Μπρέν, ένας βαρύς όλμος και δύο ατομικοί. Τα ξημερώματα άρχισε η μάχη και κατά τις 11 η ώρα είχε κυριευθεί. Αποτέλεσμα της μάχης: 150 αιχμάλωτοι. Οι άλλοι σκοτώθηκαν, μεταξύ αυτών και ο ταγματάρχης Νικολάου. Οι απώλειες οι δικές μας ήταν ελάχιστες παρ’ όλο ότι είμασταν επιτιθέμενοι και ακάλυπτοι.

Έγινε συγκέντρωση των αιχμαλώτων και ο Κανελλόπουλος ρώτησε: ‘‘Αν θέλει κανένας ν’ ακολουθήσει το Δ. Σ. μπορεί, όσοι δεν θέλουν μπορούν να πάνε στα σπίτια τους’’. Αν θυμάμαι καλά ακολούθησαν περί τους δεκαπέντε, οι άλλοι απολύθηκαν. Θα ήταν παράλειψη αν δεν ανέφερα και ένα κωμικό επεισόδιο με έναν έφεδρο ανθυπολοχαγό. Ο στρατός είχε κρατούμενες πέντε-έξι γυναίκες, όταν έκανε τις εκκαθαριστικές. Ο ανθυπολοχαγός, ένας επιδειξίας και φιγούρας, το βράδυ κάθε μέρας τις έβριζε με χυδαιότητα και τις στόλιζε με διάφορα επίθετα, όπως κάνει ο κάθε δειλός και χυδαίος. Την ημέρα της μάχης όταν είδε τα δύσκολα θέλησε να κρυφτεί. Για σιγουριά και ασφάλεια μπαίνει μέσα στο κρατητήριο στο γυμνάσιο και κάνει βουτιά μέσα στα ρούχα των γυναικών, κλαίοντας και παρακαλώντας να τον σώσουν. ‘‘ Τι συμβαίνει κ. ανθυπολοχαγέ’’, του λεν οι κρατούμενες. ‘‘ Έρχονται, έρχονται’’ , λέει. ‘‘Ποιοι έρχονται, βρε;’’. ‘‘ Οι αντάρτες’’ και το επαναλάμβανε πολλές φορές. ‘‘ Καλά, εσύ τους έλεγες συμμορίτες και τώρα τους λες αντάρτες ;’’. ‘‘ Μη μου λέτε τίποτα, γλιτώστε με, αν θέλετε’’. Σε λίγο μπαίνουν και οι αντάρτες, κάνοντας έρευνα. Οι γυναίκες άρχισαν να φωνάζουν από μέσα : ‘‘Είμαστε κρατούμενες’’. Αυτός είχε χωθεί μέσα στα ρούχα και ανάσα δεν έβγανε. Σηκώνει τα ρούχα ένας αντάρτης και βλέπει τον ανθυπολοχαγό κουλουριασμένο να τρέμει. Τον πήραν και τον πήγαν με τους άλλους αιχμαλώτους, σωστό κουρέλι. Λίγο πιο πέρα και σε απόσταση 15 – 20 χιλιομέτρων από τα Τρόπαια, βρίσκονταν τα Λαγκάδια.

Εκεί έδρευε ένα άλλο τάγμα το οποίο κινήθηκε να βοηθήσει τα Τρόπαια. Δεν μπόρεσε να περάσει όμως, γιατί τα περάσματα είχαν πιαστεί και χτυπήθηκαν από δικούς μας. Το λάθος ήταν ότι δεν επιτεθήκαμε την ίδια μέρα και να το αιχμαλωτίσουμε. Αυτό δεν το λέω αυθαίρετα. Έγιναν λίγο μετά συζητήσεις πολλές πάνω σε αυτό το θέμα. Πού το βασίζαμε αυτό : αφενός στο ηθικό των μαχητών που ήταν ασυγκράτητοι τις ημέρες εκείνες από τις δύο μεγάλες επιτυχίες και αφ’ ετέρου το ηθικό του τάγματος των κυβερνητικών ήταν τελείως καταρρακωμένο.

Η καταστροφή της βάσης των Τροπαίων και του τάγματος Γαλανόπουλου μέσα σε μία εβδομάδα, είχε τρομακτικό αντίκτυπο σε όλη την Πελοπόννησο. Ο Πετζόπουλος αντικαταστάθηκε αμέσως από το στρατηγό Μανιδάκη ( όχι Μανιαδάκη ) και λίγο αργότερα είχε και αυτός την ίδια τύχη με τον προηγούμενο. Η Τρίπολη έγινε το Βατερλό του στρατηγού του μοναρχοφασιστικού στρατού. Αυτό δεν το είπαμε εμείς, το έλεγαν οι εφημερίδες της εποχής εκείνης.

Η ανάπτυξη του Δ. Σ. στην Πελοπόννησο μετά τις δύο σοβαρές επιτυχίες, έπαιρνε απότομες διαστάσεις και αναπτύσσετο με ταχύτατο ρυθμό. Την ίδια μέρα της μάχης των Τροπαίων, αφού συγκεντρώσαμε τα λάφυρα τα οποία φορτώθηκαν σε πολλά ζώα, αναχωρήσαμε περνώντας από Βιζίτσι, Αλβάνιτσα, Καλιάνη, Κάτω Ηραία και φθάσαμε στο χωριό Μάτεσι Ολυμπίας, όπου και εμείναμε για ένα εικοσιτετράωρο. Κατά την διαδρομή αυτή στα χωριά που περνούσαμε ο κόσμος είχε αναθαρρήσει και συζητούσε ελεύθερα μαζί μας, παράλληλα πολλοί που είχαν λουφάξει δω και κει, έβγαιναν και περνούσαν στις γραμμές του Δ. Σ. Την άλλη μέρα τις απογευματινές ώρες αναχωρήσαμε και τα ξημερώματα φθάσαμε στο Λύκαιο, στο χωριό Καρυές. Εκεί καταστρώνεται νέο σχέδιο για άλλη επιχείρηση. Αυτή τη φορά θα χτυπούσαμε το Ψάρι Μεσσηνίας.

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΨΑΡΙΟΥ

Το Ψάρι εδέσποζε της Μεσσηνίας και έπρεπε να χτυπηθεί για να ανοίξουμε το δρόμο προς την ανθρωποφόρο αυτή περιοχή. Το Ψάρι βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Τετραζίου, και θα ήταν πολύ εύκολο για να περάσουμε στον κάμπο της Μεσσηνίας και από κει στα ορεινά συγκροτήματα της νοτιοδυτικής περιοχής. Γι’ αυτό η βάση αυτή έπρεπε να καταστραφεί. Η μάχη άρχισε τις πρωινές ώρες, όπως συνήθως και κράτησε ως το μεσημέρι. Δεν ολοκληρώθηκε η επιτυχία. Κράτησε το καμπαναριό της εκκλησίας το οποίο το είχαν οχυρώσει.

Εν τω μεταξύ από όλα τα χωριά χτυπούσαν συνεχώς για κινητοποίηση αλλά και για κατατρομοκράτηση του πληθυσμού, ότι κάτι το τρομερό γίνεται και ότι θα έλθει η συντέλειά τους αν έπεφτε το Ψάρι και περνούσαμε εμείς εκεί. Θυμάμαι όταν έστελναν τη διμοιρία μας στο κάτω μέρος του Ψαριού και λίγο έξω από αυτό, για να κρατήσουμε τις ενισχύσεις που είχαν καταφθάσει από Κοπανάκι, Δώριο κ.λ.π., δεν ξέραμε από πού να φυλαχθούμε από τις σφαίρες που έσχιζαν τον αέρα από όλα τα σημεία του ορίζοντα.

Ολόκληρος ο στρατιωτικοποιημένος μηχανισμός της Μεσσηνίας είχε κινητοποιηθεί εκείνη την ημέρα. Εν τω μεταξύ, κατέφθασαν και τρία αεροπλάνα, τα οποία πολυβολούσαν συνεχώς και έριχναν ρουκέτες συμπληρώνοντας το πανδαιμόνιο που γινόταν σε ακτίνα πέντε χιλιομέτρων. Έπειτα απ’ όλα αυτά η διοίκηση έδωσε εντολή να υποχωρήσουμε. Η διμοιρία η δική μας, ήταν η τελευταία που αποχωρούσε, εκινδύνευσε πολλές φορές μέχρι να φθάσει στο Πάνω Ψάρι.

Επιστρέψαμε στο Τετράζι τις απογευματινές ώρες, αφού συγκεντρωθήκαμε όλοι και καθίσαμε για λίγο να ξεκουραστούμε. Κοιτούσαμε κάτω μας, τον κάμπο της Μεσσηνίας, ο οποίος εφλέγετο ακόμη από τους πυκνούς πυροβολισμούς, που έριχναν ασταμάτητα χωροφύλακες και μάϋδες, Κάποιος είπε : ‘‘Από το φόβο τους θα ρίχνουν μία εβδομάδα’’. ‘‘ Για το φόβο των Ιουδαίων’’, συμπλήρωσε κάποιος άλλος και γελάσαμε. Την ίδια νύχτα, στο βουνό Τετράζι, η διοίκηση αποφάσιζε την κατάστρωση νέας επιχείρησης για τη βάση της Ανδρίτσαινας. Εδώ υπήρξε μία διαφωνία στη διοίκηση. Ο Κανελλόπουλος υποστήριζε ότι έπρεπε χωρίς ανάπαυλα να κάνουμε συγκεντρωτικά χτυπήματα, τώρα που είναι ζαλισμένος ο εχθρός, και βρίσκεται σε κάποια ηθική κατάπτωση. Οι άλλοι συμφωνούσαν με αυτά που υποστήριζε ο Κανελλόπουλος

Κατά βάση να μην γίνει το χτύπημα αμέσως, να παραμείνουμε ένα εικοσιτετράωρο για ξεκούραση γιατί τα τμήματα είναι πάρα πολύ κουρασμένα από συνεχείς πορείες και μάχες και ότι έχουν φθάσει στο ανώτερο όριο αντοχής. Τελικά επικράτησε η άποψη να παραμείνουμε για λίγη ξεκούραση. Την άλλη μέρα και ενώ είχαν καταστρωθεί τα σχέδια για την επιχείρηση, έρχεται η πληροφορία ότι η Ανδρίτσαινα εγκαταλείφθηκε. Η διοίκηση Τρίπολης αποφάσισε την εγκατάλειψη δώδεκα βάσεων στην κεντρική Πελοπόννησο, γιατί τις θεώρησε πολύ επισφαλείς. Στις Καρυές τα τμήματα επήραν διάφορες αποστολές. Εγώ παρέμεινα στο λόχο Τσουκόπουλου, ο οποίος ανέλαβε το λόχο του Σταυρόπουλου, γιατί όπως ανέφερα πιο πίσω αυτός εκτελέστηκε από το Δ. Σ. Μετά από δυο μέρες, ο λόχος πήρε την αποστολή να κατέβει στην πεδινή Ολυμπία σε μία κίνηση αντιπερισπασμού για την προετοιμαζόμενη επιχείρηση των Καλαβρύτων.

Για τη μάχη των Καλαβρύτων δεν έχω προσωπική αντίληψη γιατί δεν ήμουν. Εκείνο που ξέρω είναι ότι έδωσε νέα ώθηση και ορμή στην ανάπτυξη του Δ.Σ. στην Πελοπόννησο. Η μάχη ήταν σκληρή, κράτησε δύο μέρες. Όλη η δύναμη που υπεράσπιζε τη βάση πιάστηκε αιχμάλωτη ή σκοτώθηκε. Τα λάφυρα ήταν πάρα πολλά. Ο διοικητής της βάσης, συνταγματάρχης Αρβανιτάκης, αυτοκτόνησε. Άλλοι επτά αξιωματικοί και αυτοί αιχμάλωτοι. Η κυβέρνηση του βουνού έκανε πρόταση στην Κυβέρνηση της Αθήνας να γίνει ανταλλαγή με στελέχη της αριστεράς, που κρατούσε στη φυλακή, αλλά η κυβέρνηση της Αθήνας δεν απάντησε. Και τούτο γιατί δεν ήθελε να μας αναγνωρίσει σαν εμπόλεμους, αλλά εξακολουθούσε να μιλάει περί ‘ συμμοριών’. Με την υποχώρηση, τα τμήματά μας από τα Καλάβρυτα, βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση γιατί εδόθη χρόνος στους κυβερνητικούς να τους κλείσουν την υποχώρηση προς Χελμό και ακόμη προς Γορτυνία και Μαίναλο.

Σημειωτέον ότι είχαμε πολλούς τραυματίες και πολλά λάφυρα, τα οποία έπρεπε να εξασφαλιστούν. Ο εχθρός είχε κινηθεί από πολλά σημεία από Πάτρα, Κόρινθο, Αίγιο, Τρίπολη και Πύργο. Αναγκάστηκαν να κάνουν διάφορους ελιγμούς στους χιονισμένους όγκους Ζήριας και Χελμού. Τελικά πέρασαν προς το Μαίναλο και άλλα σημεία με συνεχείς μάχες. Πολλά από τα λάφυρα που είχαμε πάρει έπεσαν πάλι στα χέρια των κυβερνητικών στο χωριό Πλανιτέρι, γιατί ήταν αδύνατη η μεταφορά τους. Αρκεί ν’ αναφέρω ότι μέσα στα Καλάβρυτα, μεταξύ των άλλων βρέθηκαν και τέσσερα βαριά πολυβόλα ( ΒΙΓΚΕΡΣ ), μέσα σε κασόνια, αχρησιμοποίητα και λυμένα με εκατοντάδες χιλιάδες σφαίρες μόνο για την χρήση αυτών. Αυτά τα έπιασαν στο Πλανιτέρι. Παρ’ όλα αυτά, τις δυσκολίες και τα μικρολάθη, από αυτή την επιχείρηση, η αξία της και η μεγάλη της σημασία για την εποχή εκείνη έμεινε ατόφια. Η επιχείρηση Καλάβρυτα κατατρόμαξε την Κυβέρνηση της Αθήνας. Μετά τη μάχη των Καλαβρύτων η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων περνάει στα χέρια του Δ.Σ. Ο αγώνας μπαίνει πια σε μία αποφασιστικότερη φάση για το Δ.Σ. Οι κυβερνητικοί παίρνουν αμυντική στάση, οχυρώνοντας τις βάσεις τους και δεν εμφανίζονται πια παρά σε σπάνιες περιπτώσεις.

Η ΜΑΧΗ ΠΑΠΑΔΟΥΣ – ΚΡΕΣΤΕΝΑΣ

Μετά τη μάχη των Καλαβρύτων τα τμήματα του 3ου συγκροτήματος συγκεντρώνονται στο Μαίναλο. Εκεί γίνεται νέα ανασυγκρότηση. Συγκροτούνται δύο πλήρη τάγματα. Το ένα της δημοκρατικής νεολαίας με διοικητή το Λεωνίδα Βρετάκο, και το δεύτερο με διοικητή τον Πέρδικα. Κάθε τάγμα έχει τρεις λόχους. Έμειναν και μικρότερα τμήματα πιο ευέλικτα σαν ελεύθεροι σκοπευτές κ.λ.π. Στους τρεις λόχους διοικητές ήταν: ο Τσουκόπουλος ( στον οποίο ανήκα κι εγώ ), ο Ετεοκλής Δουμουλάκης, και Αρίστος Βασιλόπουλος. Πολιτική επίτροπος του Τάγματος η Ασπασία. Επιτελείς του Τάγματος ο Γιώργος Σαμπάνης από την Ασέα. Ο άνθρωπος αυτός μας ήταν ιδιαίτερα συμπαθής. Επρόκειτο περί εξαίρετου χαρακτήρα. Σκοτώθηκε αργότερα στη μάχη του Αγίου Βασιλείου της Κυνουρίας. Η Ασπασία επίσης σκοτώθηκε ( μάλλον αυτοκτόνησε ) στην κατάρρευση. Για το Βρετάκο θ’ αναφερθώ στη διαδρομή της αφήγησης. Την επιχείρηση της Κρέστενας θα τη διηύθυνε ο Κονταλώνης, ο οποίος είχε παραμείνει επί τούτου. Λίγα τμήματα του Μαινάλου θα έπαιρναν μέρος.

Η μάχη της Κρέστενας θα είχε μεγάλη σημασία για την περιοχή της Ηλείας, λόγω της σπουδαίας στρατηγικής θέσης για τη μορφή και το είδος αυτού του πολέμου. Βρισκόταν μέσα στον κάμπο μιας πλούσιας περιοχής, που τόσο είχαμε ανάγκη αφ’ ενός και αφ’ ετέρου πλησιάζαμε κοντά στον Πύργο, που κατ’ αυτό τον τρόπο θα είμαστε μια σφήνα στα πλευρά της πόλης και επί πλέον στον έλεγχο της σιδηροδρομικής γραμμής Πύργου – Καλαμάτας. Τα σχέδια καταστρώθηκαν και κάθε τμήμα πήρε την αποστολή του. Φθάνοντας όμως στο χωριό Παπαδού για να περάσουμε προς Κρέστενα συνέβη κάποιο απρόοπτο αλλά και τυχερό συγχρόνως για μας. Μέσα στο χωριό υπήρχε ένα απόσπασμα από Μάϋδες, γύρω στους σαράντα.

