Δημήτρης Ψαλλίδας
Ι
Μπαμπά, αγαπημένε μου μπαμπά.
ξεκούραση για σένα ήταν να με φροντίζεις,
τη ζωή μου να στολίζεις με όνειρα και χρώματα.
Παράπονο δεν άκουσα ποτέ απ’ τα γλυκά σου χείλη,
μονάχα όσα δεν έζησες ποτέ, εγώ πώς θα τα ζήσω,
σκεφτόσουν συνεχώς.
Τον κόπο μιας ζωής, τον έζησες πολλάκις.
Κι όλα για το χαμόγελο μου.
Σ’ ευχαριστώ
Σ’ αγαπώ
Μου λείπεις.
ΙΙ
Αγαπημένε μου σύζυγε, της ζωής μου σύντροφε,
στα δύσκολα και στη χαρά συνοδοιπόρος ήσουν.
Αφέντης ήσουν της ζωής, νομάς τούτης της γης,
με τις μεγάλες δρασκελιές
διέσχιζες τα σύνορα ης οικουμένης.
Εσύ στη κάθε μέρα αντίκριζες το νέο,
την ευτυχία τη χαρά, που στόχο είχες βάλει.
Ποιο μονοπάτι θα διαλέξεις και που θα σ’ οδηγήσει;
Ποια μυστικά θα μάθεις και που θα πληγωθείς;
Δε λόγιασες ποτέ.
Τη ξεγνοιασιά στο γιο μας, μ’ ένα χαμόγελο έδινες.
Στερούσουν το γλυκό ψωμί, να φάει να μεγαλώσει.
Για παραμύθια του έλεγες τα όσα είχες ζήσει,
συνήθειες που συνήθισες,
τις ομορφιές και τις παγίδες,
απ’ όπου έχεις γυρίσει.
Για όλα αυτά βαθειά σ’ ευχαριστώ.
Ύπνο γλυκό σου εύχομαι, ξεκούραστο ταξίδι.
Θα είσαι πάντα δίπλα μας στον πόνο αποκούμπι,
η θύμηση σου πάντα, θα ζει μες στην καρδιά μας.
ΙΙΙ
Αγαπημένε μου συνάνθρωπε,
συγνώμη σου ζητώ που τόσα χρόνια στέκω αδρανής,
τη ζωή σου αγνοώντας.
Συγχώρα με που ξέχασα,
πως κι εσύ είσαι γονιός,
και σύζυγος, και μάνας γιος,
λαού παιδί κι εσύ πως είσαι.
Συγχώρα με που ξέχασα.
Τον ήλιο που αντικρίζω,
Το χώμα που πατώ,
Με το παιδί μου τα μοιράζομαι.
Κι έτσι κι αυτό με το δικό σου.
Συγχώρα με που ξέχασα.
Παιδί του μόχθου είσαι κι εσύ,
Πιο κουρασμένο απ’ όλους μας,
που δε σταμάτησες ποτέ να κυνηγάς το αύριο,
στέγη να βρεις για τα’ όνειρα σου.
ΙV
Μπροστά στο υγρό σου μνήμα στέκω γονατιστός.
Στεφάνι άχαρο πικρό που πλέξαν τα’ άγρια φύκια,
στο προσκεφάλι σου ακουμπώ,
στο νεκροκρέβατο σου.
Κι όρκο βαρύ σου δίνω.
Όρκο στη ζωή μου,
στου παιδιού μου τη χαρά.
Μας τέλειωσε η αδιαφορία,
τα ψέματα τελειώσανε κι η ανεμελιά.
Αίμα στα χέρια όποιου σε βλέπει,
το πρόσωπο σου σαν κοιτά,
κι οργή, οδύνη, καημό
ειλικρινά δε χύνει.
Αίμα στα χέρια όποιου κοιτά
και τη ζωή του συνεχίζει ομαλά.
Κι εσείς,
μνήμες χρυσόψαρου, των αφεντάδων μνήμες,
αποτινάξτε από μέσα σας το πρόσωπο αυτού του νέου.
Ξεχάστε ότι τον είδατε, την ύπαρξη του σβήστε,
και βολευτείτε όμορφα, μες στα ζεστά, στεγνά παλτά σας.
Κι εμείς με τη σειρά μας, της γης απλοί ανθρώποι,
στον βράχο τούτο που κοιμάσαι, όπου το δίκιο ξαποσταίνει,
φάρο ελπίδας και ζωής, ψηλά θα ορθώσουμε.
Ψηλά ως τ’ άστρα.
Να φέγγει στο πλευρό τους και να το βλέπει η πλάση όλη.
Κι έτσι κανείς να μη ξεχάσει το όμορφο πρόσωπο σου.
Κανείς να μη ξεχάσει,
πως ένας άνθρωπος απλός, μα δυνατός πολύ,
τριγύρισε την οικουμένη μ’ ένα σακί απ’ όνειρα,
κι άδικο τέλος βρήκε.