
Κουράστηκαν από την πεζοπορία και πήγαν στο παλάτι του
να ξεκουραστούνε.
Δέχτηκαν την φιλοξενία του με θέρμη.
Δείπνησαν μαζί. Έφαγαν.
Διάβασαν ποίηση και τραγούδησαν τα καλύτερα κατορθώματα
ηρώων που είχαν ξεχαστεί.
Το πρόσωπο του ξακουστού βασιλέα ήταν ευπροσήγορο και φιλικό.
Κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι κακό για εκείνον.
Κι έπεσε το βράδυ…
Κι ο Γηρυόνης κάλεσε στα ιδιαίτερά του δυο έμπιστους άντρες,
ειδικούς στις κρυφές του βουλές.
Τους εξήγησε την σκέψη του κι εκείνοι έγνεψαν ως καλοί υπηρέτες.
Έπειτα έφυγαν· κι ο Γηρυόνης έμεινε μόνος στο δωμάτιό του.
Γέμισε μια κύλικα κρασί, και πλησίασε στο παράθυρο. Είχε
φεγγάρι απόψε…
Σκέφτονταν ότι ήταν αναγκασμένος να πράξει έτσι. Επιλογή δεν είχε.
Οι επισκέπτες είχαν διαφωνήσει στο παρελθόν σε μια συνέλευση
στην Ιαπετό.
Οι αξιωματούχοι που είχε στείλει το βασίλειο της Ερύθειας γύρισαν πίσω
χαμένοι εκθέτοντας τα όσα είχαν συμβεί.
Κανείς δεν επιθυμούσε να ηγεμονεύσει ο ένδοξος Γηρυόνης στον πόλεμο
που επίκειτο να ξεσπάσει.
Οι αντιπρόσωποι ήθελαν από κοινού συμμετοχή των στρατών και εκλογή
του στρατηγού απ' όλους τους βασιλείς.
Πού ξανακούστηκε!…
Εκείνος δεύτερος, και υποτακτικός, υπηρέτης, άχρηστος και περιφρονημένος!
Ας είναι λοιπόν. Η Μοίρα είχε αποφασιστεί…
Τα χρόνια πέρασαν. Κι ο πόλεμος πλησίαζε.
Φόρεσε το ευγενικό του χαμόγελο και έγινε φιλόξενος.
Οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν και μόνον μια ένταση εξωτερική έδειχνε κάποια
από τα υπολείμματα του παρελθόντος.
Άλλωστε ήταν γέρος.
Τότε και τώρα.
Τώρα ακόμη περισσότερο.
Γιατί τώρα έσερνε το σπαθί στους διαδρόμους του πολέμου.
Το τιμημένο σπαθί τη πρώτης του νιότης.
Έβγαζε το σπαθί και προχωρούσε…
Ανάμεσα στους λύχνους, όταν όλοι κοιμόνταν…
Τράβαγε το σπαθί και το ανέμιζε… Πριν το καρφώσει με θηριώδη λύσσα,
στην περιφρόνηση που εκείνος είχε υποστεί…
Παράξενα πράματα, αλλόκοτα… Μα έτσι έπραττε ο βασιλιάς μετά τις ένδοξες μέρες
της παντοδυναμίας του.
Πέθαινε. Και πεθαίνοντας έσφαζε τους λογικούς.