Πήραμε πληροφορίες από ένα σπίτι που βρισκόταν στην άκρη και λίγο έξω από το χωριό, ότι μέσα είναι απόσπασμα. Στα γρήγορα εδόθη εντολή να κυκλωθεί το χωριό, όσο μπορούσαμε αθόρυβα. Έμειναν όμως ορισμένα σημεία ακάλυπτα, γιατί τη νύχτα δεν μπορούσαμε να τα εντοπίσουμε. Το πρωί με το χάραμα, πλησιάσαμε και τους αιφνιδιάζουμε. Πήγαν ν’ αντιδράσουν, αλλά στα γρήγορα πιάνουμε δεκαεπτά αιχμαλώτους. Σκοτώθηκαν οχτώ επί τόπου και οι άλλοι κατόρθωσαν να μας φύγουν από περάσματα που δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε τη νύχτα, φεύγοντας προς το χωριό Τόγια με τον επικεφαλή τους ανθυπολοχαγό Παναγιωτόπουλο. Μετά από αυτό το απρόοπτο η επιχείρηση κατά της Κρέστενας ματαιώνεται προς στιγμήν. Το απόσπασμα αυτό ήταν το φόβητρο του κάμπου.

Αμόρφωτοι και ασυνείδητοι όπως ήσαν, είχαν κάνει εγκλήματα πολλά και βασάνιζαν ανθρώπους αδιακρίτως και τούτο για να τους ληστεύουν και να λεηλατούν την περιοχή. Όλοι τους μαχαιροβγάλτες. Και οι δεκαεπτά που πιάσαμε έφεραν μαχαίρια επάνω τους και στα ντοκ των παπουτσιών τους. Το απόσπασμα αυτό είχε και τρεις κρατούμενους μαζί τους. Τους είχαν βασανίσει απάνθρωπα. Δεν μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους. Τους βάλαμε επάνω σε ζώα και τους στείλαμε στο χωριό τους, νομίζω ότι ήταν από το χωριό Άσπρα Σπίτια. Μετά από λίγες μέρες καταστρώνεται καινούριο σχέδιο για την Κρέστενα. Η βάση της Κρέστενας ήταν πλέον μελλοθάνατη. Είχε προγραφεί. Στη μάχη αυτή θα σταθώ κάπως λεπτομερειακά, γιατί είχε περίεργη και απροσδόκητη εξέλιξη.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΕΣΤΕΝΑΣ

Το σχέδιο καταστρώθηκε στο Μαίναλο. Την επιχείρηση θα αναλάβαινε ο Βρετάκος, μια και είχε γίνει Ταγματάρχης πριν λίγες μέρες. Ο Κονταλώνης μετά την Παπαδού έφυγε και πέρασε με τα τμήματά του στον Ταΰγετο. Την επιχείρηση θα την έκαναν πλέον τμήματα του Μαινάλου. Φύγαμε από το Μαίναλο μόλις νύχτωσε και το πρωΐ με το χάραμα βρεθήκαμε στο Κάτω Σαρακίνι της Ηραίας. Μείναμε εκεί όλη την ημέρα σε αφάνεια και νύχτα πάλι κάνουμε έναν ελιγμό, προς Ερυμάνθεια δήθεν, γιατί η Κρέστενα βρισκόταν σε συναγερμό μετά το επεισόδιο της Παπαδούς. Κατάλαβαν τις προθέσεις μας, ότι στόχος μας θα ήταν οπωσδήποτε η βάση η δική τους και περνούσαν ώρες αγωνίας. Την άλλη νύχτα, στροφή 180 μοιρών και βρισκόμαστε στο Ξεροκάμπι στα πλευρά της Κρέστενας, απέναντι από το ποτάμι Αλφειό. Μαζί μας βρισκόταν και ο διοικητής του συγκροτήματος αείμνηστος Σαρηγιάννης. Εκεί με κάλεσαν κι εμένα.

Ο Σαρηγιάννης μου είπε ότι χρειαζόμαστε ανθρώπους που να ξέρουν την πόλη. Με ρώτησε αν ξέρω καλά τα Κρέστενα. Του είπα σε χοντρές γραμμές ναι, λεπτομερειακά όχι. ‘‘ Που να πάρει ο διάολος, δεν έχουμε ανθρώπους που να ξέρουν τα μέρη καλά’’, είπε. Από αυτό εξαρτάται κατά μεγάλο μέρος η επιτυχία μας. Οι πληροφορίες που είχαμε ήταν ότι διέθεταν μια δύναμη εβδομήντα χωροφύλακες και Μάϋδες, με δύο μεγάλα πολυβόλα με μπετόν αρμέ στην πλατεία της πόλης, που ελέγχουν όλους τους δρόμους και παρόδους και επί πλέον έχουν το γυμνάσιο οχυρώσει και την υποδιοίκηση. Αυτές οι τρεις αντιστάσεις υπήρχαν, εκεί όμως που δίναμε περισσότερο σημασία ήταν η πλατεία που θα ήταν και η μεγαλύτερη αντίδραση. Η δύναμη η δική μας ήταν κάπου τριακόσιοι μαχητές. Ίσως, θα έχει την απορία ο αναγνώστης, γιατί τόσοι πολλοί θα χρειάζονταν για εβδομήντα χωροφύλακες; Ο πόλεμος αυτός είχε ένα δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα από τους άλλους πολέμους. Πρώτο και κύριο: δεν είχε μετόπισθεν εξασφαλισμένο, δεδομένου ότι κάπου κοντά θα υπήρχαν και άλλες βάσεις που η μία θα υποστήριζε την άλλη σε περίπτωση ανάγκης.

Για να καλύψουμε μία επιχείρηση και να την υποστηρίξουμε μέχρι τέλος, έπρεπε να έχουμε διαθέσιμες δυνάμεις να αποκρούσουν τις ενισχύσεις που έρχονταν να βοηθήσουν τους πολιορκημένους και μαχόμενους δικούς τους από άλλες βάσεις. Δηλαδή τους τριακόσιους που διαθέταμε στην περίπτωση της Κρέστενας δεν τους ρίξαμε μέσα στην Κρέστενα, αλλά είχαν πιάσει άλλα σημεία πιθανά που μπορούσε να εμφανιστεί ο εχθρός. Προς τα έξω χρησιμοποιούσαμε πολύ περισσότερους, σε τρόπο που να είναι απολύτως εξασφαλισμένα τα νώτα των μαχόμενων μέσα. Η διάρκεια της επιχείρησης δύο ώρες. Δώδεκα με δύο τη νύχτα θα έπρεπε να είχε τελειώσει η μάχη και η εκμετάλλευσή της. Και τούτο γιατί η βάση του Πύργου και της Ζαχάρως ήταν πολύ κοντά. Η επιχείρηση αυτή δύσκολη, γιατί μέσα σε δύο ώρες τι να προφθάσεις να κάνεις. Μόλις νύχτωσε εδόθη εντολή στα τμήματα να ξεκινήσουν, αφού προηγουμένως το καθένα πήρε την αποστολή του.

Φθάσαμε στην Κρέστενα, από λάθος υπολογισμό, στις δώδεκα η ώρα την νύχτα που εκείνη την ώρα έπρεπε να βρισκόμαστε μέσα σύμφωνα με το σχέδιο. Στα γρήγορα έγινε μετατόπιση της ώρας, μια με τρεις μετά τα μεσάνυχτα η επιχείρηση. Ο λόχος του Αρίστου Βασιλόπουλου θα μείνει εφεδρεία στην διάθεση της διοίκησης, μια άλλη δύναμη θα προωθηθεί πρός το χωριό Μακρύσια. Η υπόλοιπη δύναμη θα χτυπήσει την βάση. Το φεγγάρι σαν ημέρα. Απόλυτη ησυχία. Άνθρωπος αδύνατο να κυκλοφορήσει. Με το νύχτωμα οι άνθρωποι βρισκόσαντε στα σπίτια τους. Η ομάδα η δική μας μπροστά, θα περνούσε από το νεκροταφείο και θα χτυπούσε την πλατεία. Φθάνοντας στο νεκροταφείο εδόθη εντολή να βγάλουμε τα παπούτσια μας. Ο Γιαλαμάς Ανδρέας με μια διμοιρία έφυγε δεξιά μας, θα χτυπούσε το γυμνάσιο. Ο Ετεοκλής Δουμουλάκης επίσης κι αυτός κατεύθυνση για την υποδιοίκηση.

Στο νεκροταφείο έπρεπε να έχουν προωθημένο φυλάκιο. Προχωρούμε, τίποτε. Απόλυτη ησυχία. Η σιωπή ύποπτη, κάτι συμβαίνει. Εν τω μεταξύ μας οσμίζονται τα σκυλιά και αρχίζουν τα γαυγίσματα. Εκατοντάδες γαυγίσματα χαλούν τον κόσμο. Η αγωνία μας κορυφώνεται, δεν ξέρουμε τι να υποθέσουμε. Παίρνω δύο παιδιά και μπαίνουμε στο νεκροταφείο μήπως από φόβο έχουν κάπου κρυφτεί εκεί. Ψάχνουμε μέσα στα μνημεία, τίποτε.

Περνούμε και μπαίνουμε στην πόλη. Φθάνουμε πάνω στην πλατεία. Καμμία εκδήλωση ή αντίδραση. Τα νεύρα μας πάνε να σπάσουν από την αγωνία. Έρποντας και χωρίς να το καταλάβω φθάνω κοντά στο πολυβολείο που με κοιτάζει σαν χάρος. Κολλημένος στο χώμα φωνάζω τον διπλανό μου να ειδοποιηθεί ο Τσουκόπουλος να έρθει κοντά, να δούμε τι θα κάνουμε. Ο Τσουκόπουλος μένει άφωνος και δεν ξέρει πως να αντιδράσει. Δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε δώθε ούτε εκείθε, είναι σπίτια που μας εμποδίζουν. Χωρίς να περιμένω απάντηση από τον Τσουκόπουλο εξ’ενστίκτου (αυτά γίνονται σε δευτερόλεπτα) με δύο – τρία άλματα και επάνω στο πολυβολείο. Βγάζω το φακό και από τις πόρτες του πολυβολείου κοιτάζω μέσα, τίποτε. Κατεβαίνω, μπαίνω μέσα και βρίσκω σφαίρες χύμα και δύο – τρείς δεσμίδες οπλοπολυβόλου Μπρέν.

Κάνω σινιάλο, έρχεται ο Τσουκόπουλος και οι άλλοι μαχητές. Δεν ξέρουμε τι να υποθέσουμε και τι συμπέρασμα ακόμη να βγάλουμε. Η μόνη αντίδραση μέχρι εκείνη τη στιγμή είναι οι σκύλοι, που συνεχίζουν ασταμάτητα να γαυγίζουν τους απρόσκλητους επισκέπτες και που σε λίγο θα γραφτεί ο αιματηρός επίλογος. Προχωρούμε, κατεβαίνουμε στον κεντρικό δρόμο και που στο άλλο άκρο της πλατείας βρίσκεται το άλλο πολυβολείο. Πιάνουμε τα στενά αλλά και αυτό εγκαταλειμμένο.

Συζητάμε για λίγο με τον Τσουκόπουλο, η αγωνία στο απόγειο της. ‘‘Πήγαινε στο τηλεγραφείο’’ μου λέει ο Τσουκόπουλος. Παίρνω δύο παιδιά και φθάνω στο ταχυδρομείο. Βλέπω να θαμπίζει φως. Ανεβαίνω τις ξύλινες κυκλικές σκάλες και μπαίνω μέσα. Εκεί ένα όπλο πεσμένο στο πάτωμα και μερικές σφαίρες στο τραπέζι. Ήταν φανερό ότι κάποιος σκοπός ήταν εκεί αλλά όταν μας αντελήφθη έφυγε. Γυρίζω στα γρήγορα πρός την πλατεία. Πρίν φθάσουμε στην πλατεία, από στενό ερχόταν ένας ένοπλος. Τον σταματάμε και μας δηλώνει ότι έρχεται για αλλαγή φρουράς στο ταχυδρομείο. Ο άνθρωπος τα χάνει μόλις καταλαβαίνει ποιοι είμαστε. Τον προωθούμε στην διοίκηση. Από τα άλλα φυλάκια καμμία εκδήλωση.

Οι ώρες περνούν. Σε μια στιγμή ακούμε θόρυβο αυτοκινήτων. Μεριάζουμε δώθε και κείθε της πλατείας και τρία αυτοκίνητα μπαίνουν μέσα. Οι οδηγοί μας κοιτάζουν και τα έχουν χαμένα. Τους ρωτούμε ποιοί είναι και από που έρχονται τέτοια ώρα. Μας αποκαλύπτουν ότι έφεραν στρατό από τον Αλφειό και ότι συναντήθηκαν με τους χωροφύλακες και τους Μάυδες λίγο έξω από την Κρέστενα.

Αφού πήραμε τις πληροφορίες η διοίκηση πήρε και τα ανάλογα μέτρα. Ενίσχυση και επαγρύπνηση από την πλευρά των Μακρυσίων. Ας σημειωθεί, μέσα στην πόλη έπεφταν ριπές από δικούς μας για να σπάσουν το χρηματοκιβώτιο τραπέζης και εφορίας. Με το χάραμα ακούμε ριπές πολυβόλων και βλήματα όλμων να σκάζουν στην περιοχή του γυμνασίου. Τι είχε συμβεί και είχαν εγκαταλείψει την πόλη: η φρουρά κάθε βράδυ μετά από το επεισόδιο της Παπαδούς, εγκατέλειπε την πόλη. Οι πληροφοριοδότες μας δεν το ήξεραν αυτό γιατί η κυκλοφορία μετά τις οχτώ και μέχρι το πρωί στις επτά απαγορευόταν αυστηρά. Το πρωί, πρίν αρχίσει η κυκλοφορία, η φρουρά βρισκόταν στην πόλη και κανείς δεν ήξερε την τελευταία τακτική της φρουράς.

Κάποιος τσοπάνος αντελήφθη την κίνηση τη δική μας και όταν είμαστε στο Ξεροκάμπι σε αφάνεια ειδοποίησε τον Πύργο. Αμέσως ο Πύργος έστειλε μια διλοχία στρατού για να υποστηρίξει τη βάση της Κρέστενας σε περίπτωση επίθεσης. Πως αποκαλύφτηκε αυτό θα το αναφέρω στη διαδρομή της αφήγησης.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Όπως συνήθιζε η φρουρά, προκειμένου να μπει στην πόλη, έστελνε ένα στοιχείο οπλοπολυβόλου και έπιανε το γυμνάσιο και κατόπιν επροχωρούσαν και οι υπόλοιποι. Έτσι έγινε και κείνη την ημέρα. Εκείνο όμως που είναι άξιον απορίας και παραμένει το ερώτημα είναι: Δεν άκουσαν τις ριπές των όπλων που έπεφταν μέσα στην Κρέστενα, προκειμένου να σπάσουμε το χρηματοκιβώτιο τραπέζης και εφορίας; Δεν άκουσαν τα εκατοντάδες σκυλιά που εγαύγιζαν ασταμάτητα επί ώρες; Δεν τους κίνησε την περιέργεια; Κανείς δεν ξέρει. Αλλά ας αφήσουμε τις κρίσεις και τα σχόλια και ας αφηγηθούμε τα γεγονότα.

Στο γυμνάσιο και στο σημείο εκείνο που έπιανε το στοιχείο οπλοπολυβόλου των χωροφυλάκων, ήταν ο αείμνηστος Καφίρης με την ομάδα του. Του φωνάζει ο σκοπευτής να τους κτυπήσει. Όχι του λέει ο Καφίρης, άφησε τους, και τους απαγορεύει να μην ρίξει κανείς τουφεκιά. Οι χωροφύλακες προχωρούν ανύποπτοι και πέφτουν επάνω στον Καφίρη. Ο Καφίρης που ήταν πάντα ψύχραιμος και με μεγάλη κινητικότητα και στο σώμα και στο μυαλό, τους αφοπλίζει χωρίς να πέσει κανένας πυροβολισμός.

Οι άλλοι χωροφύλακες και στρατός προχωρούν ανύποπτοι να μπούνε στην πόλη. Οταν έφθασαν σε σημείο που ενόμιζε ότι έπρεπε να τους χτυπήσει, δίνει εντολή στα παιδιά και αρχίζουν ομαδικά να τους χτυπούν. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο δημόσιος δρόμος γεμίζει νεκρούς και τραυματίες. Εκεί σκοτώνονται και οι ανθυπολοχαγοί Παναγιωτόπουλος και Ζαΐμης που μας έφυγαν από την μάχη της Παπαδούς. Η μάχη εκεί στο γυμνάσιο γενικεύεται. Οι όλμοι και τα πολυβόλα του στρατού που είχαν μείνει πίσω άρχιζαν να βάζουν γύρω στο περίβολο του γυμνασίου. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έφτασε σύνδεσμος μέσα στην πόλη και ζητούσε ενισχύσεις από μας γιατί κινδύνευαν από το στρατό γιατί ήταν πολλοί και δεν μπορούσαν να τους κρατήσουν. Ο Βρεττάκος αμέσως και χωρίς καθυστέρηση ούτε ενός λεπτού, διώχνει τέσσερις ομάδες στο γυμνάσιο, τους δε άλλους τους αναπτύσσει από άλλα σημεία. Εφτάσαμε αμέσως στο γυμνάσιο το οποίο εδοκιμάζετο σκληρά από τους όλμους και ένα βαρύ πολυβόλο, που εβρίσκοντο στον απέναντι λοφίσκο. Στο γυμνάσιο δεν έβαναν μόνο όλμοι και το βαρύ πολυβόλο αλλά και άλλα δέκα οπλοπολυβόλα περίπου.

Οταν φθάσαμε στο γυμνάσιο μου δίνει εντολή ο διμοιρίτης Στάπας να πάω να ενισχύσω την ομάδα του Γενναίου ( έτσι έλεγαν ένα παιδί) και αντί να μου πει να πάω από αριστερά, μου λέει να πάω από δεξιά. Στην προσπάθεια μου να πάρω επαφή πέφτω επάνω σε μια ομάδα χωροφυλάκων. Αποτέλεσμα ήταν να τραυματιστώ και η ομάδα να υποχωρήσει.

Ποιός ήταν ο Στάπας: Καταγόταν από την Συκιά της Λακωνίας. Αυτός ήταν η αφορμή να καταστραφεί το Τάγμα Τσουκόπουλου στον Άγιο Βασίλη Κυνουρίας, αργότερα το 1949. Αυτό θα το αφηγηθώ στη διαδρομή της αφήγησης όταν φθάσω εκεί. Αυτό το αναφέρω χωρίς ίχνος κατηγορίας ή παραπόνου, απλώς για την ιστορία. Ο Στάπας ήταν παλικάρι, δεν ήταν όμως για να διοικήσει διμοιρία, μα ούτε ομάδα.

Και συνεχίζω: αποτέλεσμα της μάχης ήταν να πιαστούν 73 αιχμάλωτοι στρατιώτες και τρείς χωροφύλακες. Σαράντα νεκροί και πολλοί τραυματίες. Λάφυρα. Το βαρύ πολυβόλο και έξι οπλοπολυβόλα αυτόματα Τόμιγκαν, ατομικά όπλα και πολλές χιλιάδες σφαίρες. Αφού έγινε η εκμετάλευση αναχωρήσαμε με κατεύθυνση Μάζι Τόγια. Πριν μπούμε στο χωριό Μάζι έφτασαν τα αεροπλάνα. Πιάσαμε τις ελιές να καλυφτούμε. Στο δρόμο όμως πήγαινε μια γερόντισσα με ένα άλογο, φορτωμένο ξύλα. Φωνάζαμε της γερόντισσας να μην κινηθεί αλλά αυτή τίποτα. Μήπως ήξερε και αυτή περί τίνος πρόκειται; Τα αεροπλάνα είδαν την κίνηση της γριάς με το άλογο και άρχισαν να πολυβολούν. Αποτέλεσμα του πολυβολισμού ήταν να σκοτωθούν δύο μαχητές και να τραυματιστεί ο Σαρηγιάννης, ευτυχώς ελαφρά.

Μόλις μπήκαμε στο χωριό έφτασαν πάλι τα αεροπλάνα. Τα τμήματα με τους αιχμαλώτους έπιασαν τα σπίτια για να καλυφτούν. Εμείς οι τραυματίες καθώς και οι αιχμάλωτοι τραυματίες, μπήκαμε σε ένα καφενείο. Ο ένας από μας ήταν βαριά και φώναζε, λεγόταν Ανδρέας Τσεκούρας, από την Κερπινή Γορτυνίας. Δεν ξέρω αν ζει ή σκοτώθηκε. Οι τραυματίες αιχμάλωτοι, καταματωμένοι κι εμείς το ίδιο. Κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε ο ένας τον άλλο. Σε μια στιγμή ένας αιχμάλωτος με δεμένο το χέρι και κρεμασμένο από το λαιμό, βουτηγμένος στο αίμα με πλησιάζει και μου λέει: ‘΄συνάδελφε, έχεις να μου δώσεις ένα τσιγάρο;’’. Εγώ χαμογέλασα κάπως και αυτός καταλαβαίνει το λάθος του, με προλαβαίνει και μου λέει: ‘Με συγχωρείς, το είπα από κεκτημένη ταχύτητα’. Μου ζητάει και φωτιά. Την στιγμή που άναβε το τσιγάρο, παρατήρησα τα μάτια του να έχουν βουρκώσει. Τι να αναλογίστηκε άραγε; Το σπίτι του, τον πατέρα του, την μάνα του , τα αδέλφια του, τους φίλους του ή την μοίρα την δική του και την δική μας ακόμη; Πάντως από ότι κατάλαβα από τα λίγα λόγια που αλλάξαμε, επρόκειτο περί μορφωμένου νέου.

Ο συναγερμός έληξε και τα τμήματα με τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα τραβούσαν το δρόμο τους, περνώντας στο Μαίναλο για ανασυγκρότηση και λίγη ξεκούραση. Στην έρευνα που έγινε στους αξιωματικούς αιχμαλώτους, εικοσιένα τον αριθμό, στον επιλοχία βρήκαμε και το όνομα του τσοπάνου καταδότη, όταν είμαστε την προηγούμενη μέρα σε αφάνεια στο Ξεροκάμπι. Ανάλογα με τη δουλειά που έκανε επληρώθη.

Με τις αποφασιστικές αυτές επιτυχίες, μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα, το ένοπλο κίνημα επήρε μεγάλες διαστάσεις και αναπτύσετο με ταχείς ρυθμούς. Η πολιτική μας επιρροή μεγάλωνε μέρα με την ημέρα και ο λαός να κατέχεται από κάποιο αίσθημα εμπιστοσύνης προς την δύναμη μας, και να πυκνώνει τις τάξεις του Δ.Σ. Παράλληλα, δημιουργούνται σε εκατοντάδες χωριά, πολιτικές οργανώσεις στα πρότυπα της ΕΑΜικής αντίστασης.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΖΑΧΑΡΩΣ – 23 ΙΟΥΝΙΟΥ 1948

Η Ζαχάρω ήταν ο συνδετικός κρίκος Ηλείας-Μεσσηνίας. Εάν εξοντώναμε τη βάση εκεί, η Μεσσηνία θα απομονώνετο και θα ήταν πιο εύκολη η προσβολή της. Δεδομένου ότι η σιδηροδρομική γραμμή καθώς και η οδική μέσω Τριπόλεως είχε διακοπεί. Εκείνη που απόμενε ήταν Αθήνα-Πάτρα-Πύργος-Κυπαρισσία-Καλαμάτα. Οταν ήμουν στο νοσοκομείο στην Κοντοβάζαινα Γορτυνίας, από τις κινήσεις των τμημάτων μας κατάλαβα ότι προετοιμάζεται επιχείρηση κατά της Ζαχάρως. Ζήτησα εξιτήριο να φύγω. Ο γιατρός δεν ήθελε, γιατί το τραύμα μου δεν είχε κλείσει καλά. Κατορθώνω και φεύγω την ίδια μέρα και την επόμενη φθάνω στο μοναστήρι Σεπετό. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί τα τμήματα, που θα έπαιρναν μέρος στην επιχείρηση. Ο Σαρήγιαννης με ρώτησε αν θα μπορέσω να πάρω μέρος στην μάχη, λόγω του τραύματος μου. Του είπα: ‘‘σαν σύνδεσμος τουλάχιστον, που ξέρω τη Ζαχάρω’’.

Την νύχτα 21-22 Ιούνη 1948 βρεθήκαμε στο χωριό Κωστομέρα και λημεριάσαμε στη θέση Τρύπιο Λιθάρι. Εκεί έγινε η κατάστρωση του σχεδίου και την αποστολή που θα έπαιρνε το κάθε τμήμα. Πρίν ξεκινήσουμε, μίλησε στα τμήματα ο διοικητής του 3ου συγκροτήματος Σαρηγιάννης. Ανάλυσε την σημασία της επιχείρησης και την δύναμη της βάσης καθώς και την δύναμη πυρός. Η Ζαχάρω υποστηριζόταν από 250-300 χωροφύλακες και Μάηδες. Διέθεταν: ένα βαρύ οπλισμό, δυό βαρειά πολυβόλα, 18 οπλοπολυβόλα και αφθονία πυρομαχικών. Η οχύρωση της Ζαχάρως πολύπλευρη. Τα φυλάκια ήταν: Προφήτης Ηλίας (λίγο έξω από την Ζαχάρω), Ξενοδοχείο Κοπανιτσάνου, Δημοτικό σχολείο, καφενείο Μουσαμά, Στρογγυλόραχη, Άγιος Σπυρίδωνας, Γιακουμή και μια διμοιρία χωροφυλάκων μεταξύ Ζαχάρως και Ξηροχώρι.

Το πρωί στις 5 η ώρα η μάχη άρχισε. Ο αιφνιδιασμός δεν πέτυχε γιατί και πάλι η επιχείρηση της Ζαχάρως επροδόθη. Από ποιόν και από ποιους θα το αφηγηθώ στην επόμενη επιχείρηση κατά της Ζαχάρως, που έγινε τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου. Εγώ ήμουν σύνδεσμος για το φυλάκιο Γιακουμή. Το βρήκαμε εγκαταλειμμένο. Μας εδόθη αμέσως εντολή να στραφούμε προς το φυλάκιο που ήταν μεταξύ Ζαχάρως και Ξηροχώρι. Μέσα σε λίγα λεπτά πήραμε επαφή και με ανταλλαγή μερικών πυροβολισμών διαλύουμε την διμοιρία η οποία κατόρθωσε μέσα από ένα ξεροπόταμο να φθάσει διαλυμένη και να ενωθεί με την δύναμη της Ζαχάρως.

Άλλη εντολή αμέσως να ενισχύσουμε την δύναμη που χτυπούσε το φυλάκιο Προφήτη Ηλία, το οποίο πρόβαλε σκληρή αντίσταση και είχαμε μερικές απώλειες αφενός και αφετέρου εμπόδιζε πολύ την δράση των δικών μας από την ανατολική πλευρά της Ζαχάρως. Το φυλάκιο πολύ ισχυρό. Με βαθειά ορύγματα, ένα βαρύ πολυβόλο και τέσσερα οπλοπολυβόλα έβαζαν προς όλα τα σημεία ασταμάτητα. Εφθάσαμε στο φυλάκιο απογοητευμένα. Δεν τους άφηναν να σηκώσουν κεφάλι καθόλου. Μέχρι εκείνη την στιγμή, είχαν σκοτωθεί πέντε μαχητές και περί τους είκοσι τραυματίες. Οι χωροφύλακες ούρλιαζαν και φώναζαν : ‘‘Δεν θα περάσετε Βούλγαροι’’, κ.λ.π.

Είμαστε τόσο κοντά που θυμάμαι που φώναζαν τον σκοπευτή τους, έναν υπενοματάρχη, ο οποίος εχειρίζετο το βαρύ πολυβόλο : ‘‘Χτύπα τους Βισβίκη, χτύπα τους’’. Έτσι του έλεγαν του υπενοματάρχη, που εχειρίζετο το βαρύ πολυβόλο. Το τι έπαθαν θα φθάσω αμέσως.

Η ώρα θα ήταν 9-10 όταν έφθασαν τα αεροπλάνα. Άρχισαν να πολυβολούν και να ρίχνουν ρουκέτες. Δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε κεφάλι. Πιο πίσω από μας σε ένα λόφο ήταν ένα βαρύ πολυβόλο δικό μας με σκοπευτή το Μήτσο Κοτρωνάκη από το Ρούτσι της Μεγαλόπολης. Δεν ξέρω αν ζει ή σκοτώθηκε. Ήταν άριστος σκοπευτής. Εκείνη την ημέρα είχε δοθεί εντολή, αν εμφανιστούν αεροπλάνα, να τα χτυπήσουμε με ότι μέσα διαθέτουμε. Με την δεύτερη στροφή που έκαναν τα αεροπλάνα ο πολυβολητής Κοτρωνάκης ήταν έτοιμος. Μια μικρή μόνον ριπή έριξε στο πρώτο και το χτυπά. Το βλέπουμε να βγάζει καπνό και να χάνεται στον ορίζοντα πέφτοντας στο χωριό Δουνέικα του Πύργου. Του πιλότου του τσάκισε το πόδι. Το δεύτερο εχάθη και αυτό και δεν εμφανίστηκαν πλέον. Η μάχη στο φυλάκιο εσυνεχίζετο χωρίς αποτέλεσμα και μέσα στην Ζαχάρω με οδομαχίες. Κατά τις 10-11 η ώρα έρχεται σύνδεσμος από το αρχηγείο με το ερώτημα αν υπάρχει προοπτική να πέσει το φυλάκιο. Γίνεται μια μικρή σύσκεψη μεταξύ Παπανικολάου (Ντουνιά) και Αρίστου Βασιλόπουλου και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το φυλάκιο δεν πέφτει, γιατί έχουμε πολλές απώλειες προπαντός σε τραυματίες. Ο σύνδεσμος φεύγει με το σημείωμα αρνητικό.

Δεν θα είχε απομακρυνθεί ο σύνδεσμος περί τα 150 μέτρα και εμφανίζεται το γενναίο και αξέχαστο παληκάρι Καφίρης, ο οποίος με την εξυπνάδα του και την γενναιότητα που τον διέκρινε κερδίσαμε την μάχη της Κρέστενας. Και ρωτά σε αποφασιστικό και έντονο ύφος, ‘‘Γιατί δεν πέφτει το φυλάκιο’’; Του απαντούν ότι το φυλάκιο είναι ισχυρό και ότι θα έχουμε απώλειες. ‘‘Αναλαμβάνω εγώ να ρίξω το φυλάκιο’’ τους απαντάει ο Καφίρης σε αποφασιστικό τόνο, ‘‘αρκεί να μου δώσετε έξι παιδιά’’. Επικρατεί προς στιγμήν σιωπή και ένα ρίγος συγκινήσεως μας κατέχει όλους όσους βρεθήκαμε εκεί. Ένας ένας πετάγονται πέντε παιδιά. Ο Καφίρης με ρωτά και εμένα αν μπορώ να τους ακολουθήσω ξέροντας ότι είχα τραυματιστεί πρίν λίγες μέρες. ‘‘Όχι’’ λέει ο Αρίστος Βασιλόπουλος, ‘‘Ο Τάσος δεν θα μπορέσει’’. Αυτά έγιναν σε δύο τρία λεπτά. Ο Καφίρης ξεκινάει και δεν ξέρουμε αν θα τους ξαναδούμε. Στο μεταξύ οι χωροφύλακες ωρύοντο, πιστεύοντας στη νίκη τους, γιατί τα πυρά τα δικά μας είχαν σχεδόν κωπάσει και από λόγους οικονομίας, αλλά και είχαμε χάσει κάθε σχεδόν ελπίδα να ρίξουμε το φυλάκιο.

Είχαν περάσει 5-10 λεπτά από την στιγμή που είχε φύγει η τρομερά επικίνδυνη αποστολή και μας είχαν φανεί ώρες, περιμένοντας με κομμένη την ανάσα το αποτέλεσμα. Η αγωνία μας είχε φθάσει στο κατακόρυφο όταν ακούσαμε φωνές: ‘‘Φασίστες, παραδοθείτε’’. Ο Καφίρης με τους ατρόμητους αυτούς μαχητές τους αιφνιδιάζει σκοτώνοντας και τον παλικαρά Βισβίκη, σκοπευτή του πολυβόλου και τέσσερις άλλους χωροφύλακες που υπήρχαν κοντά στο βαρύ πολυβόλο. Κάποιος από τους χωροφύλακες αποπειράθηκε να πάρει την κάνη του πολυβόλου και σε 30 μέτρα ο Καφίρης τον ξάπλωσε νεκρό. Από την αποστολή αυτή δεν έπαθε κανείς το παραμικρό. Στο διάστημα αυτό που εξελίχτηκαν τα γεγονότα του φυλακίου ο σύνδεσμος με το σημείωμα είχε φτάσει στη διοίκηση. Η διοίκηση μη ξέροντας τι είχε γίνει στο φυλάκιο και τι είχε μεσολαβήσει θεώρησε άσκοπη τη συνέχιση της μάχης και δίνει εντολή υποχώρησης. Εμείς ανεβήκαμε στο φυλάκιο πήραμε τα λάφυρα, το βαρύ πολυβόλο, τα οπλοπολυβόλα, έναν ατομικό όλμο με πολύ λίγα βλήματα, αυτόματα και ατομικά όπλα. Πυρομαχικά όχι πολλά. Τα είχαν κάψει. Πατούσαμε επάνω σε κάλυκες. Ίσως ρωτήσει κανείς γιατί δεν ειδοποιήσαμε την διοίκηση για την πτώση του φυλακίου ώστε να μην δοθεί εντολή υποχώρησης;

Αυτά έγιναν τόσο ανέλπιστα και τόσο σύντομα που δεν είχαμε τον χρόνο να ειδοποιήσουμε και το σπουδαιότερο δεν ξέραμε ποιά θα ήταν η έκβαση αυτής της παράτολμης και πολύ επικίνδυνης ενέργειας του Καφίρη.

Τιμή και δόξα σε αυτό το παλικάρι Καφίρη, μα και στους άλλους ατρόμητους μαχητές του Δ.Σ που δεν ξέρω από αυτούς αν ζει κανείς σήμερα. Όσο για τον Καφίρη στην διαδρομή της αφήγησης θα αναφερθώ πως σκοτώθηκε. Μετά την μάχη της Ζαχάρως, τα τμήματα πέρασαν στα ορεινά συγκροτήματα Ολυμπίας και Αρκαδίας.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΧΑΛΑΝΔΡΙΤΣΑΣ

Η μάχη της Χαλανδρίτσας έγινε λίγες μέρες μετά τη μάχη της Ζαχάρως, 5 Ιούνη 1948. Η Χαλανδρίτσα ήταν ένα προωθημένο φυλάκιο της Πάτρας. Απέχει περί τα είκοσι χιλιόμετρα από αυτή. Η βάση αυτή έπρεπε να φύγει από τη μέση ώστε να μπορούμε ανεμπόδιστα να προωθηθούμε πρός την Πάτρα αφενός και αφετέρου ήταν ένα αγκάθι μέσα σε ελεγχόμενη περιοχή από εμάς. Η επιτυχία της επιχείρησης αυτής ήταν ολοκληρωτική. Όλη η δύναμη των εκατόν είκοσι χωροφυλάκων εξοντώθηκε.

Όσες διαθέσιμες δυνάμεις είχαν οι κυβερνητικοί από την Πάτρα και την γύρω περιοχή τις κίνησαν αμέσως για να μπορέσουν να σώσουν την βάση της Χαλανδρίτσας. Η αεροπορική υποστήριξη συνεχώς όλη την ημέρα. Τα αεροπλάνα πολυβολούσαν και ρουκετοβολούσαν τα τμήματα του Δ.Σ που είχαν πιάσει τα σημεία και τα περάσματα που θα έρχονταν ενισχύσεις για να βοηθήσουν τους μαχόμενους χωροφύλακες. Η πίεση ήταν τρομερή. Έπρεπε όμως να κρατηθούν μέχρι να πέσει η βάση. Η βάση έπεσε τις απογευματινές ώρες.

Οι κυβερνητικοί μπήκαν στην κωμόπολη τις βραδυνές ώρες. Την άλλη μέρα συγκέντρωσαν τους νεκρούς χωροφύλακες και στην Πάτρα τους έγινε ομαδική κηδεία αφού προηγουμένως είχε γίνει η κατάλληλη προετοιμασία με όλα τα μέσα της προπαγάνδας για να παρευρεθεί ο λαός της Πάτρας και της γύρω περιοχής για να παρακολουθήσουν και να δούν τους δικούς τους ‘σφαγιασμένους’ και ‘κατακρεουργημένους’ δήθεν χωροφύλακες. Ποτέ στις ανακοινώσεις δεν έλεγαν και δεν χρησιμοποίησαν την λέξη σκοτωμένους, αλλά πάντοτε από μας οι αντίπαλοι σκοτωμένοι, είσαντε σφαγμένοι και κατακρεουργημένοι. Αυτό τους βόλευε για να προκαλούν φόβο και τρόμο στον πληθυσμό.

Η Χαλανδρίτσα έμεινε ελεύθερη μέχρι την πτώση του Δ.Σ. το 1949.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΒΛΑΣΙΑΣ

Η μάχη της Βλασίας έγινε στις 26 Ιούλη 1948. Η μάχη της Βλασίας ήταν σκληρή. Την Βλασία την είχε καταλάβει ένα μεταβατικό τάγμα, με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Δρακουλαράκο οι οποίοι ήταν συγκεντρωμένοι κυρίως μέσα στο μοναστήρι και γύρω από αυτό. Η μάχη συνεχίστηκε σχεδόν όλη την ημέρα. Τους έσωσαν τα αεροπλάνα που έκαναν ρίψεις σε εφόδια από πολύ χαμηλό ύψος.

Μετά την μάχη που συζητούσαμε με παιδιά που έλαβαν μέρος στην μάχη, ρωτούσαμε γιατί δεν χτυπήθηκαν τα αεροπλάνα από τους πολυβολητές. Μας απαντούσαν ότι δεν εδόθη εντολή από τον μέραρχο Γκιουζέλη ο οποίος παρακολουθούσε ο ίδιος την μάχη παρόλο ότι εζητήθη από τους πολυβολητές. Εάν εμποδίζοντο τα αεροπλάνα να κάνουν τις ρίψεις θα επαραδίνοντο γιατί είχαν μείνει χωρίς πυρομαχικά. Αυτό είναι βεβαιωμένο.

Στη μάχη αυτή είχαμε αρκετές απώλειες και σε νεκρούς και τραυματίες. Εκεί σκοτώθηκε και ο αδελφός μου Φώτης.

Από δω και πέρα αρχίζει μια άλλη περίοδος για το Δ.Σ Πελοποννήσου. Ολόκληρος η Κεντρική Πελοπόννησος ελέγχεται απόλυτα από το Δ.Σ. Το μεγαλύτερο τμήμα της Αχαίας, της Κορινθίας, της Ηλείας, Αρκαδίας, Αργολίδας, Λακωνίας και μέρος της Μεσσηνίας περνάει στα χέρια του Δ.Σ. Ο μοναρχοφασιστικός στρατός και τα φασιστικά σώματα ασφαλείας παίρνουν αμυντική θέση πια και οχυρώνονται στις πόλεις. Η δύναμη του Δ.Σ. ανεβαίνει απότομα και η πολιτική του επιρροή μεγαλώνει συνεχώς.

Παρόλη όμως την πρόοδο που παρουσιάζει ο Δ.Σ η υπεροχή των κυβερνητικών είναι συντριπτική και σε εφεδρείες και σε δύναμη πυρός. Όπως ανέφερα και πιο πάνω η βοήθεια από την Αμερική παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Όλος ο χάλυβας του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού ξεφορτώνεται στα Ελληνικά λιμάνια. Ο αστικός κρατικός μηχανισμός στην Κεντρική Πελοπόννησο δεν υπάρχει πιά και για αυτό ο Δ.Σ είναι υποχρεωμένος να πάρει ορισμένα μέτρα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, όσο μπορούσε και του επέτρεπαν οι δυνατότητες, μιας και τα χρονικά περιθώρια που είχε ήταν πολύ περιορισμένα για τέτοιες πολυτέλειες. Ωστόσο όμως έπρεπε κάτι να γίνει.

Από τον Μάη του 1948 η διοίκηση αρχίζει να προσανατολίζεται πρός τα μέτρα αυτά χωρίς να χαλαρώνει στο ελάχιστο τις πολεμικές προσπάθειες για την διεξαγωγή του σκληρού αγώνα που είχαμε αναλάβει. Σε εκατοντάδες χωριά τα σχολεία λόγω του πολέμου είχαν κλείσει. Δικαστήρια, Τράπεζες, κ.λ.π. δεν λειτουργούσε τίποτε. Το θέμα λειτουργίας των σχολείων εθεωρήθη και μπήκε στην πρώτη γραμμή σαν κατεπείγον. Όσοι δάσκαλοι είχαν μείνει και δεν είχαν φύγει επιστρατεύθηκαν για να ανοίξουν τα σχολεία.

Παράλληλα όσοι ευρίσκοντο στο Δ.Σ εστάλησαν σε διάφορα χωριά για να αναλάβουν την λειτουργία των σχολείων. Επίσης απόφοιτοι του γυμνασίου που είχαν καταταγεί στο Δ.Σ., πολλοί από αυτούς εστάλησαν στην παιδαγωγική ακαδημία, που εν τω μεταξύ αμέσως άρχισε να λειτουργεί στα Τρόπαια Γορτυνίας. Μετά από μια στοιχειώδη εκπαίδευση στην ακαδημία εστέλνοντο στα χωριά να αναλάβουν τα σχολεία. Ήταν ένα επίτευγμα με θαυμάσια αποτελέσματα που μόνο σαν ένας άθλος μπορούσε να χαρακτηρισθεί.

Ετέθη επίσης θέμα τηλεπικοινωνιών. Αμέσως συγκροτούνται συνεργεία αποκατάστασης. Και αμέσως σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ολόκληρη η ορεινή και ημιορεινή Κεντρική Πελοπόννησος, από Αχαΐα μέχρι Ταύγετο και Πάρνωνα δικτυώνεται με τηλέφωνα. Γίνεται επίσης απαλλοτρίωση τσιφλικιών στην Ηραία Γορτυνίας και μοιράζεται σε αγρότες στα γύρω χωριά. Κατασκευάζονται τα ιαματικά λουτρά της Ηραίας και τα οποία λειτουργούν ακόμη όπως τα είχε φτιάξει ο Δ.Σ.

Κατασκευάζει επίσης μεγάλο αύλακα από τον ποταμό Αλφειό μήκους έξι περίπου χιλιομέτρων για να αγκαλιάσει ένα σοβαρό τμήμα εδάφους της Ηραίας με μεγάλη απόδοση φιστικιού και άλλων αγροτικών προϊόντων. Σε αυτό το έργο υπήρξε και μια σχετική αντίδραση από την πλευρά του τσιφλικά Αντωνόπουλου ο οποίος έβαλε τους ανθρώπους του και έβγαλε τα σημάδια που θα περνούσε ο αύλακας.

Το έργο τελικά έγινε με συμμετοχή σχεδόν όλων των κατοίκων των ενδιαφερόμενων χωριών όπου υπάρχει και σήμερα και αρδεύει όλο τον μικρό κάμπο της Ηραίας. Επιστρατεύει επίσης από όλα τα γύρω χωριά της Ηραίας έμπειρους ανθρώπους για εμβολιασμούς ελαιοδένδρων. Εκατοντάδες και εκατοντάδες ελαιόδενδρα εμβολιάστηκαν και σήμερα δίνουν ένα πολύ καλό εισόδημα στα χωριά της περιοχής.

Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ

Την Άνοιξη και το καλοκαίρι του 1948 έγιναν επιστρατεύσεις σε δύο φάσεις. Η μια έγινε εικονική την Άνοιξη κατόπιν προσυνεννόησης με τους επιστρατευόμενους (και τούτο για να μην έχουν συνέπειες πίσω οι οικογένειες τους από τους κυβερνητικούς) και η άλλη το καλοκαίρι του 1948 έγινε βίαια. Οι επιστρατευμένοι έφτασαν περίπου τις 3000. Εδημιουργήθησαν έμπεδα στο Μαίναλο, Ταύγετο, και σε άλλες ορεινές περιοχές και άρχισε εντατική εκπαίδευση. Θα αναπηδήσει ένα εύλογο ερώτημα γιατί έγινε βίαια η δεύτερη επιστράτευση, αφού ο Δ.Σ. ήταν στρατός εθελοντικός και επαναστατικός;

Αυτό ήταν αναγκαίο κακό. Γιατί: αυτούς που επιστρατεύσαμε υπήρχε κίνδυνος να καταταγούν στον κυβερνητικό στρατό, γιατί συνεχώς τους καλούσαν για κατάταξη και δεύτερον για να εξασφαλίσουμε εφεδρείες που τόσο τις είχαμε ανάγκη, λόγω των απωλειών που είχαμε από τις συνεχείς συγκρούσεις. Εμείς οι παλαιότεροι είχαμε τραυματισθεί δύο, τρείς, τέσσερις φορές και πάλι πέφταμε στις μάχες γιατί δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Οι εθελοντικές προσφορές είχαν πλέον εξαντληθεί. Το δυναμικό στοιχείο, ένα μέρος από αυτό είχε εγκλωβισθεί στις πόλεις από το 1945-46 από τις καταδιώξεις της δεξιάς και δεν μπορούσε να βγεί πρός τα έξω λόγω των σκληρών μέτρων που είχαν παρθεί μετά το ψήφισμα των εκτάκτων μέτρων τον Ιούνη του 1946.

Πολλοί από τους καταδιωκόμενους αδιαφόρισαν και έμειναν βολεμένοι στις πόλεις και παρακολουθούσαν καιροσκοπικά τις εξελίξεις. Άλλοι πάλι τολμώ να πω προτίμησαν να παν στη φυλακή και εξορία για να μην ταλαιπωρηθούν στα βουνά γιατί έβλεπαν τον αγώνα πολύ σκληρό και δύσκολο. Για αυτά που αναφέρω έχω πολλά συγκεκριμένα παραδείγματα από προσωπική αντίληψη. Πολλοί πάλι πιάστηκαν και κλείστηκαν στις φυλακές και στις εξορίες παρά την θελησή τους από το 1945-1946 μετά την συμφωνία της Βάρκιζας που θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινήματος ως το μελανότερο πολιτικό λάθος. Από αυτούς βασικά τους λόγους αναγκαστήκαμε να κάνουμε την δεύτερη επιστράτευση βίαια.

Είχαμε σοβαρή έλλειψη στρατιωτικών και πολιτικών στελεχών. Ατενίζαμε το μέλλον με πολύ απαισιόδοξες εξελίξεις όταν αναλογιζόμαστε ότι ένα μεγάλο κομμάτι του έμψυχου υλικού, ίσως του μαχητικότερου, ευρίσκετο στο περιχαρακωμένο στρατόπεδο Αθήνα, Πειραιά, Μακρόνησο και που εκεί έλιωσαν τόσοι και τόσοι συναγωνιστές μας χωρίς να μπορέσουν να προσφέρουν εκείνο που θα μπορούσαν. Αν υπήρχε μια σωστή πολιτική πρόβλεψη, έγκαιρα και αποφασιστικά χωρίς ταλαντεύσεις, ίσως ήταν διαφορετική η μοίρα όχι μόνο του ένοπλου κινήματος αλλά και της χώρας μας γενικότερα.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΣΑΝΑΣ

Η μάχη της Δημητσάνας έγινε στις 29 Αυγούστου 1948. Η μάχη αυτή ήταν η σκληρότερη που είχε δώσει ο Δ.Σ. μέχρι τότε μα και η πιο αποτυχημένη. Το σχέδιο της επιχείρησης καταστρώθηκε στο Μαίναλο. H εκλογή για το χτύπημα της Δημητσάνας ήταν όντως μεγάλο λάθος. Γιατί; Όχι γιατί αποτύχαμε και είχαμε σοβαρές απώλειες, αλλά διότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για την εποχή εκείνη να κτυπηθεί η Δημητσάνα.

Υπήρχαν άλλες βάσεις πιο ευπρόσβλητες, με πολλές πιθανότητες επιτυχίες και οι οποίες μας έμπαιναν εμπόδιο στις επιδιώξεις μας ενώ αντίθετα η Δημητσάνα δεν μας εμπόδιζε στην δράση μας. Αν κρατούσαν τη βάση της Δημητσάνας την κρατούσαν μόνο και μόνο για ψυχολογικούς λόγους. Ας σημειωθεί ότι ποτέ οι χωροφύλακες και Μάυδες δεν είχαν βγεί από την Δημητσάνα μετά την Άνοιξη του 1948. Στα πιο κοντινά της χωριά βασίλευε η Λαϊκή Δημοκρατία!

Για να πέσει η βάση της Δημητσάνας, η οποία είναι φυσικό φρούριο με το κάστρο της, έπρεπε να έχουμε βαριά όπλα και χρόνο μπροστά μας. Την νύχτα της 28ης Αυγούστου το κάθε τμήμα πήρε την αποστολή του. Το τμήμα που θα έπαιρνα και εγώ μέρος αποστολή είχε να φράξει το δρόμο και τα περάσματα από Βυτίνα πρός Δημητσάνα στο ύψος Μαγούλιανα, Μαίναλο, εδώθε και εκείθε του δημοσίου δρόμου. Το τμήμα μας ενισχύθη συμβολικά από μια μικρή δύναμη του 4ου συγκροτήματος Κορινθίας με τον ίδιο τον συγκροτηματάρχη , αείμνηστο Μανώλη Σταθάκη. Ο ίδιος θα διηύθυνε την ενέδρα και την όλη επιχείρηση στον τομέα αυτό, γιατί ήταν το πιο σπουδαίο και καίριο σημείο από όπου θα κατεύθαναν ενισχύσεις για να βοηθήσουν τους μαχόμενους χωροφύλακες και Μάυδες.

Η Δημητσάνα διέθετε δύο λόχους χωροφυλάκων και περί τους εκατονπενήντα Μάυδες. Στην διάθεση τους είχαν εικοσιτέσσερα οπλοπολυβόλα Μπρέν, τρία πολυβόλα βαριά, δύο βαρείς όλμους aτομικούς. Είχαν επίσης και δύο μικρά τάνκ (κάργιες). Το ισχυρότερο φυλάκιο η Αγία Παρασκευή. Πρίν ξημερώσει, το δικό μας τμήμα έφθασε στο προκαθορισμένο σημείο που θα πιάναμε. Μας συγκέντρωσε ο αξέχαστος Σταθάκης και μας μίλησε για λίγο. Η συγκίνηση που μας κατέλαβε από τα λόγια του μας έκανε να πιστέψουμε όλοι μας, μέχρι του τελευταίου μαχητή ότι εκείνη την ημέρα οι μοναρχοφασίστες δεν θα περάσουν παρά μόνο από τα πτώματα μας.

Θυμάμαι, μας είπε: ‘‘Σήμερα συναγωνιστές θα δώσουμε τη μάχη του Μωριά. Ζητώ από σας να με βεβαιώσετε ότι οι ενισχύσεις για την Δημητσάνα δεν θα περάσουν’’. Όλοι με μια φωνή που έβγαινε μέσα από τα κατάβαθα της ψυχής μας φωνάξαμε: ‘‘ Δεν θα περάσουν’’. Μας δήλωσε ότι θα δεχθούμε τρομακτικές πιέσεις και από ξηρά αλλά και από αέρα περισσότερο. Να ατσαλώσουμε τα νεύρα μας. Η δύναμη που διαθέταμε δεν ήταν αρκετή για να καλύψουμε όλα τα σημεία που θα αποπειράτο να περάσει ο εχθρός. Έγινε ότι ήταν καλύτερο. Τα τμήματα μας εκεί διέθεταν εννέα οπλοπολυβόλα και ένα βαρύ Fiat. Με τα χαράματα είχαμε πιάσει τις θέσεις μας. Η μάχη της Δημητσάνας είχε αρχίσει.

Μόλις φώτισε καλά διακρίνουμε κινήσεις από Βυτίνα. Μπροστά προπορεύονται δύο μικρά τάνκ (κάργιες) και πίσω τους σε αργό ρυθμό φορτηγά στρατιωτικά οχήματα. Μόλις πλησίασαν σε μια μικρή γέφυρα, την οποία είχαμε ανατινάξει άρχισε η μάχη. Με τα πρώτα πυρά αχρηστεύουμε τις Κάργιες και μερικούς στρατιώτες από τα φορτηγά. Τα οχήματα έμειναν εκεί ακίνητα και άρχισαν να ακροβολίζονται και να χτυπούν με τους όλμους και βαριά πολυβόλα. Αυτό συνεχίστηκε περίπου μια ώρα. Αντιληφτήκαμε ότι έφθασαν και άλλες ενισχύσεις από την Τρίπολη και άλλες μικρότερες βάσεις. Εν τω μεταξύ έφθασε και η αεροπορία η οποία άρχισε να ρουκετοβολεί και να πολυβολεί ασταμάτητα. Δύο να φεύγουν, δύο να έρχονται συνεχώς.

Τα έλατα σε μεγάλη ακτίνα από τους πολυβολισμούς εθερίζοντο. Άρχισε να βάζει και πυροβολικό. Η μάχη απλώθηκε περί τα τρία χιλιόμετρα, δώθε και κείθε του δρόμου. Στρατός, χωροφύλακες και Μάυδες από όλα τα σημεία, με αδιάκοπους βομβαρδισμούς από πυροβολικό και όλμους. Μας κάνουν συνεχώς επιθέσεις με φωνές και βρισιές, αποκαλώντας μας Βούλγαρους και μας στολίζουν με ένα σωρό αισχρόλογα. Εμείς απτόητοι στις θέσεις μας όπως είχαμε ορκιστεί μπροστά στον αγαπημένο μας Σταθάκη και στον αγώνα μας που τον θεωρούσαμε ιερό και δίκαιο. Κανένας μαχητής δεν κινήθηκε από την θέση του χωρίς εντολή παρά μονάχα όποιος σκοτώθηκε, έμεινε εκεί για πάντα. Ευτυχώς όμως οι απώλειες εκεί ήταν ελάχιστες.

Στο αριστερό πλευρό, δύο διμοιρίες αναγκάστηκαν από την μεγάλη πίεση ενός τάγματος στρατού να υποχωρήσουν προς τα Μαγουλιανίτικα υψώματα και από εκεί ούτε ένα βήμα πίσω μέχρι το τέλος της μάχης. Η απόσταση που μας χώριζε από το στρατό και τους χωροφύλακες ήταν αλλού πενήντα και αλλού εκατό μέτρα. Ο φανατισμός και από τα δύο μέρη και προπαντός σε μας είχε φτάσει σε σημείο παροξυσμού. Ενώ βλέπουμε το άνισο του αγώνα, δεν νιώθαμε την ανάγκη να υποχωρήσουμε ούτε βήμα. Τα πυρομαχικά μας λίγα. Τα ρίχναμε μόνο όταν βλέπαμε το στόχο, χωρίς να σπαταλάμε ούτε ένα φυσίγγι άσκοπα.

Κατά τις δύο με τρείς το απόγευμα, τα πυρά τους άρχισαν να αραιώνουν και η πίεση επίσης να χαλαρώνει. Υποψιαστήκαμε ότι κάτι δεν πάει καλά μέσα στην Δημητσάνα. Εμείναμε εκεί μέχρι τις 6 το απόγευμα, οπότε πήραμε εντολή να φύγουμε. Συγκεντρωθήκαμε βαδίζοντας πιά μέσα στο Μαίναλο. Βλέπαμε τον αείμνηστο Βρετάκο σκεφτικό και κατηφή. Καταλάβαμε ότι η Δημητσάνα δεν έπεσε. Την άλλη μέρα το πρωί μάθαμε τα αποτελέσματα.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ

Όπως είπα και παραπάνω η Δημητσάνα είναι ένα φυσικό φρούριο. Την Αγία Παρασκευή που εδέσποζε σε όλη την Δημητσάνα την είχαν μεταβάλει σε απόρθητο φρούριο. Το υποστήριζε ένας λόχος χωροφυλάκων. Και όμως αυτό το ισχυρότερο φυλάκιο έπεσε σε μια ώρα. Όταν ο στρατηγός Τσιγκούνης άκουσε ότι το φυλάκιο αυτό έπεσε, του έπεσε και αυτού το ακουστικό του τηλεφώνου από τα χέρια του. Όλο τον διάλογο μεταξύ Τσιγκούνη και Δημητσάνας τον έπιανε ο ασύρματος ο δικός μας. Οι χωροφύλακες μετά την πτώση του φυλακίου της Αγίας Παρασκευής φώναζαν συνεχώς ΣΟΣ – ΣΟΣ.

Το σοβαρότερο ατύχημα για μας ήταν ότι δεν έφτασε ο Πέρδικας στην ακριβή ώρα έναρξης της μάχης και στο σημείο που του είχαν τάξει. Βαρύτατο το σφάλμα του Πέρδικα. Δεν υπάρχει ελαφρυντικό σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Πέρδικας μετά την μάχη καθαιρέθηκε από ταγματάρχης. Κατά την δική μου ταπεινή γνώμη εκρίθη πολύ επιεικώς. Αν έφτανε στην ώρα του ο Πέρδικας και έπιανε τα πρώτα σπίτια της Δημητσάνας θα ήταν αλλιώς η έκβαση της μάχης, δεδομένου ότι η Δημητσάνα είναι πυκνοκτισμένη με πολύ παλιά σπίτια, θα έπιανε όλη φωτιά εύκολα. Όταν έφτασε ο Πέρδικας η μάχη είχε αρχίσει πρίν πέντε λεπτά. Προσπαθούν να πλησιάσουν. Αδύνατον. Η περιοχή θερίζεται από τα πολυβόλα. Ούτε μπόρεσε καν να πλησιάσει. Και μια διμοιρία που εκατόρθωσε και πέρασε, του αξέχαστου Κώστα Γιακουμή, εγκλωβίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτη σχεδόν όλη.

Το τμήμα που κατέλαβε την Αγία Παρασκευή καθηλώθηκε εκεί και δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτε. Τους πολυβολούσαν συνεχώς από το κάστρο και την αεροπορία. Έπειτα από όλα αυτά και το μάταιο της συνέχισης της μάχης εδόθη εντολή υποχώρησης. Κατά την υποχώρηση τα τμήματα εθερίζοντο από τα πολυβόλα και την αεροπορία η οποία έριχνε συνεχώς εμπρηστικές βόμβες που εύκολα έπιανε η περιοχή φωτιά. Οι απώλειες μας ήταν πολλές. Πάνω από 150 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Οι αιχμάλωτοι της διμοιρίας Γιακουμή ( ο ίδιος σκοτώθηκε εκεί, το μόνο που έκανε ο ίδιος ήταν να καταστρέψει ένα τάνκ με γροθιά) πέρασαν στρατοδικείο στην Τρίπολη και εκτελέστηκαν. Μεταξύ αυτών και ο ομαδάρχης Μήτσος Χρονόπουλος από του Μπάστα Μεγαλοπόλεως.

Γενικά η μάχη της Δημητσάνας ήταν λάθος και από άποψη τακτικής και από άποψη στρατηγικής. Το γιατί το εξήγησα πιο πάνω όσο μπορούσα καλύτερα. Αυτή η άποψη δεν είναι μόνο δική μου αλλά όλων των στελεχών και των μαχητών του Δ.Σ Πελοποννήσου. Αμέσως μετά την μάχη έγιναν αυτές οι συζητήσεις και οι κριτικές. Όχι επαναλαμβάνω γιατί απότυχε η επιχείρηση- γιατί ο πόλεμος τα έχει αυτά- αλλά ακόμη και εάν έπεφτε η Δημητσάνα τα ωφέλη θα ήταν λιγότερα από το κόστος. Και πέραν αυτού δεν μας εμπόδιζε σε τίποτε αργότερα αν τα πράγματα εξελίσσοντο ευνοϊκά για μας, θα έπεφτε μετά σαν ώριμος καρπός. Δεν θα λέγαμε ποτέ για την Ζαχάρω για λόγου χάρη όποιο κι αν ήταν το τίμημα για μας, γιατί τα ωφέλη από την πτώση της Ζαχάρως θα ήταν τεράστια.

Η αποτυχία της επίθεσης κατά της Δημητσάνας επέδρασε στο ηθικό των μαχητών. Μετά την μάχη αυτή, τα τμήματα, άλλα πέρασαν στον Ταύγετο και άλλα παρέμειναν στο Μαίναλο για ανασυγκρότηση και λίγη ξεκούραση. Πρίν προχωρήσω στην αφήγηση θεωρώ χρέος μου και καθήκον να αναφερθώ για λίγο στο ένοπλο γυναικείο κίνημα και την γυναικεία προσφορά στον Δ.Σ.

Από το γενικό αρχηγείο εδόθη εντολή ότι πρέπει να πλαισιωθεί με 30% από γυναίκες. Πράγματι έτσι κι έγινε. Τι να πω. Δεν βρίσκω λόγια που να μπορέσουν να αποδώσουν την τεράστια προσφορά τους στον σκληρό αγώνα που είχαμε αποδυθεί. Η προσφορά τους ήταν ασύλληπτη. Εκείνο που έχω να πω είναι ότι καμμιά δεν λύγισε, ούτε λιποψύχησε ποτέ κάτω από τέτοιες συνθήκες σκληρές του αγώνα. Όχι μόνο τότε που είχαμε το όπλο στο χέρι αλλά και μετά στην αιχμαλωσία, στα στρατόπεδα, στις φυλακές και μπροστά στα στρατοδικεία και στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Όταν ήρθαν και κατατάγηκαν στο Δ.Σ όλοι πιστεύαμε ότι δεν θα αντέξουν και ότι η βιολογική τους αντοχή θα ήταν λιγότερη των ανδρών. Πόσο γελαστήκαμε. Πάντα ήταν πρώτες σε όλες τις εκδηλώσεις του Δ.Σ. Στις μάχες με καλή απόδοση, στα τραγούδια, στους χορούς, παντού σκόρπιζαν την αισιοδοξία και την χαρά.

Έγραψαν σελίδες ηρωισμού και αυτοθυσίας. Αθάνατες. Και τι δεν ακούστηκε από την αντίδραση σε βάρος του ένοπλου γυναικείου κινήματος. Δεν ξέρω αν η αντίδραση και ο άλλοτε υπουργός Εθνικής Άμυνας, κύριος Αβέρωφ συμφωνεί με τα όσα έλεγαν τότε και εξεστόμιζαν σε βάρος του γυναικείου κινήματος γιατί επι υπουργείας του εδημιούργησε το ένοπλο γυναικείο τμήμα στον αστικό στρατό. Το γυναικείο κίνημα ήταν το κόσμημα του Δ.Σ.

Τιμή και δόξα σε όσες έπεσαν στα πεδία των μαχών και μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα απτόητες.

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ

Η μάχη στο σταθμό του Μπουζιού έγινε στις 16 Σεπτέμβρη 1948, στα πλαίσια των προσπαθειών ν’ αποκόψουμε και ν’ απομονώσουμε τη Μεσσηνία από την Ηλεία, να καταστρέψουμε και αχρηστέψουμε τη σιδηροδρομική επικοινωνία μεταξύ τους. Ήταν η μόνη γραμμή που λειτουργούσε ακόμη. Από Τρίπολη είχε κοπεί. Την επιχείρηση θα την έκανε τμήμα της νεολαίας του τάγματος Βρεττάκου. Ο κλήρος έπεσε στο λόχο του Ετεοκλή, στον οποίο ήμουν κι εγώ τότε. Θα χτυπούσαμε το τραίνο των 11.30 από Κυπαρισσία προς Πύργο, Πάτρα. Λημεριάσαμε λίγο πιο πάνω από το σταθμό, καλυμμένοι μέσα στο δάσος. Την επιχείρηση θα την κάναμε 33 μαχητές, οι υπόλοιποι του λόχου έστησαν ενέδρα από τη μεριά της Κυπαρισσίας. Ένας λόχος, του Κουτρουλάκη, θα έπιανε το Θολό από τη μεριά της Ζαχάρως. Πρέπει να τονίσω εδώ, ότι περισσότερες δυνάμεις διαθέταμε για να εμποδίσουμε τις ενισχύσεις που θα έφταναν. Αυτό γινότανε πάντοτε, σε όλες τις επιχειρήσεις που κάναμε.

Στις 11 ακριβώς είμαστε στο σταθμό. Εκεί βρήκαμε πολίτες που περίμεναν το τραίνο. Η επιχείρηση δεν έπρεπε να κρατήσει πάνω από μισή ώρα. Ο Ετεοκλής έκανε το σχετικό έλεγχο της περιοχής και έδωσε τις ανάλογες εντολές και θέσεις. Εγώ θα χτυπούσα πλευρικά με την αντιαρματική γροθιά την ατμομηχανή. Ο Καφίρης θα χτυπούσε από εμπρός μετωπικά, αφού και εφ’ όσον το τραίνο δεν θα σταματούσε. Από κάτω από τη γραμμή μία ομάδα. Πριν έλθει το τραίνο, εμένα και τον πολιτικό επίτροπο Γιώργο Γουρνά, μας ρώτησε αν συμφωνούμε με τη διάταξη. Του είπαμε από το κάτω μέρος να βάλει άλλον ομαδάρχη με ενισχυμένη την ομάδα, γιατί ο ομαδάρχης αυτός ήταν κάπως πλαδαρός, δεν θυμάμαι το όνομά του. Ήταν από την Παλιοπαναγιά της πάνω Ηραίας. Και τούτο γιατί με το χτύπημα και όπως ήταν φυσικό οι χωροφύλακες, όσοι θα γλίτωναν από τα πρώτα πυρά, προς τα κάτω θα έκαναν για να σωθούν, προς τη μεριά του ελαιώνα και τη θάλασσα. Δεν μας άκουσε και τούτο ήταν το λάθος να μην ολοκληρώσουμε την επιτυχία και το πιάσιμο της φρουράς και την καταστροφή του τραίνου και επιπλέον να χάσουμε και τέσσερις μαχητές, μαζί με αυτούς και το ατρόμητο παλικάρι Καφίρη. Δεν θα έπρεπε να δώσουμε θύμα στην επιχείρηση αυτή, αν η διάταξη ήταν διαφορετική.

Αφού πιάσαμε τις θέσεις που μας καθόρισε, εδώσαμε εντολή στους πολίτες να περιφέρονται στο σταθμό δήθεν αμέριμνοι. Μεταξύ αυτών ήταν κι ένας παπάς. Το τραίνο εσφύριξε πίσω από τη θέση Μυαλά. Ο θόρυβος της μηχανής, όσο πλησίαζε το τραίνο εμεγάλωνε και εμεγάλωνε και η αγωνία του παπά ο οποίος άρχισε να φωνάζει και να τρέμει. Τον απείλησα ότι αν συνεχίσει να φωνάζει θα τον σκοτώσω. Προς στιγμή εφάνη να ησυχάζει, αλλά όσο πλησίαζε το τραίνο δεν άκουγε τίποτε, τι του έλεγα και πηδούσε πέρα-δώθε έξαλλος και έβγαζε άναρθρες κραυγές. Τα πηδήματα που έκανε θα τα ζήλευε ο καλύτερος άλτης. Θυμάμαι ακόμα τα τσιμπούνια του που ετινάζοντο στον αέρα και τις φωνές που έβγαζε. Το τραίνο πλησίασε στο σταθμό και όπως φάνηκε μας πήραν είδηση. Ενώ είχε κόψει ταχύτητα και είχε πρόθεση να σταματήσει, όλως αιφνιδίως αρχίζει να αναπτύσσει ταχύτητα. Ο παπάς να τρέχει φωνάζοντας και σκούζοντας. Με τη συμπεριφορά του παπά μας έπιασαν τα γέλια, παρ’ όλο που δεν είχαμε διάθεση σε τέτοιες στιγμές. Ένα παιδί του έριξε μία σμπαριά στον αέρα και ο παπάς έγινε άφαντος. Αυτά έγιναν σε δευτερόλεπτα. Το τραίνο έμπαινε στο χώρο του σταθμού χωρίς να σταματήσει όπως συνήθιζε. Μόλις έφτασε στο ύψος που ήμουν εγώ και σε απόσταση δέκα μέτρων, το χτυπώ με τη γροθιά στα πλευρά της μηχανής, ταυτοχρόνως και ο Καφίρης μετωπικά. Το μετωπικό χτύπημα του Καφίρη της επέφερε μεγαλύτερη ζημία από τη δική μου.

Η ατμομηχανή βγήκε έξω από τη γραμμή. Σίδερα σπασμένα και διάφορα άλλα εξαρτήματα τινάζονταν στον αέρα. Με το πέρασμα του τραίνου από μπροστά μου είδα χωροφύλακες να έχουν βγάλει οπλοπολυβόλα και αυτόματα, από τα παράθυρα του τραίνου. Μόλις έγινε η έναρξη από μένα και τον Καφίρη, ταυτοχρόνως έβαλαν και οι δικοί μας που ήταν πίσω από τις τραβέρσες καλυμμένοι. Πανζουρλισμός. Τα βαγόνια εκουρελιάζοντο από τις ριπές.

Οι χωροφύλακες, όσοι δεν σκοτώθηκαν με τα πρώτα πυρά, αποπειράθηκαν να βγουν από τα κάτω παράθυρα και από τις συνδέσεις των βαγονιών. Μερικοί σκοτώθηκαν στις συνδέσεις και μερικοί στην προσπάθειά τους να βγουν από τα παράθυρα. Στο τελευταίο βαγόνι υπήρχε ένα τανκ, το οποίο έβαζε με πολυβόλα προς όλες τις κατευθύνσεις. Για τανκ δεν είχαμε πληροφορίες ότι θα είχε το τραίνο. Στα γρήγορα εστάλη μαχητής και το εξουδετέρωσε με γροθιά σκοτώνοντας και πολλούς φαντάρους που ήταν σε αυτό. Ας σημειωθεί ότι το τραίνο είχε πολλά βαγόνια, κάπου είκοσι, είχε κόσμο και πολλά ζώα στα πίσω βαγόνια, λόγω του πανηγυριού της Κυπαρισσίας. Ευτυχώς ο κόσμος ήταν στα μεσαία βαγόνια και η φρουρά στα μπροστινά.

Όσοι χωροφύλακες και στρατιώτες γλίτωσαν, μαζί με τους πολίτες έτρεξαν να σωθούν προς τις ελιές, εκεί που είχε τοποθετήσει ο λοχαγός τον προαναφερόμενο ομαδάρχη. Ο ομαδάρχης δίστασε να βάλει κατά των χωροφυλάκων από το φόβο μήπως χτυπηθούν πολίτες, παρ’ όλο που του φώναζαν τα παιδιά τι να κάνουν, αυτός όμως δεν άφηνε να χτυπήσουν, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν από τα μπουλούκια των πολιτών και μέσα εκεί υπήρχαν και ορισμένοι χωροφύλακες. Εκεί σκοτώθηκε ο ομαδάρχης και η ομάδα έμεινε ακέφαλη. Ένας – ένας ήρθαν από πάνω που είμαστε εμείς. Οι χωροφύλακες και οι στρατιώτες, όσοι έμειναν, έπιασαν από το κάτω μέρος και αμύνονταν. Εκεί τραυματίστηκα εγώ και άλλα δύο παιδιά. Ο Καφίρης σε μία προσπάθειά του να κάνει έξοδο σκοτώθηκε. Εν τω μεταξύ στη θάλασσα είχε πλησιάσει καΐκι και έβαζε με όλμους.

Ο λοχαγός έδωσε εντολή υποχώρησης. Έφεραν ένα άλογο και ανέβηκα να φύγουμε. Κατά την υποχώρηση ένα παιδί δεν εννοούσε να σηκωθεί από τη θέση του για να φύγουμε. Μας κοιτούσε μόνο σαν τα είχε χαμένα και έμενε ακίνητο. Του πήρα το όπλο, όπως ήμουν καβάλα επάνω στο άλογο και το άφησα εκεί. Δεν μπορούσα να του κάνω τίποτε, μα ούτε και καταλάβαινε τίποτε. Τι είχε συμβεί : Το παιδί αυτό δεν είχε δει ποτέ τραίνο, ήταν από το Μοναστηράκι της Γορτυνίας, και φαίνεται έπαθε από φόβο. Έκανε φαίνεται τον εξής συλλογισμό : Εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε στα τανκ που ήταν τόσο μικρά και να κάναμε σ’ αυτό το θηρίο; Αυτό το συλλογισμό έκανε οπωσδήποτε. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει. Εκεί το βρήκαν στην ίδια θέση που το αφήσαμε εμείς, και το απόγευμα που ήρθαν οι χωροφύλακες και Μάϋδες το σκότωσαν. Λεγόταν Γιώργος Αναγνωστόπουλος και ήταν μόλις 18 χρονών. Τα 2/3 της φρουράς σκοτώθηκαν. Εκεί σκοτώθηκε και ο επικεφαλής της φρουράς Αρτουμάς από τη Ζαχάρω. Μετά τη μάχη περάσαμε στην ορεινή Ολυμπία. Εκεί έγινε η συγκέντρωση του τάγματος με συζήτηση και κριτική της μάχης. Εκεί κριτικαρίστηκε ο Ετεοκλής, που δεν έλαβε υπ’ όψη του αυτά που του υποδείξαμε εγώ και ο πολιτικός επίτροπος του λόχου Γιώργος Γουρνάς. Στη μάχη δεν εδικαιολογείτο να δώσουμε ούτε ένα θύμα και τη φρουρά να πιάσουμε, γιατί δεν θα μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, αν βάζαμε δραστήριο ομαδάρχη με ενίσχυση μερικούς ακόμη μαχητές.

Εδώ θα κάνω μία παρένθεση στην αφήγηση και θα αναφερθώ στην δύναμη, συγκρότηση και οργάνωση του Δ.Σ. Πελοποννήσου μέχρι τον Αύγουστο, Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη 1948, πριν από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της 9ης Μεραρχίας με τα γνωστά θλιβερά αποτελέσματα.

Η δύναμη του Δ.Σ. μέχρι τον Αύγουστο του 1948 έφτασε στη συγκρότηση μιας μεραρχίας, της 3ης, με δύναμη 5.200 μαχητών. Αποτελείτο από το 1ο συγκρότημα Πάρνωνα, το 2ο του Ταΰγετου, το 3ο του Μαινάλου, το 4ο της Κορινθίας και το 5ο Ηλείας και Αχαΐας. Το σύνολο που πήρε ενεργό μέρος στο σκληρό αυτό αγώνα, είτε σαν οργάνωση πολιτική, είτε σαν κέντρο πληροφοριών, είτε σαν πολιτοφυλακή, είτε καταταγμένο στο Δ.Σ, έφτασε στις 13.000. Τα στοιχεία αυτά τα είχε δώσει η μεραρχία τους καλοκαιρινούς μήνες του 1948. Εξοπλισμός: πηγή εφοδιασμού ήταν ο αφοπλισμός χιτών, μάΰδων χωροφυλάκων και του κυβερνητικού στρατού.

Λάφυρα: από την αρχή του ένοπλου αγώνα, δηλαδή τέλος 1946 έως το τέλος Αυγούστου 1948, χιλιάδες ατομικά όπλα αγγλικής, ιταλικής και γερμανικής προέλευσης, τα ίδια περίπου ατομικά όπλα που παρέδωσε ο Ε.Λ.Α.Σ με τη συμφωνία της Βάρκιζας, και που τα έδωσε και εξόπλισε η δοσιλογική δεξιά στα αλήτικα στοιχεία και που με αυτά δολοφόνησαν χιλιάδες αγωνιστές το 1945 και μετά. Ατομικά αυτόματα : 400 Τόμιγκαν εγγλέζικα. Οπλοπολυβόλα : 420 Μπρέν αγγλικής επίσης προέλευσης, από αυτά που είχαν εξοπλίσει τον αστικό στρατό οι Άγγλοι μετά την απελευθέρωση. Βαριά πολυβόλα: 10 αγγλικά Βίγγερ και ιταλικά Φίατ. Όλμους : περί τους 50 ατομικούς και ομαδικούς. Με τη διαφορά, ότι τα βλήματα ήταν λίγα, όταν έπεφταν στα χέρια μας και έτσι αχρηστεύονταν κρύβοντας τα εδώ και εκεί. Από το τέλος Αυγούστου 1948 και μετά, η κατάσταση παραμένει στάσιμη σχεδόν, χωρίς καμία ιδιαίτερη εξέλιξη, μέχρι τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις 1948 – 1949. Παρά τις αλματώδεις προόδους που σημείωσε ο Δ.Σ. με εντυπωσιακά αποτελέσματα, ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν συντριπτικός υπέρ του μοναρχοφασιστικού στρατού και σε μέσα πολεμικά (καμία σύγκριση ) και σε άνδρες.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΖΑΧΑΡΩΣ – ΟΚΤΩΒΡΗΣ 1948

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, στόχος μας η καταστροφή της βάσης στη Ζαχάρως, όποιο κι αν ήταν το τίμημα. Η φρουρά μετά τη μάχη τον Ιούνιο είχε δυναμώσει περισσότερο και η οχύρωση πολύ καλύτερη σε σχέση με κείνη του Ιουνίου. Η επιχείρηση αυτή τη φορά οργανώθηκε καλύτερα. Η ψυχολογική προετοιμασία των μαχητών ήταν τέτοια, που το πήρε προσωπικά το ζήτημα ο κάθε μαχητής και τους έγινε πεποίθηση ότι η βάση της Ζαχάρως αυτή τη φορά θα σαρωθεί κυριολεκτικά και θ’ άλλαζε όψη η Ζαχάρω, ώστε να μην τολμήσουν στο μέλλον να την ξαναπιάσουν. Η ηγεσία μας πίστευε ότι με την οχύρωση που είχε η Ζαχάρω, μπορούσε να κρατήσει και δύο μέρες, γι’ αυτό έλαβε όλα τα μέτρα, ώστε να κρατήσει τις ενισχύσεις που θα έρχονταν να βοηθήσουν τη βάση της Ζαχάρως, κινητοποιώντας αρκετές δυνάμεις για το σκοπό αυτό.

Το πιο επικίνδυνο σημείο ήταν η απόβαση από τη θάλασσα. Σε αυτό έδωσε ιδιαίτερη προσοχή. Εφεδρείες είχαμε αρκετές. Όταν κατέστρωσαν το σχέδιο ρώτησαν το Νίκο Γκότση αν συμφωνεί με το σχέδιο. Ο Γκότσης συμφώνησε με το σχέδιο, αλλά τον ανησυχούσαν τα υψώματα της Σμέρνας, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Ζαχάρως. Ο Κανελλόπουλος του είπε ότι δεν υπάρχει κανένας φόβος, γιατί ο στρατός δεν διαθέτει αλεξιπτωτιστές. Αλλά πέρα από αυτό υπάρχουν και άλλες δυνάμεις δικές μας και θα βρίσκονται με τα χαράματα στα Μπρουμαζέΐκα υψώματα με το τάγμα του Ζαχαρία του 5ου συγκροτήματος. Εδώ βρίσκεται το φοβερό λάθος του Κανελλόπουλου κατά τις ομολογίες του Γκότση.

Ένα τάγμα του κυβερνητικού στρατού την ημέρα εκείνη βρισκόταν στο χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας, που σκοπό είχε να υποστηρίξει τη Ζαχάρω σε περίπτωση επίθεσης. Για το σκοπό αυτό το αρχηγείο τοποθέτησε το Ζαχαρία στα υψώματα του Μπρουμαζιού, γιατί υποχρεωτικά όταν θα εκδηλωνόταν επίθεση κατά της Ζαχάρως το τάγμα θα έπρεπε να περάσει από κει. Ο Ζαχαρίας έλαβε ρητή εντολή όχι μόνον να σταματήσει τα τάγματα αλλά να τα διαλύσει και να τα αιχμαλωτίσει. Το αρχηγείο είχε σχέδιο και τη βάση της Ζαχάρως να καταλάβει και το τάγμα να τσακίσει. Και είναι σίγουρο αυτό, ότι αν έπιανε τα υψώματα της Σμέρνας εκείνη τη μέρα, θα πανηγυρίζαμε μία από τις περίλαμπρες νίκες που είχε μέχρι τότε ο Δ.Σ. Πελοποννήσου.

Τη στιγμή που κατάστρωναν το σχέδιο για τη Ζαχάρω, ένας ταγματάρχης, δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομά του (γιατί έπρεπε να αναφερθεί εδώ), πρότεινε ένα καταπληκτικό σχέδιο, σε σύλληψη και εφαρμογή, που αποδείχθηκε και στην πράξη πολύ αποτελεσματικό, χωρίς να δώσουμε θύματα στην κατάληψη της Ζαχάρως, και θα έπεφτε συντομότερα από ότι υπολόγιζε το αρχηγείο. Ποιο ήταν το σχέδιο : Διαθέταμε αντιαρματικές γροθιές, που σε σταθερούς στόχους έκαναν θραύση. Να συγκροτήσουμε πέντε – έξι συνεργεία από μαχητές με κασμάδες και λοστούς και να μην πηγαίνουμε από σημεία που θα τα έχουν επισημάνει και θα βάλλονται, αλλά να πιάσουν σπίτια από απυρόβλητα σημεία, να τα τρυπούν και από σπίτι σε σπίτι να φτάσουν στα οχυρωμένα σημεία, που δεν το περιμένουν. Το σχέδιο έγινε δεκτό ασυζητητί.

Έτσι διαμορφώθηκε πάνω σ’ αυτή τη βάση το σχέδιο. Τα τμήματα τη νύχτα έλαβαν το καθένα την αποστολή του και ξεκίνησαν. Προς όλα τα σημεία είχαν κινητοποιηθεί τα Κέντρα Πληροφοριών (Κ.Π) και πολιτοφύλακες και κυρίως προς την κατεύθυνση που ήταν τα μεταβατικό τάγμα. Την ίδια νύχτα που ξεκίνησαν τα τμήματα για τη Ζαχάρω, τις ίδιες ώρες περίπου ξεκινούσε και το τάγμα του στρατού, που βρισκόταν στην Ολυμπία, με κατεύθυνση Μακρύσια, Κρέστενα. Όπως αποδείχθηκε λίγο αργότερα οι κινήσεις μας προς τα εκεί επροδόθησαν και το τάγμα προωθήθηκε να πλησιάσει τη Ζαχάρω, κάνοντας αφάνεια στο δάσος της Βρύνας, κοντά στα Κρέστενα.

Τα Κ.Π. και η πολιτοφυλακή αντελήφθησαν την κίνηση του τάγματος και αμέσως στέλνουν σύνδεσμο να ενημερώσει το αρχηγείο. Έμεινε και μένει ακόμα ανεξιχνίαστο το γιατί δεν έφτασε εγκαίρως ο σύνδεσμος να ειδοποιήσει, ότι το τάγμα εκινήθη πριν εκδηλωθεί η επίθεση κατά της Ζαχάρως, παρά έφτασε την άλλη μέρα στο αποκορύφωμα της μάχης, μαζί με το εχθρικό τάγμα, που ανέβαινε και έπιανε τα υψώματα της Σμέρνας. Ο Ζαχαρίας που βρισκόταν στα απέναντι υψώματα, άκουγε τους πυροβολισμούς και ανησυχούσε τι πυροβολισμοί είναι αυτοί. Κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν μπορούσε να πάρει πρωτοβουλία, γιατί είχε ρητή εντολή να μην κουνηθεί από κει αν δεν ειδοποιηθεί. Λίγο αργότερα πέρασε από ανάκριση γιατί δεν κινήθηκε.

Αποδείχθη όμως ότι είχε δίκιο, αφού είχε ρητή εντολή να μείνει εκεί που ήταν ταγμένος. Η εξέλιξη της μάχης μέσα στη Ζαχάρω : Ήταν τόση η ορμή των μαχητών που η πτώση της Ζαχάρως ήταν ζήτημα μισής ώρας και που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε κατά περίεργη σύμπτωση κανένα θύμα και με το σχέδιο που είχε προτείνει ο ταγματάρχης είχαν φθάσει τα τμήματα εγγύς των πολυβολείων και έτοιμοι οι εκτοξευτές των αντιαρματικών γροθιών. Τα πυρά των χωροφυλάκων είχαν ελαττωθεί περιμένοντας το τέλος τους. Εκείνη τη στιγμή έλαβαν εντολή τα μαχόμενα τμήματα να υποχωρήσουν το γρηγορότερο.

Οι μαχητές έμειναν άναυδοι από μία τέτοια ενέργεια, αφού έβλεπαν ότι η κατάληψη της βάσης ήταν ζήτημα λίγης ώρας και οι χωροφύλακες είχαν πάψει πια να βρίζουν και να φωνάζουν περιμένοντας το θάνατο. Εν τω μεταξύ το τάγμα κατέβαινε από τα υψώματα για να κλείσει την υποχώρηση των τμημάτων μας. Ο ταγματάρχης Χρυσούλης του εχθρικού τάγματος εσταυροκοπιόταν και απορούσε πως δεν είχαν πιαστεί τα υψώματα και έμειναν έτσι ακάλυπτα. Από αυτό το τρομερό λάθος γλίτωνε για μία ακόμη φορά η βάση της Ζαχάρως. Τα τμήματα υποχωρούσαν άτακτα υφιστάμενα με πολλές απώλειες τόσο από το τάγμα, όσο και από την αεροπορία. Η πίκρα των μαχητών ήταν μεγάλη για το χάσιμο της μάχης την τελευταία στιγμή, αλλά πολύ περισσότερο για το χάσιμο τόσων συναγωνιστών, που είχε γίνει μία τόσο καλή προετοιμασία και που μέσα στη Ζαχάρω δεν είχαμε σχεδόν καμία απώλεια μέχρι τη στιγμή της υποχώρησης.

Η μάχη της Ζαχάρως είχε προδοθεί όπως και οι άλλες τον Ιούνιο και τον Οκτώβρη του 1947. Οι προδότες πλήρωσαν όπως τους άξιζε. Αργότερα γι’ αυτούς, μετά το 1950, ο σταθμός των ενόπλων δυνάμεων για να τους τιμήσει κάθε χρόνο για την επέτειο της μάχης τους αφιέρωνε ένα θεατρικό σκετς. Για την αποτυχία της μάχης, ο Νίκος Γκότσης την ευθύνη την έριχνε εξ’ ολοκλήρου στον Κανελλόπουλο, γιατί του είχε εκφράσει τις ανησυχίες του, κατά την κατάστρωση του σχεδίου όπως ανέφερα πιο πάνω. Αυτό μου το εκμυστηρεύτηκε όταν είμαστε για δέκα μέρες μαζί στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις το Φλεβάρη του 1949, στη συζήτηση που κάναμε για την αποτυχία της μάχης. Τελείωσε τη συζήτηση με τις εξής φράσεις σε στιγμές οργής : ‘‘Δεν θα τελειώσουν οι εκκαθαριστικές και θα τα πούμε με τον Κανελλόπουλο’’. Αυτά τ’ αναφέρω για την ιστορία και όχι για να κατηγορήσω κανέναν. Δεν ξέρω τι γνώμη θα έχει ο Κονταλώνης, πάνω σ’ αυτό το θέμα μια και είναι αρμοδιότερος και ήταν στην κορυφή της ιεραρχίας. Μετά τη Ζαχάρω τα τμήματα πέρασαν και πάλι στις βάσεις τους.

Για την ώρα δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε ή να πάρουμε καμία πρωτοβουλία για καμία επιθετική ενέργεια. Στα έμπεδα συνεχίζεται η εκπαίδευση των επιστρατευμένων, συγκροτούμενοι σε τάγματα, λόχους, κ.λ.π., εν όψει της έλευσης του καραβιού, που εκεί στηρίζαμε πια τις ελπίδες μας γιατί είχαμε μείνει χωρίς πυρομαχικά λόγω των δύο μεγάλων αποτυχιών, Δημητσάνας και Ζαχάρως. Από μέρα σε μέρα το περιμέναμε, από την Αλβανία. Είχε έρθει πριν τρεις μήνες δοκιμαστικά και μας έφερε τις αντιαρματικές γροθιές, γιατί ήταν πολύ δύσκολη η προσέγγιση, γιατί η θάλασσα επυρπολείτο αδιάκοπα.

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΟΥ

Το καράβι επιτέλους έφτασε κατάφορτο πολεμοφόδια, αλλά είχαμε και πάλι την κακή τύχη να μας κατατρέχει και να μην πέσουν αυτά τα πολύτιμα εφόδια στα χέρια μας. Ας σημειωθεί, ότι εκ των προτέρων είχαν κανονιστεί που θα πήγαιναν αμέσως. Τα τμήματα ήταν έτοιμα και τι θα πάρει ο καθένας και πως θα χρησιμοποιηθούν. Το καράβι, παρά τις πυκνές περιπολίες, κατάφερε και έφτασε στον προορισμό του. Όταν αυτό έφτασε δεν μπορούσε να πάρει επαφή με τους δικούς μας, που είχαν αναλάβει αυτή τη δουλειά για την παραλαβή του φορτίου κοντά στο Λεωνίδιο προς τον Πάρνωνα.

Ο Καραγιώργης από απέναντι, τη Ρούμελη, χαλούσε τον κόσμο με τον ασύρματο, γιατί δεν πήρε επαφή το καράβι. Ο Καραγιώργης ήταν διοικητής της ΓΚΑΝΕ, υπεύθυνος των τμημάτων Νοτίου Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια της ταλαιπωρίας του καραβιού να πάρει επαφή, έπεσε στην αντίληψη του πολεμικού « ΜΙΑΟΥΛΗΣ» νομίζω, το πλησιάζει και του ζητά να παραδοθεί. Ο κυβερνήτης του καραβιού και οι άλλοι τέσσερις του πληρώματος αρνήθηκαν και αναγκάστηκαν να το ανατινάξουν. Αφού το ανατίναξαν με μία βάρκα βγήκαν στη στεριά και ενώθηκαν με τους δικούς μας. Οι Αλβανοί που ήρθαν μαζί μας, μοιράστηκαν την τύχη μας. Είχαν την ίδια τύχη που είχαμε και μεις, πέφτοντας και εκτελώντας το διεθνιστικό τους χρέος.

Μετά την αποτυχία του καραβιού, το χτύπημα για το Δ.Σ. της Πελοποννήσου ήταν τρομερό, γιατί όπως ανέφερα και πιο πάνω είχαμε μείνει χωρίς πυρομαχικά και στα διάφορα έμπεδα, χιλιάδες νέοι περίμεναν να οπλιστούν, και το κυριότερο το ηθικό πολλών μαχητών έπεφτε. Μετά την αποτυχία του καραβιού η κυβέρνηση της Αθήνας ανακοινώνει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ευρείας έκτασης στην Πελοπόννησο. Δύσκολες στιγμές για μας. Η διοίκηση της μεραρχίας βλέποντας το διαγραφόμενο κίνδυνο έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα, που χρειάζονταν για τις δύσκολες περιστάσεις που θα περνούσε ο Δ.Σ. Πελοποννήσου. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο από ότι έκανε.

Εδώ ας μου επιτραπεί να εκφέρω την ταπεινή μου άποψη ότι εάν πιάναμε στα χέρια μας τα εφόδια του καραβιού, ήταν αρκετά για να καταφέρουμε συντριπτικά χτυπήματα στον εχθρό. Δεδομένου ότι εν’ όψη της έλευσης του καραβιού είχαν επισημανθεί ποιες βάσεις θα χτυπούσαμε ευθύς αμέσως μετά την παραλαβή του φορτίου, άλλωστε γι’ αυτό έγινε και η επιστράτευση σε τελευταία ανάλυση. Θα εξουδετερώναμε βάσεις, γιατί θα διαθέταμε ικανό αριθμό βλημάτων, όση οχύρωση κι αν είχαν αυτές. Και είναι σίγουρο ότι αν εξελίσσονταν τα πράγματα έτσι όπως είχαν σχεδιαστεί, οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις θα ματαιώνονταν και αν αποτολμούσαν να τις κάνουν θα έσπαζαν τα μούτρα τους. Ο Δ.Σ. Πελοποννήσου παρά τα δύο τελευταία τραύματα, που δέχθηκε με την αποτυχία Δημητσάνας – Ζαχάρως, ήταν σε θέση να επουλώσει και αποκαταστήσει τα πράγματα, γιατί αλίμονο στους στρατούς που κλονίζονται με μερικές αποτυχίες. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός, ότι γενικότερα ο Δ.Σ. Ελλάδας βρισκόταν σε πολύ μειονεκτική θέση έναντι του αντιπάλου, από πολλές αιτίες και λάθη σοβαρά, τα οποία δεν είναι του παρόντος για να αναφερθούν. Ίσως, όταν συγκεντρωθούν όλα τα στοιχεία, θα καταγραφεί όλη η ιστορία και η δράση του Δ.Σ. Ελλάδας, θα αναλυθούν όλες οι αιτίες και τα λάθη χωρίς σκοπιμότητες και προκαταλήψεις, που συντέλεσαν και επέδρασαν στην ήττα του Δ.Σ.Ε.

Εκείνο που θέλω να τονίσω και να ξαναπώ είναι ότι ο Δ.Σ. Πελοποννήσου, δεν θα έπεφτε εάν έφταναν τα εφόδια στα χέρια μας, γιατί γνωρίζω ποιο ήταν το έμψυχο υλικό που είχαμε. Τότε και μόνον θα ηττάτο, όταν θα έπεφτε ο Γράμμος και το Βίτσι.

ΟΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ( 1948 – 1949 )

Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ανακοινώθηκαν τον Νοέμβριο 1948. Η μεραρχία μας όπως ανέφερα πιο πάνω άρχισε να παίρνει σύντομα μέτρα, κατάτμηση των δυνάμεών μας, αποκρύψεις τροφίμων, κ.λ.π. Ένας οργασμός του μηχανισμού μας, για την αντιμετώπισή τους. Τις εκκαθαριστικές θα τις διηύθυνε ο στρατηγός Τσακαλώτος με τον αμερικανό στρατηγό Βανφλήτ. Ο Τσακαλώτος πήρε τα σκληρότερα μέτρα, που πάρθηκαν ποτέ σε βάρος των δημοκρατικών, με υπόδειξη του Βανφλήτ.

Χιλιάδες άνθρωποι από άκρη σε άκρη στην Πελοπόννησο, νέοι, γέροι, παιδιά και γυναίκες, εκτοπίζονταν μέσα σε μία νύχτα, στα ξερονήσια, φυλακές και κρατητήρια με την υποψία και μόνο ότι βοηθούν το Δ.Σ. Τούτο απέβλεπε στο να μας στερήσει κάθε είδους βοήθεια, τρόφιμα, πληροφορίες, κ.λ.π., ώστε να μας απομονώσουν από το λαό, που ήταν η μόνη πηγή βοήθειας για μας. Οι επιχειρήσεις θα εκδηλώνονταν από τη Βόρεια Πελοπόννησο, Πάτρα – Καλάβρυτα – Κορινθία, με αντικειμενικό σκοπό να μας σπρώξουν προς τη Νότια Πελοπόννησο αφ’ ενός και αφ’ ετέρου γνώριζαν ότι η διοίκηση της μεραρχίας με όλες τις υπηρεσίες Τύπο, Σχολή Αξιωματικών, κ.λ.π., βρισκόταν στην περιοχή της Δίβρης. Ακόμα κοντά στη μεραρχία βρισκόταν ο λόχος ασφαλείας και σχεδόν όλη η δύναμη του 5ου συγκροτήματος με διοικητή τον αείμνηστο Κώστα Μπαρσακίδη. Οι άλλες μονάδες της μεραρχίας θα ελίσσονταν στο τρίγωνο Μαίναλο – Πάρνωνα – Ταΰγετο και σε άλλες ορεινές περιοχές.

Οι πρώτες συγκρούσεις αρχίζουν με τα τμήματα που πλαισιώνουν τη μεραρχία, στο μοναστήρι της Δίβρης και στις γύρω περιοχές. Η αεροπορία υπερίπτατο συνεχώς και ανελλιπώς καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, πολυβολώντας και ρουκετοβολώντας τις θέσεις των ανδρών υπερασπιστών της μεραρχίας. Επί τρεις συνεχείς ημέρες οι κυβερνητικοί σπάζουν τα μούτρα τους, μπροστά στην ατσάλινη θέληση της σχολής αξιωματικών, του λόχου ασφαλείας και μερικών μονάδων του 5ου συγκροτήματος. Ο εχθρός μπροστά σ’ αυτή την ηρωική αντίσταση, αναδιπλώνεται με πολλές απώλειες.

Τις πρώτες μέρες, στρατιώτες της 9ης μεραρχίας λιποτακτούν και περνούν στις τάξεις του Δ.Σ, είχαμε ακόμη και ομαδικές προσχωρήσεις. Μία διμοιρία με επικεφαλή τον ανθυπολοχαγό Κολίτζα, περνά στις τάξεις μας, άλλοι πέντε ανθυπολοχαγοί από τη Νεμέα προσχωρούν στο Δ.Σ. Αυτό όμως δεν άλλαξε σε τίποτα την κατάσταση. Η διοίκηση της μεραρχίας και οι υπόλοιπες δυνάμεις λόγω ελλείψεως πυρομαχικών, αρχίζουν να ελίσσονται και να αποφεύγουν τις συγκρούσεις στο χώρο Γορτυνίας – Μαινάλου, κάνοντας απελπισμένους ελιγμούς και να φθείρονται από τις απώλειες, από τις συνεχείς καταδιώξεις του εχθρού που είχε αντιληφθεί την αδυναμία μας στα πυρομαχικά και από το βαρύ χειμώνα που εκείνη τη χρονιά ήταν πολύ σκληρός.

Εκεί στους χώρους αυτούς από Δίβρη μέχρι Μαίναλο σκοτώνονται οι Κανελλόπουλος, Γκιουζέλης, Μπασακίδης και άλλοι. Οι υπόλοιποι, όσοι έμειναν, πέρασαν προς τη Νότια Πελοπόννησο σε κακά χάλια. Τα τμήματα του Νότου, Ταΰγετος – Πάρνωνας, έμεναν σχεδόν ανέπαφα εκτός από μικροσυγκρούσεις και σποραδικές ενέργειες των τμημάτων μας. Οι εκκαθαριστικές τώρα προχωρούν προς Κεντρική και Νότια Πελοπόννησο. Μερικά αποδεκατισμένα τμήματα πέρασαν στα μετόπισθεν, αλλά και αυτό δεν τα έσωσε γιατί τα περισσότερα φυσίγγια που μπορούσες να βρεις σ’ έναν καταπονημένο μαχητή δεν θα ήταν άνω από πέντε. Η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν κάτι παραπάνω από τραγική.

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΛΕΩΝΙΔΙΟ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΣΟΥΚΟΠΟΥΛΟΥ

Η επίθεση κατά της βάσης έγινε στο Λεωνίδιο στις 21 Γενάρη 1949, συγχρόνως χτυπιέται και ο λόχος στο Πήδημα της Καλαμάτας, που φρουρούσε το εκεί υδραγωγείο. Ο λόχος στο Πήδημα διαλύεται και αιχμαλωτίζεται. Στο Λεωνίδιο δεν υπήρξε και τόσο επιτυχής η επιχείρηση. Αυτές ήταν οι τελευταίες οργανωμένες επιθέσεις του Δ.Σ. στην Πελοπόννησο. Μετά την υποχώρηση από το Λεωνίδιο, ο Τσουκόπουλος λόγω κοπώσεως και των καιρικών συνθηκών θεώρησε καλό να μπουν στο χωριό. Μόλις μπήκαν, ο Τσουκόπουλος έδωσε εντολή να βγει μία διμοιρία φυλάκιο σ’ ένα δεσπόζων ύψωμα του χωριού. Στο φυλάκιο εστάλη ο διμοιρίτης Στάπας ( τον ανέφερα κατά την αφήγηση της μάχης της Κρέστενας ). Ο Στάπας θεώρησε καλό να πιάσει τα ακραία σπίτια του χωριού και τις πρωινές ώρες να ανέβει το ύψωμα. Εδώ είναι το μοιραίο λάθος του Στάπα, που έγινε αφορμή της καταστροφής του τάγματος.

Με τα χαράματα ο Στάπας ανέβαινε να πιάσει το ύψωμα, το οποίο έπρεπε να είχε πιάσει από το βράδυ. Το ύψωμα το είχαν πιάσει από τη νύχτα οι λοκατζήδες και όταν ανέβαινε ο Στάπας με τη διμοιρία δέχθηκε πυρά σκοτώνοντας όλη σχεδόν τη διμοιρία και το διμοιρίτη Στάπα. Ταυτοχρόνως και από άλλα σημεία άρχισαν να βάζουν κατά του τάγματος. Το τάγμα στην προσπάθειά του να βγει από τον κλοιό αποδεκατίζεται. Εκεί σκοτώθηκαν οι λοχαγοί Μήτσος Κουτρουλάκης, Παπανικολάου Θανάσης, (Ντουνιάς), ο επιτελής του τάγματος Γιώργος Σαμπάνης και πολλοί άλλοι. Ο ταγματάρχης Τσουκόπουλος με μερικούς άλλους κατόρθωσε και ξέφυγε του κλοιού.

Εάν ο Τσουκόπουλος είχε την πρόνοια να καθήσουν στα σπίτια και να αμυνθούν, δεν θα πάθαιναν αυτή την καταστροφή. Γιατί : η ταξιαρχία, που βρισκόταν στο Παλιοχώρι, σε γειτονικό χωριό ακούγοντας τα πυρά κατάλαβε περί τίνος πρόκειται και κινήθηκε αστραπιαία, και μάλιστα όταν έφθασε εκεί αιχμαλώτισε και μία διμοιρία λοκατζήδες. Ήταν όμως αργά, γιατί η καταστροφή του τάγματος είχε συντελεσθεί. Την άλλη μέρα ο άτυχος Τσουκόπουλος περνά από ανταρτοδικείο και καταδικάζεται σε θάνατο, σαν υπαίτιος της καταστροφής. Όταν έμαθαν οι υπόλοιποι εναπομείναντες αντάρτες του κατεστραμμένου τάγματος εκινήθησαν για να ζητήσουν από τον πολιτικό επίτροπο της μεραρχίας Ρογκάκο Βαγγέλη να μην εκτελεστεί η απόφαση. Ο Ρογκάκος εξοργίστηκε έβαλε σκοπιά και δεν δέχτηκε κανέναν να τον πλησιάσει. Αυτό το μοιραίο τέλος του ταγματάρχη Τσουκόπουλου ήταν το κύκνειο άσμα του Δ.Σ. Πελοποννήσου.

Από δω και πέρα καμία οργανωμένη αντίσταση δεν υπάρχει, παρά λείψανα του νικημένου Δ.Σ., από δω κι από εκεί κατατρεγμένα και αποδεκατισμένα από την πείνα, το βαρύ χειμώνα και τις συνεχείς εξαντλητικές πορείες. Τις μέρες εκείνες της διαλυμένης σχεδόν διοίκησης ο Βρεττάκος πήρε εντολή να περάσει στην Κορινθία από τον Πάρνωνα, να ενισχύσει το Σταθάκη, για τον οποίο φαίνεται αγνοούσε ότι και ο Σταθάκης έπνεε τα λοίσθια. Ο Βρεττάκος με κουτσουρεμένο το τάγμα του λόγω των απωλειών ξεκινάει, πέφτοντας στο κενό, γιατί καμία οργάνωση πια δεν υπήρχε να τον βοηθήσει στο πέρασμά του, από τρόφιμα, πληροφορίες. Με συνεχείς συγκρούσεις καθ’ οδόν έχασε αρκετούς μαχητές και μετά από τρομερές δυσκολίες έφθασε κοντά στο χωριό Καρυές στα σύνορα των Νομών Αργολίδας και Κορινθίας. Εκεί ήταν και το τέλος του. Ένα πρωινό βρέθηκαν 63 μαχητές πεθαμένοι στο χιόνι, μέσα στα έλατα από το κρύο, την πείνα και τις εξαντλητικές πορείες. Εκεί πιάστηκε και ο ίδιος σε κακά χάλια ξυπόλυτος και κουρελιασμένος. Τον μετέφεραν στην Τρίπολη, πέρασε στρατοδικείο αμέσως και εκτελέστηκε. Οι άλλοι ηγέτες σκοτώθηκαν σε διάφορα μέρη.

Ο Ρογκάκος στον Ταΰγετο, ο Σαρηγιάννης στην Κάπελη της Ηλείας, του έκοψαν το κεφάλι, μαζί με του Σπύρου Δούκα από τον Κακόβατο, τον πήγαν στον Πύργο και το εξέθεσαν σε κοινή θέα. Ο Γιάννης Σπυρόπουλος ( Κάπας ), πολιτικός επίτροπος του 3ου συγκροτήματος Σαρηγιάννη κοντά στο Λεβίδι. Όταν πιάστηκε είχε και μία στιχομυθία με το στρατηγό Τσιγκούνη. Ο Τσιγκούνης τον αποκάλεσε «Βούλγαρο». Ο Κάπας του έδωσε την απάντηση που του άξιζε : ‘‘Για κοίτα εμένα, έχω τίποτε Βουλγάρικο επάνω μου, που να μαρτυρά κάτι τέτοιο; Κοίταξε τον εαυτό σου, από κορδόνι μέχρι καπέλο, είναι των καινούριων αφεντικών σας, των Αμερικάνων’’. Ο Τσιγγούνης εξοργίστηκε και υπό την επήρεια του αλκοόλ διέταξε να τον πάνε στα Αχούρια της Τρίπολης και κει να τον κάψουν ζωντανό. Δεν ξέρω γιατί διάλεξαν τα Αχούρια. Αυτό ήταν το τραγικό τέλος του ήρωα αυτού αγωνιστή, που υπηρέτησα κάτω από τις εντολές του. Μέχρι το τέλος του Απρίλη 1949 δεν υπάρχει τίποτε πια από το Δ.Σ. του Μωριά. Ελάχιστοι που απόμειναν έχουν κρυφτεί κάτω από τη γη. Η εικόνα που παρουσιάζουν τα λείψανα των μεμονωμένων και αποκομμένων είναι θλιβερή, ομάδες αιχμαλώτων εσύροντο στα στρατόπεδα, τραυματισμένοι, πεινασμένοι, ξυπόλυτοι, οδηγούνταν σαν πρόβατα στη σφαγή. Χαρακτηριστικά αναφέρω την καρβουναποθήκη στην αρχαία Ολυμπία, που ήταν τόπος προσωρινής συγκέντρωσης. Οι εκτελέσεις και δολοφονίες εν ψυχρώ νύχτα και μέρα.

Για τις δολοφονίες στην Αρχαία Ολυμπία έγινε πάταγος στο εξωτερικό. Για την εξακρίβωση των καταγγελιών ο Ο.Η.Ε. έστειλε αντιπρόσωπο, τον Εβατ από τις Φιλιππίνες. Με την επιστροφή του και από το βήμα του Ο.Η.Ε. είπε : «Τα εγκλήματα και τα κακουργήματα που έκαναν οι παλιοί βάρβαροι επιδρομείς ωχριούν μπροστά σε εκείνα που έγιναν στο χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας που έδωσε τα φώτα του πολιτισμού σε όλο τον κόσμο. Τα κεφάλια των αιχμαλώτων είχαν γίνει πυραμίδες. Ένα κεφάλι αιχμαλώτου ανταλλάσσονταν με δέκα ημέρες άδεια.

Οι στρατιώτες και χωροφύλακες αμιλλώντο μεταξύ τους ποιος θα σκοτώσει «συμμορίτη» για να πάρει την αιματοβαμμένη αυτή άδεια. Φαντασθείτε σε τι κατάντια και τι ηθική κατάπτωση είχαν ρίξει τους στρατιώτες και χωροφύλακες. Όσοι απόμειναν από τους αιχμαλώτους, τους συγκέντρωναν σε διάφορα στρατόπεδα Πάτρα, Κόρινθο, Τρίπολη, Καλαμάτα. Τα στρατοδικεία έτοιμα να αποτελειώσουν ό,τι απόμεινε. Η μοίρα των αιχμαλώτων είναι αποφασισμένη. Τα στρατοδικεία εργάζονταν αδιάκοπα. Βιάζονται να περάσουν το συντομότερο οι αιχμάλωτοι από δίκη για να δώσουν κάποια νομιμοφάνεια στις εκτελέσεις, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι τις 26 Σεπτέμβρη 1949, με την επέμβαση του Ο.Η.Ε.

O ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΜΑΧΗΤΗΣ ΤΟΥ Δ.Σ.

Θα ήταν παράλειψη από μέρους μου αν δεν έδινα αναφορά για ένα αξέχαστο παλικάρι της Μεσσηνίας, το λοχαγό Ετεοκλή Δουμουλάκη. Ο Ετεοκλής ήταν από τους Κωνσταντίνους, ένα μικρό χωριό κοντά στο Μελιγαλά. Στο σπίτι αυτό όπως και σε πολλά άλλα της Πελοποννήσου έχει μπει μαύρος σταυρός. Δε ζει πια κανείς από την οικογένειά του. Τους έφαγε ο Μολώχ του εμφυλίου πολέμου. Ο Ετεοκλής μετά την κατάρρευση του Δ.Σ. κοίταξε να κρυφτεί. Είχε μείνει μόνος πια. Δεν ήξερε κανείς αν σκοτώθηκε και που, όπως τόσοι άλλοι. Κατόρθωσε και κρύφτηκε μένοντας σε τέλεια αφάνεια κοντά στο Πήδημα της Καλαμάτας όπου κάποιος καλός άνθρωπος τον φρόντιζε. Το 1952 κατά την Άνοιξη, βρέθηκε νεκρός σε κατάσταση αποσύνθεσης. Έμεινε τέσσερα χρόνια, περίπου μετά την κατάρρευση. Πολλοί λένε ότι προδόθηκε από τον άνθρωπο που τον έκρυβε και τον τροφοδοτούσε.

Με πόση άνεση και ευκολία συνηθίσαμε να τα λέμε για να ξεμπερδεύουμε. Συνηθίσαμε να βλέπουμε όλο προδότες και χαφιέδες, λες και δεν υπήρχαν πατριώτες πουθενά. Δεν ξέρω πως σταθήκαμε εμείς και κατά τη διάρκεια της παρανομίας και στη δημιουργία του Δ.Σ. Θα αναφερθώ για παράδειγμα στην περίπτωση του ταγματάρχη Αρίστου Καμαρινού, που έμεινε κρυμμένος στην Καλαμάτα, κάπου οχτώ χρόνια μετά την κατάρρευση και κατά το 1957-58 πέρασε στις Λαϊκές Δημοκρατίες, με τη βοήθεια της Ε.Δ.Α τότε και συγκεκριμένα από τον Τάσο Αναστασόπουλο (Κωλοπηλάλα). Ήταν ο μόνος που επέζησε και πέρασε έξω στις Ανατολικές χώρες.

Γι’ αυτό πρέπει την κάθε περίπτωση να την εξετάζουμε ξεχωριστά, χωρίς επιπολαιότητες. Επειδή γνωρίζω από παρανομία υποστηρίζω στην περίπτωση του Ετεοκλή, ότι αποκλείεται να προδόθηκε ή να τον δηλητηρίασε ο άνθρωπος που τον φρόντιζε. Είναι έξω από κάθε λογική αυτό και αποκλείεται. Γιατί ; Έμεινε σχεδόν τέσσερα χρόνια εκεί. Γιατί να μην τον προδώσει τα δύσκολα χρόνια 1949-50 και να τον προδώσει ή να τον δηλητηριάσει το 1952, που είχαν αλλάξει εντελώς τα πολιτικά πράγματα και το Γ’ ψήφισμα είχε ανασταλεί; Αν ήταν να τον προδώσει, θα τον πρόδιδε το 1949, να πάρει και τα αργύρια της προδοσίας. Ο άτυχος Ετεοκλής το πιθανότερο είναι να πέθανε από οποιαδήποτε αιτία όπως πεθαίνουν τόσοι και τόσοι άνθρωποι ή να δηλητηριάστηκε από κάποιο φαγητό, παρά τη θέληση εκείνου που τον τροφοδοτούσε, που σε τελευταία ανάλυση δεν θα το είχε οπωσδήποτε κάθε μέρα. Ο άνθρωπος που τον πρόσεχε για να μη γίνει αντιληπτός θα πήγαινε μία ή δύο φορές την εβδομάδα.

Για ένα μόνο πράγμα απορώ. Πώς ο Ετεοκλής ένας τόσο έξυπνος και ζωντανός άνθρωπος, μετά το 1950, δεν αποφάσισε να φύγει, που ήταν τόσο εύκολο πια γι’ αυτόν δεδομένου ότι ήξερε τα μέρη πολύ καλά, να μπει σ’ ένα τραίνο και να καταφύγει στην Αθήνα. Είχε τόσο πολύ απομονωθεί από τον έξω κόσμο και δεν ήξερε τι γίνεται και πώς εξελίσσεται η πολιτική κατάσταση; Είχε απογοητευτεί τόσο πολύ από την απροσδόκητη τροπή που πήραν τα πράγματα σε βάρος μας και αποφάσισε να μείνει εκεί κοντά στα μέρη του, ατενίζοντας το χωριό του, το κατεστραμμένο του σπίτι, με την προσδοκία να πεθάνει στον τόπο γεννήθηκε; Ένα έχω να συστήσω και να εκφράσω την ευχή στους νέους, που θα έρθουν στο μέλλον, αν τα πολιτικά πράγματα αλλάξουν και οι καιροί το επιτρέψουν, ας φροντίσουν να μάθουν.

Ίσως εξακριβώσουν κανένα στοιχείο, τον άνθρωπο που τον φρόντιζε τόσα χρόνια με κίνδυνο της ζωής του (γιατί πολλοί την πλήρωσαν με τη ζωή τους, με την απλή υποψία ότι περιέθαλπαν παράνομους), να τον κατατάξουν στην ίδια αγωνιστική γραμμή με τον Ετεοκλή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η άνοδος και η πτώση του Δ.Σ. Πελοποννήσου, όπως την έζησα και την είδα από κοντά. Ασφαλώς δεν κάλυψα, ούτε και θα μπορούσα άλλωστε να το κάνω, τη δράση του Δ.Σ. Ίσως άλλοι να δώσουν στοιχεία, που εγώ δεν τα ξέρω, όπως μάχες, μορφές αγωνιστών, διάφορα περιστατικά, κ.λ.π.

Τα γραπτά μου αυτά τα αφιερώνω στη μνήμη του αδερφού μου Φώτη, στους συγχωριανούς μου, και γενικότερα στους μαχητές, γνωστούς μου και αγνώστους, που έπεσαν και έγραψαν σελίδες απαράμιλλου δόξας και θαυμασμού στο Δ.Σ. Τα αφιερώνω σε όλους εκείνους που βοήθησαν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο στα μετόπισθεν, στη δημιουργία του Δ.Σ. και μοιράστηκαν με αυτόν την τύχη του. Για τον επίλογο της τραγωδίας θα δώσω μόνο τα ονόματα των σκοτωμένων και εκτελεσμένων της επαρχίας Ολυμπίας, που είχε και τα λιγότερα από κάθε άλλη περιοχή, και εκείνων ακόμη που για μια πληροφορία ή ένα κομμάτι ψωμί, πλήρωσαν με τη ζωή τους.

ΚΩΣΤΟΜΕΡΑ

Γεωργούλιας Φώτης, 22 χρόνων

Μαυροειδής Βασίλης, 22 χρόνων

Ξένος Γιώργος, 22 χρόνων

Μαυροειδής Γιώργος, 38 χρόνων

Έπεσαν στο Δ.Σ.

ΚΑΛΥΔΟΝΑ

Χριστοδουλόπουλος (Τσιότσιος) Φώτης

Βλάμης Νίκος. Σκοτώθηκαν στο Δ.Σ.

Πανταζόπουλος Πανταζής, δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο της Πάτρας

Ζαγκλανάς Λεωνίδας, εκτελέστηκε στην Πάτρα

ΚΑΚΟΒΑΤΟΣ

Τσαρουχάς Τέλης

Πούρνος Γιάννης

Δούκας Σπύρος

Μπάμπαλης Λάκης, έπεσαν στο Δ.Σ.

ΜΠΙΣΧΙΝΙ

Μακρής Λευτέρης

Φουντής Νιόνιος

Φουντή Σοφία

Βασιλόπουλος Αρίστος

Παλαμίδας Νιόνιος

Πάτσιος Γιάννης, έπεσαν στο Δ.Σ.

Κρέσπη Παναγιώτα, εκτελέστηκε στην Πάτρα

ΖΑΧΑΡΩ

Γκότσης Νίκος, εκτελέστηκε στην Τρίπολη

Κολόκας Μήτσος, εκτελέστηκε στα Χανιά

Μπαρέλας και Ζήρος Γιώργος, δολοφονήθηκαν μέσα στο κρατητήριο Ζαχάρως

ΑΛΒΑΙΝΑ

Παλιάρος Γιάννης, έπεσε στο Δ.Σ.

ΚΡΕΣΤΕΝΑ

Σταματόπουλος Χρήστος και

Κόρδας Μήτσος, έπεσαν στο Δ.Σ.

ΜΑΚΡΥΣΙΑ

Γκαβός Θανάσης, μαχητής τραυματίας του Δ.Σ. Πέθανε από το τραύμα του στη φυλακή

ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ

Σταυρόπουλος Γιάννης, εκτελέστηκε στην Πάτρα

Σπηλιοπούλου Ιουλία

Σταυρόπουλος Βλάσης και

Καούκης Γιώργος, πιάστηκαν και τους σκότωσαν καθ’ οδών.

Μακρής Βασίλης, έπεσε στο Δ.Σ.

ΛΑΒΔΑ

Τελώνης Θεόδωρος

Κολίτσης Γιάννης

Στρέκλας Παναγιιώτης και

Παρασκευόπουλος Παναγιώτης, έπεσαν στο Δ.Σ.

ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΥ

Δούμουρας Γιάννης

Βλάσης Δημήτριος, Κοτσάβρας Τάσος, έπεσαν στο Δ.Σ.

Μιχαλόπουλος Βασίλης, εκτελέστηκε στην Τρίπολη

ΚΑΚΑΛΕΤΡΙ

Τασιόπουλος Θεόδωρος, εκτελέστηκε στην Τρίπολη

Καράμπελας (δε θυμάμαι το μικρό του όνομα) δημοδιδάσκαλος, πιάστηκε μαζί με τον Βλάση Σταυρόπουλο, τους σκότωσαν καθ’ οδών, τους έκοψαν τα κεφάλια και τα περιέφεραν στην Ανδρίτσαινα.

Τασιόπουλος Θεόδωρος, έπεσε στο Δ.Σ.

ΒΡΥΝΑ

Παναγόπουλος Αντώνης, εκτελέστηκε στην Πάτρα

ΑΓΙΟΣ ΣΩΣΤΗΣ

Κωνσταντόπουλος Γιώργος, εκτελέστηκε στην Τρίπολη

ΓΑΡΔΙΤΣΑ

Καφίρης Μήτσος, και

Πολύδωρας, έπεσαν στο Δ.Σ.

ΔΕΡΒΙΤΣΑ

Αντρίκουλας Κώστας

Λώλος Θεόδωρος, και

Τσιούτας Σωτήρης, έπεσαν στο Δ.Σ.

ΖΟΥΡΤΣΑ

Τσόπελας Τάκης

Σαμαράς Ανδρέας

Χριστοφίλης Γιώργος

Γλούμης Πέτρος

Παπαγιώργος Κώστας

Στριγγλογιάννης και

Βάγιας Γιώργος, έπεσαν στο Δ.Σ.

Μάρκος Δέδες, εκτελέστηκε στην Πάτρα.

ΖΑΧΑ

Γουρνάς Γιώργος

Ζούμπας Μήτσος

Γιάννης Γκούτης

Έπεσαν στον Δ.Σ

ΑΓΟΥΛΙΝΙΤΣΑ

Νιόνιος Γκιόκας

Έπεσε στο Δ.Σ

ΣΤΡΟΒΙΤΣΙ

Ανδρικόπουλος Φώτης

Έπεσε στο Δ.Σ

ΜΠΕΡΕΚΛΑ

Λυμπερόπουλος Ηλίας

Έπεσε στο Δ.Σ

ΣΚΛΗΡΟΥ

Μιχαλακόπουλος Παναγιώτης

ΑΝΕΜΟΧΩΡΙ

Μήτσος Κάρμης

Έπεσε στο Δ.Σ

ΜΑΤΕΣΙ

Τράπαλης Κώστας

Αλμπάνης Ηλίας

Τράπαλη Λαμπρινή

Αρούκατος Νίκος

Γκογκούσης Νίκος

Έπεσαν στο Δ.Σ

Λυμπερόπουλος Θόδωρος

Εκτελέστηκε στη Τρίπολη

ΜΠΕΛΟΥΣΗ

Κοντοβουνήσιος Κώστας

Έπεσε στο Δ.Σ

ΔΡΑΙΝΑ

Κατωμερήσιος (δεν θυμάμαι το μικρό του όνομα)

Έπεσε στο Δ.Σ

Γ Ε Ω Ρ Γ Ο Υ Λ Ι Α Σ Τ Α Σ Ο Σ

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 55.00% ( 2
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *