Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή
I
Με πλησίασε χαμογελαστός.
Ανυπομονησία, κυνισμός κι αμηχανία
στριμώχτηκαν στο πρόσωπο του.
«καλησπέρα φίλε μου,
απόψε θα υποφέρεις»
Σαν άκουγα τη φράση τούτη,
μηχανικά πυροδοτούνταν αντιδράσεις
στο μυαλό και στην καρδιά μου.
Σφιγμένα δόντια,
γρήγορες ανάσες
και ξεκινάμε.
Στο κάτω- κάτω,
για δύο πράγματα ήμουν βέβαιος.
Πρώτον, η ώρα ήταν έξι το απόγευμα.
Δεύτερον, θα υπέφερα πραγματικά.
II
Σαν πλημυρίζει πόνο το κορμί,
στ’ ομιχλώδες τοπίο των σκέψεων
βρίσκεις παρηγοριά.
Το μυαλό δουλεύει εντατικά,
κατασκευάζοντας
της λύτρωσης την κρύπτη.
Το μέρος που τίποτα δεν σ’ αγγίζει,
εκεί που ο χρόνος σταματά.
Θυμάσαι μοναχά,
έντονα και καθαρά,
αυτά που σε στιγμάτισαν.
Τα παιδικά σου χρόνια.
Το αγαπημένο σου κορίτσι.
Το πρώτο δάκρυ που ενοχής
που μούσκεψε το μαξιλάρι σου.
Στις αναμνήσεις βουτηγμένος,
χαμογελάς,
και συνεχίζεις.
III
Από μικρός μου άρεζαν
οι βιωματικές ιστορίες.
Αυτές,
που γίνεσαι πρωταγωνιστής,
όσο κρατά το διάλλειμα,
και μόλις επιστρέψεις
στον χείμαρρο των στιγμών,
είσαι αλλαγμένος
-όχι στη διάθεση μονάχα-
μέσα σου πάνω απ’ όλα.
Μια φλόγα ζεσταίνει την καρδιά
και καρτερείς,
με μάτια διάπλατα από χαρα,
και προσμονείς,
σαν το μικρό παιδί μπροστά σε τούρτα,
να σου δοθεί η αφορμή,
πράξη να κάνεις
όσα έχεις μάθει.
Έτσι και με την ιστορία.
Υπάρχουν τόσοι τρόποι
να μάθεις τα συμβάντα,
μα έναν μονάχα αγάπησα.
Αυτόν που γίνεσαι κομμάτι της
και βγάζεις τα συμπεράσματα σου.
Νιώθεις
τη θλίψη,
τη χαρά,
στον όλεθρο του λάθους πνίγεσαι
και στης εξέλιξης το τρένο
ψάχνεις εισιτήριο.
Κακά τα ψέματα,
απ’ τις πηγές
μαθαίνεις την αλήθεια.
IV
Στο υγρό μικρό μπουντρούμι
που κατοικώ τα τελευταία χρόνια,
πολλά μου λείπουν,
μα όχι οι πηγες.
Οι τοίχοι φωνάζουν ιστορία
κι άσχημα γεγονότα.
Όσα η λήθη προσπαθεί να σβήσει,
μένουν χαραγμένα,
ανεξίτηλα ειπωμέναστα ντουβάρια.
Σκηνές οδύνης και βασάνων,
στιγμές γαλήνης,
ανείπωτες επιθυμίες.
Όλα είναι εκεί,
χωρίς ημερομηνίες.
Κι αυτή η έλλειψη δεν σε μπερδεύει χρονικά.
Μαρτυρά διαχρονικότητα.
Γιατί εδώ,
όποτε κι αν έζησες,
αυτή τη ζωή θα έζησες.
V
Σαν είσαι φυλακή,
ακούς τα βήματα του φύλακα
και πάει ο νους στο κακό.
Αυτόματα το σώμα,
παύει να υπακούει,
και παίρνει στάση άμυνας.
Η κοιλιά σου σφίγγει
και χώνεις το πρόσωπο στα μπράτσα σου.
Φοβόμουν στην αρχή,
φοβόμουν το μαρτύριο
και τις κραυγές.
Τις ψιλές κοφτές νότες
που ξεχύνονται από το στόμα
μονάχα για να χωθούν στ’ αυτιά
και νέες μαχαιριές
να δώσουν στην καδιά μου.
Μα πιο πολύ,
με τρόμαζε το μικρό κομμάτι ουρανού,
που είχα σαν κρεμασμένο πίνακα,
στον τοίχο.
Αυτό το μπλε,
όμοιο μ’ απύθμενο πηγάδι
ρουφούσε τη ψυχή μου,
κραυγάζοντας πως το μαρτύριο,
δεν είναι γεγονός καθολικό.
Φωνάζοντας,
πως είμαι μονάχος,
καταδικασμένος μια ζωή,
να τρέμω,
να κρυώνω,
να φοβάμαι,
να θρηνώ.
VI
Πάνε όμως μέρες,
που δε φοβάμαι πια.
Σαν με χτυπά ο φύλακας,
δεν κλαίω,
δεν ουρλιάζω.
Κρατώ το στόμα μου κλειστό
και το μυαλό μου καθαρό.
Σαν ξεκλειδώνει το κελί,
δε ψάχνω τη γωνία να κρυφτώ.
Παίρνω μια τζούρα δύναμη
απ’ το ανοιχτό παράθυρο
και τον καρφώνω με τα μάτια.
Και τότε βλέπω καθαρά,
ο φύλακας φοβάται και παραπατά.
Κι έτσι με δέρνει αλύπητα,
πιο δυνατά από ποτέ
ξεσκίζει το κορμί μου.
Μα δε λυγίζω.
Με το παραμικρό
Στα μάτια τον κοιτώ.
Τι άλλαξε θα πεις,
και δρω με αξιοπρέπεια ξαφνικά.
Απλά,
πήρα την απόφαση
να φύγω από εδώ μέσα.
Ξεκίνησα απεργία πείνας.
VII
43.
43 επί 24.
43 επί 24 επί 60 επί 60.
18% απώλεια βάρους.
22 κιλά.
Αυτά είναι τα νούμερα.
Όποιος θέλει,
να τα πάρει
στατιστικές να γίνουν
και διαγράμματα,
μα της ζωής την αλλαγή,
δεν τη μετράς στα νούμερα.
Μπορεί να στέκεσαι σκυφτός
σαν το δαρμένο σκύλο
και με τη μια να πάρεις μπόι.
Κλείνουν του πόνου οι σχισμές
σα να έπεσε νερό στη διψασμένη γη.
Ήλιος λαμπρός σκορπάει τη μαύρη μπόρα
και φέρνει
την ομορφιά στην πλάση,
το χαμόγελο στα χείλη,
το κουράγιο στην καρδιά.
Κι εσύ,
πλατάνι στιβαρό,
με ρίζες σφιχτά μπλεγμένες στον σκοπό σου,
και τα κλαδιά σου ν’ αγκαλιάζουν τον κόσμο.