Βασίλης Τσιράκης
Η ζωή και ο θάνατος του Σίμου Κερασίδη θα μπορούσε να ήταν ο υπότιτλος της μυθιστορηματικής βιογραφίας που μας παρέδωσε εδώ και λίγο καιρό από τις εκδόσεις «Πηγή» ο συγγραφέας.
Ο ήρωας μας, ο γιος της Ρόδης όπως τον αποκαλεί συχνά ο συγγραφέας (και αυτό νομίζω έχει την σημειολογική του αξία) γεννήθηκε στην Οινόη του Πόντου το 1918. Με το που καταλαβαίνει τον εαυτό του, η εύπορη οικογένειά του τα έχει χάσει όλα, κυνηγημένη από τους οπαδούς του Κεμάλ, πνιγμένη μέσα στα απόνερα της μικρασιατικής εκστρατείας.
Το 24 είναι μόλις 6 χρόνων όταν μπαίνει στο καράβι της επιστροφής, με τον πατέρα αγνοούμενο στα τάγματα εργασίας στα βάθη της ανατολής.
Θεσσαλονίκη, Πειραιάς, Ιόνιο, αλλά η οικογένεια του Σίμου αποβιβάζεται παρά τη θέλησή της στο μικρό και άγνωστο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Διαμονή σε αντίσκηνα.
Προορισμός η Καστοριά, αλλά οι έντονες διαμαρτυρίες τους οδηγούν στη Σαλονίκη.
Καλαμαριά. Παραπήγματα, κουρελούδες και τσουβάλια με ραμμένες εφημερίδες.
Δευτέρα δημοτικού ακόμα, ζει χωριστά από την οικογένεια του και βγαίνει στο μεροκάματο. Λούστρος.
Δυο χρόνια στο πεζοδρόμιο ρουφάει τα πάντα. Επιστροφή στην οικογένεια. Συνοικισμός Χαριλάου. Θάλαμοι της Πρόνοιας.
Δεκέμβρης του 28 και μετακόμιση στα νεόχτιστα προσφυγικά του μαχαλά της Τούμπας. Σπίτι με τούβλο και κεραμίδι στο κεφάλι. Στο πρεβάζι βασιλικός, δίπλα στη σκάλα γκαζοτενεκές με μαργαρίτες και κλίμα στην αυλή.
11 χρονών, άνηβος στα χρόνια μα έφηβος στο σώμα, κάνει δουλειές του ποδαριού και γράφεται στην ΜΕΝΤ.
Στην 6η τάξη αποφασίζει να πάει σε νυχτερινό σχολείο για να πιάσει δουλειά σε μπακάλικο. Ένας τσαγκάρης, πελάτης του μπακάλικου, τον φέρνει σε επαφή με τη μαρξιστική ιδεολογία.
Τον Ιούνη του 30 τελειώνει το δημοτικό. Ζητάει αύξηση, τσακώνεται με το αφεντικό του και φεύγει από το μπακάλικο.
Οργανώνεται στην ΟΚΝΕ.
Το 34, σχεδόν 16 χρόνων, τον βρίσκει εργάτη σε εργοστάσιο παπουτσιών.
Παράλληλα ασχολείται με την πάλη και παίρνει μέρος σε αγώνες.
Στα γεγονότα του Μάη του 36 είναι μέσα στη φωτιά του αγώνα.
Ο αστυφύλακας που επιχειρεί να τον συλλάβει παίρνει ένα καλό μάθημα περί βίας των καταπιεσμένων.
Στιγματισμένος και άνεργος συλλαμβάνεται. Μεταγωγών και από εκεί Αι Στράτης. Εξορία. Είναι πια στα δεκαοκτώ του.
Επιστροφή στη Θεσσαλονίκη.
Η σκληρή παρανομία επιλογή του. Γραμματέας της επιτροπής Μακεδονίας-Θράκης της ΟΚΝΕ. Είναι πια σκιά. Αλλάζει πρόσωπα και εμφανίζεται πάντα απρόσμενος. Πότε παπάς, πότε ζητιάνος, πότε με καθώς πρέπει γραβάτα και ρεπούμπλικα.
Φθινόπωρο του 38 επισκέπτεται τις Σέρρες και σε ηλικία μόλις 20 χρόνων γίνεται μέλος του μακεδονικού γραφείου του ΚΚΕ, υπεύθυνος παράνομου τυπογραφείου.
Το 39 συλλαμβάνεται στο Σ.Σ της Δράμας. Φυλακίζεται, βασανίζεται και δραπετεύει.
Χωρίς επαφή συλλαμβάνεται μετά λίγες μέρες, μα δραπετεύει ξανά.
Μεταφορά στις φυλακές υψίστης ασφαλείας της Κομοτηνή. Μα και από εκεί βρίσκει τρόπο να δραπετεύσει.
Η έναρξη του πολέμου τον βρίσκει στη Θεσσαλονίκη.
Κατοχή. Από τους πρώτους στον ένοπλο αγώνα, ιδρυτικό μέλος της οργάνωσης Ελευθερία, επικίνδυνες αποστολές. ΕΑΜ και ΕΛΛΑΣ.
Άνοιξη του 42 συλλαμβάνεται σε μπλόκο. Φυλακίζεται στην ειδική ασφάλεια στη λεωφόρο Στρατού μα για μια ακόμη φορά δραπετεύει.
Καλοκαίρι του 42 συνεχίζει τις επικίνδυνες αποστολές. Σανατόριο Πέτρας.
Απρίλη του 43 μαζί 6 συντρόφους του πιάνεται σε ενέδρα στο Κουμουσλάρ, κοντά στο χωριό Ίμερα της Κοζάνης και δολοφονείται εν ψυχρώ από ένοπλους εθνικιστές.
Είναι μόλις 25 χρόνων.
Στην πιο ακίνδυνη ίσως αποστολή της μέχρι τότε δράσης του.
Πολλά έχουν γραφτεί για το πώς, μέσα από ποιες διεργασίες, μπορεί ένας άνθρωπος να φτάσει στην αυταπάρνηση, στον ηρωισμό και στη θυσία ή όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας για τον ήρωα μας:
«Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στον αγώνα, κοιμόταν και ξυπνούσε αγκαλιά μ’ αυτόν, όπως η πόρνη με τον άκαρδο παραγωγό της, ο ετοιμοθάνατος με την κοσιά του χάροντα. Προσπάθησε να φανταστεί τον εαυτό του ήσυχο οικογενειάρχη με ψαθάκι στο κεφάλι και γραβάτα παγιασόν στο πλάι νεαρής νοικοκυράς, σαν τη μεγάλη αδελφή του Δέσπω, αλλά η εικόνα διαλύθηκε πριν καν εμφανιστεί.»
Η ιδεολογία, η πίστη σε κάτι ανώτερο και ανιδιοτελές (όχι βέβαια με τη μεταφυσική έννοια), αλλά με την έννοια μιας άλλης πραγματικότητας, μιας κοινωνίας όπου η ανθρωπότητα θα ζει χωρίς πολέμους, όπου τον ανταγωνισμό θα αντικαταστήσει η αλληλεγγύη, την εκμετάλλευση η ισότητα, την καταπίεση η ελευθερία και την ιδιοκτησία η κοινοκτημοσύνη. Όπου ο πολιτισμός και μόνο αυτός θα διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων.
Αυτή η μεγάλη αλήθεια δεν αναιρεί το γεγονός πως ο άνθρωπος είναι μοναδικός μέσα στο σύνολο, πως ο καθένας πορεύεται και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τα οποία βέβαια δεν είναι υπόθεση κληρονομικότητας, αλλά καθορίζονται από το περιβάλλον και τις κοινωνικές αντιθέσεις.
Στην περίπτωσή μας θα έλεγα πως αυτά είναι τα παιδικά χρόνια του ήρωα μας, μιας και που από τότε που καταλαβαίνει τον εαυτό του δεν ανήκει πουθενά, είναι ένα απόστημα που πρέπει να σπάσει. Ή όπως αναφέρει ο συγγραφέας:
«Αφού από γεννησιμιού του ένιωθε μια οντότητα κατώτερη από το επίπεδο ενός κεραμιδόγατου ή ενός αδέσποτου σκυλιού που το κλοτσούσε ο τούρκος μπέης, ένα θρασύ ποντίκι που ξεμύτισε από το βόθρο κι έτρεχε ο Αγαρηνός να του συνθλίψει το κεφάλι με τη φτέρνα του».
Είναι αλήθεια πως στη μυθιστορηματική βιογραφία ο συγγραφέας ακροβατεί ανάμεσα στο μύθο και στην πραγματικότητα. Χωρίς να προδίδει την αλήθεια, πρέπει να διαπλέξει διακριτικά, με δημιουργική φαντασία και αφηγηματική χάρη, πραγματικά και φανταστικά στοιχεία.
Ένα στοίχημα που στον πυρήνα του βρίσκεται το παλιό πρόβλημα της σχέσης ζωής και τέχνης, μύθου και ιστορίας, πραγματικού και φανταστικού, αληθινού και αληθοφανούς.
Όταν όμως γράφεις για την τόσο πρόσφατη ιστορία είσαι θα λέγαμε ευάλωτος. Οι ιστορικοί ψάχνουν να βρουν την ιστορική αλήθεια και οι αναγνώστες που έζησαν τα γεγονότα τα βλέπουν μέσα από το δικό τους πρίσμα και φυσικά περιμένουν να τα έχεις δει και συ έτσι.
Στο Ρύγχος του λύκου θα λέγαμε χωρίς ενδοιασμό πως ο συγγραφέας καταφέρνει να ισορροπεί με μαεστρία πάνω στο τεντωμένο σχοινί. Μένοντας πιστός στα ιστορικά γεγονότα τα εμπλουτίζει με τέτοια δόση φαντασίας, ώστε ο μύθος να μην κατατρώει την ιστορία και να οδηγεί σε υποκειμενισμούς και αυθαιρεσίες.
Στην ιστορικότητα των γεγονότων παρεμβάλλει την καθημερινότητα των ανθρώπων της εποχής και βέβαια τις ανθρώπινες σχέσεις και την ανθρώπινη ψυχολογία, όχι αυθαίρετα, αλλά μέσα από τη διαλεκτική σχέση ατομικού – συλλογικού.
Γιατί το είδος της μυθιστορηματικής βιογραφίας είναι επιρρεπές στο να παρασύρει τον συγγραφέα να κατασκευάσει έναν ήρωα όπως θα τον ήθελε αυτός, εξιδανικευμένο ή όχι δεν έχει σημασία, αλλά πάντως κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά ήταν.
Στην περίπτωσή μας ο συγγραφέας επιλέγει να σεβαστεί και τον ήρωα και το υλικό του, εις βάρος ίσως μιας ολοκληρωμένης απόδοσης της προσωπικότητάς του, στο κομμάτι τουλάχιστον που αυτή έχει να κάνει με τις εσωτερικές του αντιθέσεις και τις μειλίχιες σκέψεις του.
Έτσι ο συγγραφέας προκρίνει να μην ρίξει το βάρος στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, να μην κάνει κυρίως ένα ψυχογράφημα του, αλλά να μας δείξει πως τα ιστορικά γεγονότα και οι κοινωνικές διεργασίες – ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης – καθορίζουν τη μοίρα των ανθρώπων.
Γι αυτό και η αφηγηματική τεχνική που επιλέγει είναι η τριτοπρόσωπη γραφή, στην οποία κυριαρχεί ο διάλογος και λιγότερο ο εσωτερικός μονόλογος, χωρίς αυτός όταν υπάρχει να υστερεί σε αξία.
Το σημείο αυτό αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στη γλώσσα της γραφής, όπου ζωντανεύουν νεκρές λέξεις και ντοπιολαλιές:
«Καταπιόνα, ερειπιώνας, μπανκανότα, κεμέρι, κουρούπι, σάτσι, μπακράτσι, τζαμαντάνι και μπινεβρέκι, τσεβρές, φροκαλιά, γαστέρα, τσιρίσι, μελίρρυπος, μιντέρι, πλεμπάγια, αβασταγά, οργαντίνα, αραράδιανη, ράουλο και άλλες πολλές.
Σήμερα λοιπόν σε συνθήκες βαθειάς και ολόπλευρης κρίσης, όπου (όπως η ιστορία έχει δείξει) η τέχνη όχι μόνο δεν περικόπτεται ως είδος πολυτελείας, αλλά αντίθετα αναπτύσσεται ως αναγκαιότητα περισσότερο παρά ως επιλογή, έχουμε ανάγκη μια τέχνη που θα προβληματίζει, που θα αμφισβητεί, που θα ανιχνεύει το μέλλον ψηλαφώντας ανοιχτές πληγές του παρελθόντος, που θα μπαίνει στα άβατα της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης.
Γιατί, το ότι η τέχνη δεν μπορεί πια να επιβιώσει ως επιλογή διασκέδασης ή ως βραδινή δημόσια εμφάνιση, δεν σημαίνει πως η τέχνη της κρίσης είναι νομοτελειακά ανατρεπτική. Υπάρχει και η άλλη πλευρά της, η τέχνη της εσωστρέφειας και της ατομικής διαφυγής, η τέχνη της νοσταλγίας, η τέχνη ως παρηγορήτρα, ως νάρκωση και ανακούφιση, η τέχνη ως αυνανισμός.
Τελικά το τι θυμάται μια κοινωνία είναι κοινωνικά κατασκευασμένο, αποτέλεσμα αντιπαραθέσεων, όπου βέβαια οι νικητές έχουν τον πρώτο λόγο. Έτσι η αναμέτρηση των σύγχρονων κοινωνιών με το παρελθόν τους αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα όπου υπερεθνικοί θεσμοί (ανάμεσα σ’ αυτούς και η Ευρωπαϊκή Ένωση) επιχειρούν μια ενιαία διαχείριση του παρελθόντος, ιδιαίτερα απέναντι στη κομμουνιστική αριστερά.
Σε αντίθεση μ’ αυτές τις λογικές το Ρύγχος του λύκου και ο Σίμος Κερασίδης μας υπενθυμίζουν πως η ιστορία είναι πρώτα απ’ όλα η ιστορία της πάλης των τάξεων.
Και το κυριότερο πως δεν μπορεί να αποδέχεσαι και να τιμάς αυτούς που αντιστάθηκαν και διώχτηκαν τότε και να μένεις αδιάφορος και ουδέτερος σ’ αυτούς που αντιστέκονται και διώκονται σήμερα.
Αν μη τι άλλο το Ρύγχος του λύκου μας δίνει δύναμη να αντιμετωπίσουμε σήμερα.
* Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου «Στο ρύγχος του λύκου» που διοργάνωσε η «Πρωτοβουλία κατοίκων Τούμπας» για να τιμήσει τη μνήμη του αγωνιστή Σίμου Κερασίδη 70 χρόνια από τη δολοφονία του.