Συζητώντας με τον κ. Καλλωνιάτη για το νόμισμα


Γιώργος Π. Τριανταφυλλόπουλος
Καθώς η κρίση στην Ελλάδα βαθαίνει, παίρνοντας πρωτοφανείς καταστροφικές διαστάσεις για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, η συζήτηση γενικά φαίνεται να ανοίγει. Από την αρχή της κρίσης υπήρχαν θέματα ταμπού, θέματα καταραμένα που ούτε το όνομά τους δεν έπρεπε να αναφέρεις. Πολιτικά θέματα που έπρεπε πάση θυσία να εμφανιστούν ως το απόλυτο κακό. Με τον τρόπο αυτό μια αύρα δεισιδαιμονίας έπνεε κατά καιρούς πάνω από τα θέματα που το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο ήθελε να βρίσκονται εκτός της πολιτικής συζήτησης. Το πρώτο τέτοιο θέμα ήταν η χρεοκοπία και η στάση πληρωμών. Αλλά η χρεοκοπία ήρθε. Τότε η συζήτηση μπορούσε να ανοίξει μια και το διεθνές κεφάλαιο είχε πετύχει το στόχο του. Να μετατρέψει το ιδιωτικό χρέος σε δημόσιο και ταυτόχρονα να φορτώσει ένα μεγάλο μέρος του στα ασφαλιστικά ταμεία.

Το επόμενο θέμα το οποίο αποτέλεσε, και αποτελεί, ταμπού είναι το θέμα του νομίσματος. Προς την κατεύθυνση αυτή συμβάλει και η κυρίαρχη πολιτική θέση του ΣΥΡΙΖΑ για το νόμισμα. Παρά τα παραπάνω η συζήτηση για το νόμισμα έχει πλέον ανοίξει. Περισσότερο μπορούμε να πούμε πως έχει συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή η ίδια η συζήτηση που έχει ανοίξει στην κοινωνία με σημαντικότατο ποσοστό της, όπως τουλάχιστον εκφράζεται στις δημοσκοπήσεις, να τάσσεται πλέον κατά της παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη και να στρέφεται προς την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας. Μέσα στο κλίμα αυτό είναι αναμενόμενο η συζήτηση να επεκταθεί και στο ΣΥΡΙΖΑ παρά τις προσπάθειες κάποιων να επιβάλλουν τη θέση πως το ζήτημα έχει λυθεί από χρόνια.

Στη συζήτηση αυτή συμμετέχει, με φωνή ήρεμη, και ο Καλλωνιάτης με σειρά παρεμβάσεων του. Οι παρεμβάσεις του προσπαθούν να προσκομίσουν στοιχεία, κάτι εξαιρετικά σπάνιο, που θα μας επιτρέψουν με νηφαλιότητα να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Αν και τα κύρια ζητούμενα είναι η κατανόηση της ταξικότητας των πολιτικών που ασκούνται μέσα από τη νομισματική πολιτική, οι επιπτώσεις της πολιτικής του σκληρού νομίσματος στις οικονομίες και η σκληρή ενδοκαπιταλιστική διαμάχη για κυριαρχία που ασκούνται μέσα από τις νομισματικές πολιτικές.

Παρά τα παραπάνω η εξέταση του συνόλου των προβλημάτων που σχετίζονται με την έξοδο από το ευρώ και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος αποτελούν ουσιώδες συστατικό της μελέτης που πρέπει να προηγηθεί πριν τη λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων για το συγκεκριμένο ζήτημα. Στα παρακάτω θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ζητήματα που έθεσε ο Καλλωνιάτης σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία. http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=360272

Στο άρθρο αρθρογράφος προσπαθεί να συμπεράνει μερικές από τις επιπτώσεις από την υποτίμηση, που υποχρεωτικά θα ακολουθήσει την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, από τις ιστορικές εμπειρίες των υποτιμήσεων στην Ελλάδα και τις επιπτώσεις τους στην ελληνική οικονομία και τους εργαζόμενους.  

Γράφει συγκεκριμένα:

Συγκεκριμένα, από την πρώτη δραχμική υποτίμηση κατά 50% του 1953, την οποία στήριξαν ΗΠΑ και ΔΝΤ, προέκυψε ένα κύμα ανατιμήσεων στην αγορά και αθρόες απολύσεις εργαζομένων στη βιομηχανία, ιδίως μετά την κατάργηση του νόμου 2222/52, που προστάτευε τους εργαζομένους από τις αυθαίρετες απολύσεις. Υπολογίστηκε τότε ότι το κόστος ζωής στους τρεις πρώτους μήνες μετά την υποτίμηση έχει ανεβεί κατά 12%, ενώ το ψωμί κατά 33%. Ακόμη, οι ανατιμήσεις και απολύσεις προκάλεσαν πανεργατικές απεργίες με αίτημα την αναπροσαρμογή των μισθών και κατάληξη την υποχώρηση της κυβέρνησης, που υποσχέθηκε επίδομα ακρίβειας από 7% ώς 12%. Ομως, κι αυτό θεωρήθηκε ανεπαρκές από την ΑΔΕΔΥ, που κήρυξε 48ωρη απεργία στο δημόσιο τομέα, με συνέπεια η κυβέρνηση Παπάγου να βρει ευκαιρία και να απολύσει πλεονάζοντες δημοσίους υπαλλήλους…

Ακολούθησαν οι δύο δραχμικές υποτιμήσεις (15% περίπου κάθε μία) το 1983 και το 1985, οι οποίες μέχρι το 1988 είχαν προκαλέσει τη μείωση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες (από 71% σε 66%) και τη μείωση των κατώτατων πραγματικών αποδοχών το διάστημα 1984-87 κατά 16%.

Αντίθετα, στην κατά 12,3% υποτίμηση της δραχμής το 1998 και μέχρι το 2001 οι κατώτατες πραγματικές αποδοχές αυξήθηκαν αθροιστικά 2,4%. Αυτό δεν εμπόδισε, ωστόσο, το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ να μειωθεί κατά 3,5 εκατοστιαίες μονάδες (από 63,5% σε 60%) την ίδια περίοδο.

Το πόσο πρόσθεσαν οι 3 τελευταίες υποτιμήσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας το δείχνει ο λόγος εξαγωγών/ΑΕΠ: από 11% το 1982 αυξήθηκε σε 14% το 1985, για να πέσει σε 8% το 1988 και 9% την περίοδο 1998-2001. Παρομοίως, η ανεργία από 5,8% το 1982 ανήλθε σε 7,7% το 1988 και 10,9% το 1998-2001.

Νομίζω πως τα σχόλια περιττεύουν.

Αρχικά πρέπει να τονίσουμε με έμφαση πως κάποιες από τις μεταβολές που ο αρθρογράφος αναφέρει δεν σχετίζονται με την υποτίμηση αλλά με τις ακολουθούμενες πολιτικές και με το επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης.

Σαν τέτοιες μπορούμε να αναφέρουμε την κατάργηση του νόμου 2222/52, τις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων από την κυβέρνηση Παπάγου αλλά και τη μείωση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ. Το τελευταίο είναι μια διαχρονική διαδικασία και σχετίζεται με την όλο και μεγαλύτερη ανισοκατανομή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας. Στο διάγραμμα που ακολουθεί βλέπουμε το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ από το 1983 και μετά όπου και παρατηρούμε τη συνεχή αυτή μείωση. Η περίοδος που εξαιρείται από τη διαδικασία μείωσης είναι αυτή του 1993-1998. Η μείωση επομένως του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ είναι μια διαδικασία που παρατηρείται σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, και σχετίζεται με την ένταση της ανισοκατανομής μέσα στις διαφορετικές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο συνημμένο αρχείο ή στο eparistera

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *