Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ
Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου grousis@ath.forthnet.gr
Είμαι από εκείνους τους κομμουνιστές που, ακριβώς επειδή το νοιάζονται, έχει ασκήσει δημόσια, έντονη πολιτική κριτική στο ΚΚΕ, ιδιαίτερα για τη στάση του το 1989, και για τη στροφή που κατά τη γνώμη μου συντελέστηκε στο τελευταίο συνέδριό του. Επίσης έχω κατακρίνει πρόσφατα συγκεκριμένες στάσεις και θέσεις του.
Ανήκω επίσης στο σπάνιο, απ' ό,τι έχω διαπιστώσει, είδος των κομμουνιστών που αντιμετωπίζουν με συμπάθεια το αναρχικό ρεύμα, θεωρώντας ότι έχουμε κοινή στρατηγική στόχευση και ότι και αυτό ανήκει στην αντίθετη από την αστική εξουσία πλευρά του οδοφράγματος. Με αυτό το σκεπτικό υποστήριξα συχνά αγωνιστές αυτού του χώρου όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την κρατική βία, ενώ κατέκρινα όσους από την αριστερά τούς κατήγγελλαν συλλήβδην ως προβοκάτορες. Είμαι επίσης κατά του κεντρισμού, της ουδετερότητας, των «ναι μεν αλλά» και των ίσων αποστάσεων σε περίπτωση σύγκρουσης ή αντιπαράθεσης. Τέλος, κατακρίνω την ένταξη συγκεκριμένων γεγονότων σε θετικές ή αρνητικές στατικές προκαταλήψεις, που έχουν διαμορφωθεί για κάποιον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Με αυτά τα δεδομένα, υποστηρίζω ότι η στάση των αυτοπροσδιοριζόμενων ως αντιεξουσιαστών -που δυσφημούν το χώρο τους- ή άλλων που προσδιορίζονται ως μηδενιστές, οι οποίοι εσφαλμένα πιστεύουν ότι, όταν 200 ή και 500 από αυτούς επιτίθενται με πέτρες, μολότοφ κ.λπ. στα ΜΑΤ ή, ακόμη, χειρότερα, σε καταστήματα και τράπεζες ρισκάροντας μάλιστα να σκοτώσουν αθώους -αλλοτριωμένους έστω- ανθρώπους, μπορούν να ανατρέψουν το σύστημα, ή έστω να συμβάλουν σε αυτήν την ανατροπή, ή ακόμη και απλώς να το φθείρουν, λειτουργεί αντικειμενικά προβοκατόρικα. Ακριβέστερα, με αυτήν τη στάση ενισχύεται ο στόχος στον οποίο αποσκοπεί το παιγνίδι Ινδιάνοι -καουμπόηδες που στήνουν προσχεδιασμένα από τη μια οι ασφαλίτες προβοκάτορες και οι παρακρατικοί και από την άλλη οι επίσημες δυνάμεις «προστασίας του πολίτη». Και αυτό συμβαίνει όχι τόσο διότι η ένταση της καταστολής έχει ανάγκη από ζηλωτές, αλλά διότι είναι δεδομένο ότι, όταν δημιουργούνται τέτοιου είδους ανέξοδα για την εξουσία επεισόδια, αυτό εξυπηρετεί πολλαπλά το σύστημα. Και το εξυπηρετεί διότι αυτά χρησιμοποιούνται συστηματικά για τη διάλυση των μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων, τον εκφοβισμό του λαού με στόχο να αποτραπεί να συμμετέχει στους αγώνες που έρχονται. Το εξυπηρετεί ακόμη διότι, έτσι, μάλλον διευκολύνονται να αναδειχτούν τα αντιδραστικά αντανακλαστικά μερίδων του πληθυσμού, παρά να προωθηθεί η επαναστατικότητά του. Το εξυπηρετεί ιδιαίτερα σήμερα, διότι το διευκολύνει να εντείνει τον αυταρχισμό, κάτι που συντελείται αντιστρόφως ανάλογα με τη ραγδαία απώλεια της κοινωνικής συναίνεσης, δηλαδή του άλλου θεμέλιου της αστικής εξουσίας. Επιπρόσθετα με τα συγκεκριμένα επεισόδια της περασμένης Πέμπτης, το σύστημα επεδίωξε να πληγεί η κοινή παρουσία και δράση των λαϊκών δυνάμεων, κάτι που, αν γενικευτεί και συστηματικοποιηθεί, θα συμβάλει καθοριστικά στην επιτάχυνση της ανατροπής του. Βεβαίως οι παραπάνω τοποθετήσεις κάθε άλλο παρά σημαίνουν άρνηση της αναγκαιότητας χρησιμοποίησης βίας για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Σημαίνουν απλώς άρνηση άσκησής της με τη μορφή ενσωματώσιμου και αξιοποιήσιμου από αυτήν μπάχαλου, άρνηση αυτοκτονικής άσκησής της όταν δεν υπάρχει ο αναγκαίος συσχετισμός, έτσι ώστε αυτή να εκδηλωθεί μαζικά, οργανωμένα, αποτελεσματικά προς τη σωστή κατεύθυνση. Και επειδή είμαι από εκείνους που κατηγορούσαν το ΚΚΕ όταν περνούσε απλώς από την πλατεία, απαξιώνοντάς την και δεν στέκονταν σε αυτήν μαζί με τις εκτός αυτού λαϊκές δυνάμεις (διότι -πώς να γίνει;- υπάρχουν και τέτοιες), είμαι διπλά υποχρεωμένος να εκτιμήσω θετικά αυτή την κατά τα άλλα αυτονόητη παρουσία του ΠΑΜΕ στην πλατεία. Ακόμη, θεωρώ απολύτως θεμιτό το ότι αυτό επεδίωξε να περιφρουρήσει τις δυνάμεις του, κάτι που για όποιον έχει μια στοιχειώδη εμπειρία από διαδηλώσεις, δεν μπορούσε παρά να εμφανιστεί σαν περιχαράκωσή του όχι μόνον από τους προβοκάτορες, αλλά και από άλλες δυνάμεις. Και η περιφρούρηση αυτή και η αντίδρασή του ήταν πόσω μάλλον δικαιολογημένη, εφόσον οι δυνάμεις του δέχτηκαν μια οργανωμένη δολοφονική επίθεση από δυνάμεις οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν αντικειμενικά με ακρίβεια, από τη μια, με βάση το στόχο τους και το αποτέλεσμα της επίθεσής τους και, από την άλλη, με την προκλητική ανοχή της αστυνομίας απέναντί τους. Εκείνο όμως που πρέπει να καταλάβουν όλες οι συνιστώσες του λαϊκού κινήματος είναι ότι ο εσωτερικός εχθρός είναι ένας και μοναδικός: Η κυβέρνηση των δωσίλογων και όσοι άμεσα ή έμμεσα στηρίζουν το υπεύθυνο για το ξεπούλημα της Ελλάδας και την υποδούλωση του λαού της σύστημα. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι θετικές οι σχετικές τοποθετήσεις όλων όσοι αρνούνται τον ενδο-κόκκινο-μαύρο εμφύλιο, οι τοποθετήσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΙΣΚΡΑ και άλλων ακόμη και υπεύθυνων αναρχικών αγωνιστών, οι οποίοι αντιμετώπισαν την επίθεση που δέχτηκε το ΠΑΜΕ σαν οργανωμένη δολοφονική επίθεση. Από την άλλη, είναι τραγικό να συνεχίζεται μικρόψυχα ένας ενδοαριστερός εμφύλιος, και, ακόμη χειρότερα, να ανάγεται σε κύριο εχθρό από τη μια δύναμη της αριστεράς η άλλη, και αυτό μετά τέτοιας διάστασης γεγονότα, όπως ο τραγικός θάνατος ενός αγωνιστή και ο τραυματισμός δεκάδων άλλων, γεγονότα για τα οποία ούτως ή άλλως την κύρια ευθύνη φέρει η κυβέρνηση, της οποίας η αντιλαϊκή, κατοχική πολιτική είναι εκείνη που προκαλεί τις διαδηλώσεις, και η οποία με τη μεγαλύτερη των ευκολιών εξαπολύει άγριους ξυλοδαρμούς, μαζικές επιθέσεις με χημικά και εκτρέφει τους προβοκάτορες.