Η αφύπνιση των PIIGS


Luciano Vasapollo, Rita Martufi και Joaquìn Arriola*
 
Κάποιες προτάσεις από το Centro Studi Trasformazioni Economico Sociali CESTES-PROTEO
 
Μέρος Πρώτο
Μια σύντομη ιστορία
της σημερινής διεθνούς οικονομικής κρίσης
 
1. Η σημερινή κρίση
2. Η ιστορία μιας προβλεπόμενης-επικείμενης κρίσης: η αρχή της κρίσης το 1971
3. Όπλα του νεοφιλελευθερισμού: πόλεμος, στρατιωτικός  κεϊνσιανισμός, ιδιωτικοποιήσεις, διεθνής μαζική κατανάλωση
4. Νεοφιλελευθερισμός και οικονομική παγκοσμιοποίηση
5. Προς το τέλος του κοινωνικού συμβολαίου
6. Η νέα παγκόσμια εισβολή
7. Η κρίση χαρακτηρίζεται από τη ρήξη των θεμελίων της οικονομίας… και οι μεγαλοεπενδυτές κερδοσκοπούν
8. Η κρίση είναι συστημική, είναι καταστροφική για το οικοσύστημα
9. Παγκοσμιοποίηση των ανισοτήτων
10. Η ανεξέλεγκτη λειτουργία των τραπεζών
11. Υπερχρεωμένοι εργαζόμενοι και οικογένειες
12. Λιγότερο κράτος, περισσότερη οικονομία, δηλαδή τράπεζες στη λειτουργία ενός κράτους κερδών (profit state)
13. Ο ευρωπαϊκός πόλος της δημοσιονομικής εξουσίαςκαι τα κράτη συγκαταθέτουν σιωπηλά!
14. Τα PIIGS και η μάσκα του δημόσιου χρέους
15. Οι νέοι διεθνείς ανταγωνιστές
16. Ο καπιταλισμός δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας
 
 
Δεύτερο μέρος
Ιταλία… Το τέλος μιας αυταπάτης
 
1. Το νέο σύστημα των επιχειρήσεων ενάντια στα νέα υποκείμενα της εργασίας
2. Συνεχίζεται η ιστορία μιας κυρίαρχης αστικής τάξης, αλλά ποτέ άρχουσας τάξης
3. Η καταδίκη της δημόσιας οικονομίας: μια ιταλική αυτοκτονία
4. Οικογένειες και μάνατζερ των ισχυρών
5. Ιδιωτικοποιήσεις και κοινωνικές ανισότητες
6. Οι ευρωπαϊκοί ηγεμόνες ευλογούν το ιταλικό  κράτος κερδών (profit-state)
7. Η μεταμόρφωση του κεϊνσιανισμού
8. Η Ιταλία πάει στον πόλεμο και ο στρατιωτικός κεϊνσιανισμός επιστρέφει
9. Η κοινωνική ασυμβατότητα
10. Για τα μεγάλα συμφέροντα το ιδιωτικό είναι πολιτικό
11. Το Νέο Κράτος επιτίθεται στις τοπικές οικονομίες
12. Η διάλυση του κράτους πρόνοιας
13. Πρόνοια για φτωχούς: Ούτε αυτή είναι δυνατή
 
 
Μέρος Τρίτο
ALIAS: Μια εναλλακτική για την Ιταλία και για όλα τα  PIIGS
 
1. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί
2. Μια νέα σελίδα
3. Η νέα σύγκρουση χρειάζεται περισσότερη συμμετοχικότητα
4. Το Ελάχιστο Μεταβατικό Πρόγραμμα και το Ελάχιστο Κοινωνικό Εισόδημα
5. Το Ελάχιστο Μεταβατικό Πρόγραμμα και λύσεις για το περιβαλλοντικό πρόβλημα
6. Εθνικοποίηση των τραπεζών αντί της χρηματιστικοποίησής τους
7. Εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας και των προβληματικών επιχειρήσεων
8. Η φορολόγηση του κεφαλαίου ως απάντηση στη φοροδιαφυγή
9. Ελάχιστο Μεταβατικό Πρόγραμμα, εργατικά δικαιώματα και το δικαίωμα στην εργασία
10. Ένας νέος ορίζοντας πέρα από τον καπιταλισμό: το ζήτημα εργασίας-τεχνολογίας και η πολιτική στο κέντρο
11. Ξυπνήστε και ξεκινήστε από την αρχή
12. Έξω από το ευρώ και την νομισματική ένωση στην Ευρώπη
13. ALIAS: μια νέα συμμαχία αλληλεγγύης LIBERA: ένα νέο, σε εργατική κατεύθυνση, νόμισμα.
14. Προσωρινή παραμονή στην ΕΕ αλλά έξω από την ΟΝΕ
15. ALIAS όπως ALBA
16. Μπορούμε να ζήσουμε σαν «γουρούνια» (PIIGS) αλλά όχι τεμαχισμένοι σαν σαλάμι
17. Κοινωνικοί αγώνες: Δεν θα πληρώσουμε εμείς για την κρίση, ας πληρώσουν τα αφεντικά
18. Το ξύπνημα των PIIGS: Η κρίση ως ευκαιρία για αλλαγή
 
 
 
Μια γλωσσολογική εισαγωγή
Τα γουρούνια είναι υπέροχα ζώα, αν και ζουν σε λασπώδεις περιοχές. Στο παρελθόν οι Γάλλοι αποκαλούσαν τους Ιταλούς «μακαρονάδες» ή «σαλαμις» τονίζοντας έντονα την τελευταία συλλαβή. Σε μια κοινωνικο-ζωολογική κατάταξη, τα γουρούνια θα ήταν τα φτωχά ξαδερφάκια των αλόγων και των βοοειδών. Κάτι σαν «χωματάνθρωποι», «terroni» αν θα χρησιμοποιούσαμε μια ιταλική υποτιμητική λέξη.   
Κατά τον ίδιο τρόπο, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ελλάδα και η Ισπανία είναι «terruncielli», τα γουρούνια της Ευρώπης. Η Ιρλανδία υπήρξε πάντα η λευκή αποικία των Άγγλων, ένας Νότος στην καρδιά της Δύσης. Έτσι, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Ελλάδα και η Ισπανία, με ένα διπλό «Ι» για έμφαση, είναι οι χώρες των PIIGS.
Όταν αποφασίζονται οι «χοντρές δουλειές» στην Ευρώπη, στις επίσημες συνεδριάσεις, η προσβλητική λέξη PIIGS χρησιμοποιείται χλευαστικά προς αυτές τις χώρες, τις οποίες ωστόσο κρατούν εντός της Ευρώπης. Μπορούν πάντα οι χώρες αυτές να χρησιμοποιηθούν για επεκτατικούς και κυριαρχικούς σκοπούς. Τα «γουρούνια», οι χώρες των PIIGS είναι, πλέον, ένας συνηθισμένος όρος στην οικονομική ορολογία και τα μέσα ενημέρωσης. Αυτό το κείμενο αποτελεί φόρο τιμής για το γουρούνι. Η πιο δημοφιλής κουζίνα στον «ανεπτυγμένο» κόσμο είναι η ιταλική. Η ιταλική μαγειρική έχει υπερτερήσει της μαγειρικής της βόρειας Ευρώπης, και το καλύτερο εστιατόριο του κόσμου είναι στην Ισπανία, κοντά στη Βαρκελώνη.
Υπάρχει μια σοφία στη νότια Ευρώπη, ο πολιτισμός, οι συναλλαγές με την Αφρική και την Εγγύς Ανατολή, η πολιτική κληρονομιά των αγώνων των αγροτών και των εργατών, η μουσική, η τέχνη και η λογοτεχνία. Υπάρχει η Ελλάδα και η Ρώμη, οι πιο δημοφιλείς άγιοι, η ικανότητα να ζουν σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες.
Σήμερα πρέπει να εφεύρουμε μια Ευρώπη η οποία δεν θα θεωρεί τον εαυτό της ως «δύναμη», ως  αποικιακή ένωση που βομβαρδίζει τους εχθρούς της. Η Ευρώπη δεν έχει ανταγωνισμό όσον αφορά την προσαρμογή και την αποδοχή.
Εάν ξυπνήσουν τα γουρουνάκια, μπορούν να οικοδομήσουν μια διαφορετική Ευρώπη, μακριά από την ομίχλη και τους πόθους της Φρανκφούρτης.
Εξάλλου, με τα γουρούνια, τίποτα δεν πάει χαμένο.
Αυτό είναι ένα κείμενο σχετικά με την τρέχουσα κρίση της καπιταλιστικής οικονομίας: την προέλευσή της το 1971, ξεκινώντας από τις ΗΠΑ, την πρόσφατη ιστορία της ευρωπαϊκής και της ιταλικής οικονομίας, τη σημερινή κατάσταση με τις χώρες των PIIGS (Πορτογαλία, Ιταλία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Ισπανία), και τη δυνατότητά τους να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία.
Πρόκειται για μια ριζοσπαστική κριτική στη διαχείριση που ασκεί η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), καθώς και σε εκείνους που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κρίση με τον στρατιωτικό κεϊνσιανισμό. Όσον αφορά την Ιταλία, είναι μια πρόταση για να αποφευχθεί η επιλογή μεταξύ της οικονομίας των λακέδων του Μπερλουσκόνι και της οικονομίας των μάνατζερ Πρόντι και Μπερσάνι με τις «χοντρές δουλειές». Μια πραγματική ευκαιρία να επωφεληθεί η Ιταλία και άλλες χώρες που βρίσκονται στην ίδια κοινωνικο-οικονομική-πολιτική κατάσταση: οι χώρες των PIIGS.
Ο Ιβ Κοπέν (Yves Coppens), ο πιο διάσημος Ευρωπαίος παλαιο-ανθρωπολόγος, ο οποίος ανακάλυψε τον Australopithecus Afarensis, γνωστότερο ως Lucy, και πολύ σημαντικός μελετητής για την ανθρώπινη προέλευση και εξέλιξη, δήλωσε ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο πραγματικά ευπροσάρμοστο είδος (ζώου) που του είναι τελείως αδιάφορο να ζήσει σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Η βιολογική προσαρμογή του ανθρώπου επεκτάθηκε στην πολιτιστική και την τεχνολογική εξέλιξή του: τα αεροσκάφη που έχει κατασκευάσει πετούν ψηλότερα από τους αετούς. Αυτό το κείμενο έχει γραφτεί από δύο Ιταλούς και έναν Ισπανό οικονομολόγο, συγγραφείς πολλών βιβλίων, και μας υπενθυμίζει ότι είμαστε, ευτυχώς, ευπροσάρμοστο είδος. Πολλά είδη μπορεί να πεθάνουν λόγω των εξαιρετικά συγκεκριμένων χαρακτηριστικών τους.
Η ιστορική-κριτική προσπάθεια σύνθεσης των Λ. Βασαπόλο, Ρ. Μαρτούφι και Χ. Αριόλα (Vasapollo, Martufi, Arriola) θα μπορούσε να οριστεί ως εξής: «Θυμηθείτε ότι μπορείτε να ζείτε σε διαφορετικές καταστάσεις, ότι είστε σε θέση να μεταμορφώσετε τον κόσμο γύρω σας, χωρίς να περιορίζεστε από το περιβάλλον, τα κοστούμια και τις περιστάσεις.
»Με αυτή την ίδια ιδιοφυΐα έχετε δημιουργήσει καταστροφές, έχετε παρέμβει ριψοκίνδυνα στο περιβάλλον σας και έχετε υιοθετήσει μη αειφόρους στόχους παραγωγής και κατανάλωσης, περιφρονώντας το πνεύμα και τον πολιτισμό για την εξασφάλιση των αγαθών που τώρα έχουν εισβάλει στη ζωή σας και σας πνίγουν. Πρόσφατα βιώσατε την ανασφάλεια, την εξαθλίωση λαών που προηγουμένως θεωρούνταν πλούσιοι. Εκτός από τη δημιουργία ψεύτικων αναγκών, έχετε οδηγήσει διάφορους λαούς, όπως οι Ιταλοί, οι οποίοι ζούσαν σε ένα αξιοπρεπές κοινωνικό κράτος, σε πραγματικές συνθήκες φτώχειας, με τις δραματικές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται. Όπως καταφέρατε να μπείτε σε μπελάδες, έτσι τώρα μπορείτε να απαλλαγείτε από τα λάθη του παρελθόντος σας, αποδεχόμενοι ότι υπάρχουν άλλοι δρόμοι».
Η ανάλυση αυτού του κειμένου βασίζεται σε οικονομικά μεγέθη, που επεκτείνονται στην ανθρωπολογία, καταδεικνύοντας ότι σε αυτή την κρίση μπορούμε να βρούμε μια ευκαιρία για ένα νέο δρόμο που θα πάρει υπόψη του τον ίδιο τον πλούτο μιας χώρας ή μιας ομάδας χωρών. Αυτό είναι το κύριο θέμα των επιστημόνων, όπως του Ιρανού κοινωνικού ανθρωπολόγου Μαχίντ Ρανέμα (Majid Rahnema), στο πρόσφατο έργο του La Potenza dei Poveri, ή του φιλοσόφου Κάρλο Σίνι (Carlo Sini) στο βιβλίο του Del Viver Bene, καθώς επίσης και η κληρονομιά της –προσφάτως εκλιπούσας– πιο δημοφιλούς γυναίκας στη Γαλλία, της αδελφής Εμμανουέλλας, στο βιβλίο της Ricchezza della povertà.
Ο αγώνας για πλούτο δημιουργεί φτώχεια, ενώ ένας άλλος πλούτος καθορίζει βιώσιμους τρόπους ζωής. Πολλοί αξιωματούχοι του συστήματος δεν πρόκειται να συμφωνήσουν με αυτό το κείμενο. Με τον όρο «αξιωματούχοι» δεν εννοούμε μόνο στελέχη των κυβερνήσεων, αλλά και αρκετούς επιστήμονες, ανθρώπους των ΜΜΕ, άτομα που διαφημίζουν τον σημερινό τρόπο ζωής.
Φυσικά, μερικές σελίδες δεν μπορούν να αλλάξουν νοοτροπίες και τρόπους ζωής, ωστόσο στο κείμενό μας δεν εμπεριέχεται μόνο μια απλή ανάλυση, αλλά ένα πραγματικό σχέδιο.
Η ερμηνευτική πλευρά αυτού του έργου δηλώνει πως η Ιταλία (για να παραθέσουμε τον Βρετανό οικονομολόγο Χοσέα Τζάφε [Hosea Jaffe]) μπορεί να μετριάσει τους δεσμούς της με την «παγκόσμια συμμαχία» και πως οι χώρες των PIIGS μπορούν να δημιουργήσουν μεταξύ τους έναν συνασπισμό με το όνομα ALIAS. Αυτός ο συνασπισμός μπορεί να συμβάλει ώστε να διατηρηθεί –τουλάχιστον εν μέρει– το κράτος πρόνοιας και να αποτραπεί το χάσμα μεταξύ πλουσίων που γίνονται πλουσιότεροι και των φτωχών που γίνονται φτωχότεροι, ενώ ταυτόχρονα να εφαρμόσει λιγότερο άνισες συναλλαγές στη γύρω περιοχή.
Η πρόταση αυτή υποστηρίζεται από το Κέντρο Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών (Centro Studi Economici e Sociali – CESTES) της Συνδικαλιστικής Ένωσης Βάσης (Unione Sindacale di Base – USB), μέλος της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (FSM).
Στόχος της είναι φυσικά οι εργαζόμενοι, αλλά και άτομα των ΜΜΕ, επιστήμονες, κοινωνικοί λειτουργοί, και όποιος ψάχνει για μια διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση.
Οι τελικές προτάσεις είναι πολλές: έξοδος από την Ευρωζώνη, αποδέσμευση από τα δεσμά της «παγκόσμιας συμμαχίας»  και όλους όσοι υπερασπίζονται έναν άκρατο φιλελευθερισμό, μείωση των εισαγωγών αγαθών, προώθηση του εσωτερικού εργατικού δυναμικού, εθνικοποίηση των τραπεζών, των ενεργειακών πόρων και υπηρεσιών, ισότιμες συναλλαγές μεταξύ των χωρών PIIGS, μια συμμαχία παρόμοια με τηνν Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της Αμερικής – ALBA. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι δεν γνωρίζουμε το τέλος της. Η Κεράλα, η Βολιβία και το Εκουαδόρ, που μπορούν να διδάξουν σε ολόκληρο τον κόσμο μερικές χρήσιμες κοινωνικο-οικονομικές έννοιες, δεν γνώριζαν πού θα καταλήξουν, όταν βρίσκονταν στο ξεκίνημα της προσπάθειάς τους.
 
 
Μέρος Πρώτο
 
Μια σύντομη ιστορία
της σημερινής διεθνούς οικονομικής κρίσης
 
1. Η σημερινή κρίση
Οι κρίσεις αποτελούν πλευρές του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Εμφανής έκφρασή τους είναι η μείωση των ποσοστών κέρδους, της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αυτό οφείλεται στη μόνιμη τάση του καπιταλισμού για μείωση του εργατικού δυναμικού πλήρους απασχόλησης και αντικατάστασή του από μηχανές. Κάτι τέτοιο δεν ζημιώνει την παραγωγή σε βραχυπρόθεσμο διάστημα, καθώς η χρήση περισσότερης τεχνολογίας συμβάλλει στη γενικότερη ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, με μείωση των εργαζομένων και αύξηση της παραγωγικότητας, μειώνοντας έτσι την σχέση αξίας-κόστους των αγαθών. Σε μακροπρόθεσμο διάστημα, η τεχνολογική εξέλιξη συνεπάγεται μια μεγαλύτερη σχέση επένδυσης-απασχόλησης, που σημαίνει ότι οι μισθοί μειώνονται σε σχέση με την παραγωγή που δημιουργείται. Με αυτό τον τρόπο, το καπιταλιστικό πρότυπο παραγωγής δημιουργεί περιοδικά υπερπαραγωγή, καθώς μόνιμος στόχος του είναι το υψηλότερο ποσοστό κέρδους που θα δημιουργήσει νέες δυνατότητες για  ποσοτική αύξηση και επέκταση του κεφαλαίου.
Η τρέχουσα κρίση υπερβαίνει κατά πολύ μια κατάσταση παγκόσμιας οικονομικής στασιμότητας. Αποτελεί σύμπτωμα της εξάντλησης της δυνατότητας, που ξεκίνησε από την αμερικανική πρωτεύουσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, να συνεχίσει να προσελκύει από τον υπόλοιπο κόσμο ως εμπορεύματα, ανασφάλιστο, χαμηλού κόστους εργατικό δυναμικό και πρώτες ύλες, πάντα με πίστωση.
Αυτή η διαδικασία είχε ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν η διεθνής κρίση συσσώρευσης απέκτησε δομικό χαρακτήρα. Το διεθνές κεφάλαιο, μη κατορθώνοντας να αποφέρει τα επιθυμητά κέρδη από την παραγωγή και τη διατίμηση των αγαθών, προσπαθεί να παράξει χρήμα από πιστωτικές επιχειρήσεις (χρηματιστικοποίηση ως μια μορφή διεθνούς τοκογλυφίας). Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και στην πραγματικότητα βλάπτει τις εμπορικές τράπεζες.
 
2. Η ιστορία μιας προβλεπόμενης-επικείμενης κρίσης: η αρχή της κρίσης το 1971
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 σημειώθηκε μείωση της παραγωγής στο φορντικό εργοστάσιο, το οποίο αποτελούσε τη βάση του καπιταλιστικού μοντέλου οργάνωσης της παραγωγής. Η αγορά ήταν κορεσμένη από προϊόντα μαζικής παραγωγής (μαζική κατανάλωση), τα οποία διαδόθηκαν ευρέως στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Καθώς ο λαός στις αναπτυγμένες χώρες μπορούσε να έχει όλες τις απαραίτητες ηλεκτρικές συσκευές και υπηρεσίες (τηλεόραση, τηλέφωνο, πλυντήριο ρούχων, άδειες μετ’ αποδοχών κ.λπ.), οι πωλήσεις έπεσαν και στη συνέχεια υπήρξε μείωση της οικονομικής ανάπτυξης.
Η φτωχότερη πλειονότητα (του κόσμου) στις χώρες της περιφέρειας δεν μπορούσε να αποτελέσει δυνητική αγορά, καθώς ο ρόλος της στο φορντικό μοντέλο ανάπτυξης ήταν να δουλεύει με πενιχρούς μισθούς, ώστε να παράγει φθηνές πρώτες ύλες, καταναλωτικά αγαθά και είδη πολυτελείας για τις χώρες του κέντρου. Το φορντικό μοντέλο ωστόσο είχε επηρεαστεί από μια καινούρια ισορροπία δυνάμεων μέσα στα εργοστάσια, όπου το εργατικό δυναμικό είχε κατορθώσει να κερδίσει θέσεις σε βάρος του κεφαλαίου. Σε αυτό το μοντέλο κατέστη πράγματι δυνατό να επιτευχθεί πλήρης απασχόληση. Βέβαια, μόλις το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού είχε εμπλακεί σε αυτή τη διαδικασία, και όχι για περισσότερο από είκοσι χρόνια, από το 1948 έως το 1968· ωστόσο, η πλήρης απασχόληση δεν προσεγγίστηκε ποτέ άλλοτε κατά τη διάρκεια δύο ολόκληρων αιώνων ύπαρξης του καπιταλισμού.
Η παγκόσμια πολιτική πραγματικότητα οδηγούσε σε περαιτέρω μείωση της ισχύος του κεφαλαίου. Η ιεραρχία των εθνών διαμορφωνόταν ανάλογα με το ρόλο τους στο διεθνές παραγωγικό σύστημα. Στην κορυφή, λόγω της απουσίας μιας παγκόσμιας κυβέρνησης, βρίσκεται  ένα αυτοκρατορικό κράτος ως διεθνής «δικαστής-διαιτητής», που ορίζει τους κανόνες ανάλογα με τις ανάγκες αναπαραγωγής του δικού του κεφαλαίου. Από την αρχή της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (1871), οι νέες δυνάμεις των σύγχρονων τεχνολογιών, ΗΠΑ και Γερμανία, αμφισβήτησαν τη βρετανική ηγεμονία, η οποία κυριαρχούσε στον κόσμο τον 19ο αιώνα. Έτσι, άρχισε να φθίνει η επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας στον στρατιωτικό τομέα (ο στρατός), στον τομέα της οικονομίας (χάλυβας και κλωστοϋφαντουργία) και στον χρηματοπιστωτικό τομέα (η στερλίνα).
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν εγκαινιάζει μια νέα εποχή πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, καθώς ούτε η Γερμανία μπορεί να επιβάλει την κυριαρχία της ούτε οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο παγκοσμίως. Έτσι, οι δεκαετίες του 1920 και του 1930 δείχνουν μια αντικειμενική αδυναμία της καπιταλιστικής κυριαρχίας, η οποία ευνοεί τη Ρωσική Επανάσταση. Ο νέος καθορισμός της καπιταλιστικής ιεραρχίας απαιτεί μια νέα στρατιωτική αναμέτρηση. (Παρά την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς, το μεγάλο κεφάλαιο πάντα επιζητούσε την οργανωμένη κρατική παρέμβαση ακόμη και με ένοπλη βία προκειμένου να διευθετεί τις υποθέσεις του, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.) Οι ΗΠΑ (και τα δολάριά τους) απέκτησαν την ηγετική θέση στην παγκόσμια οικονομία μόνο στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Την περίοδο αυτή, οι ΗΠΑ αποτελούν την πιο σημαντική χώρα πιστωτή, η χώρα δεν υφίσταται τις καταστροφές του πολέμου και έχει τις απαιτούμενες βιομηχανίες και τα χρήματα ώστε να γίνει το παγκόσμιο κέντρο ανασυγκρότησης και ανάπτυξης. Αυτή η κατάσταση συνεχίζεται μέχρις ότου η ανοικοδόμηση των βιομηχανιών της Ιαπωνίας και της Δυτικής Ευρώπης δημιουργήσουν ένα νέο ανταγωνιστή στις παγκόσμιες αγορές.
Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, η οικονομική ηγεμονία των ΗΠΑ γίνεται ολοένα και πιο ακριβή, και υποχρεώνεται συνεχώς να υποστηρίζεται από στρατιωτικές παρεμβάσεις (π.χ. οι πόλεμοι στην Κορέα, το Βιετνάμ κ.λπ.). Στο τέλος της δεκαετίας του 1960, τα αποθέματα χρυσού των ΗΠΑ δεν μπορούν να καλύψουν ούτε το ένα πέμπτο των δολαρίων που κυκλοφορούν παγκοσμίως.
Έτσι, το διεθνές νομισματικό σύστημα καταρρέει όταν ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον δηλώνει δημοσίως τον Αύγουστο του 1971 ότι η χώρα του δεν είναι πια σε θέση να μετατρέψει τα δολάριά της σε χρυσό. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, όπως το γνωρίζαμε έως τότε, έφτανε στο τέλος του. Μια μονομερής πράξη σηματοδοτεί το τέλος της συμφωνίας Bretton Woods. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1976, το ΔΝΤ παραδέχεται ότι το διεθνές νομισματικό σύστημα δεν υφίσταται πια: η επίσημη τιμή του χρυσού εγκαταλείπεται, οι συναλλαγματικοί έλεγχοι καταργούνται και οι τιμές διαμορφώνονται πια από την αγορά. Αυτή είναι η αρχή του τέλους της οικονομικής ηγεμονίας των ΗΠΑ.
Το 1978 οι Ευρωπαίοι, με επικεφαλής τον γαλλο-γερμανικό άξονα, αποφασίζουν τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), τον έλεγχο του εμπορίου και αργότερα (1999) την κυκλοφορία κοινού νομίσματος. Στόχοι του κοινού νομίσματος ήταν αφενός να βάλει φρένο στην απρόσκοπτη κερδοσκοπία της αγοράς και αφετέρου να αποτελέσει το μέσο απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου από την εξουσία του αμερικανικού δολαρίου.
Η αποδυνάμωση της ηγεμονίας των ΗΠΑ επέτρεψε στις εξαγωγικές χώρες να ζητήσουν υψηλότερη τιμή για τις πρώτες ύλες τους. Μέχρι το 1973 το φορντικό μοντέλο είχε επιφέρει μια αποδεκτή απόδοση κεφαλαίου, με υψηλούς μισθούς, χαμηλές τιμές πρώτων υλών και αύξηση της παραγωγικότητας. Η νέα κατάσταση συνεπάγεται υψηλότερο κόστος πρώτων υλών, ειδικά του πετρελαίου, επιδείνωση της επανεμφανιζόμενης κρίσης που είχε ξεκινήσει με τη μείωση της παραγωγικότητας στα τέλη της δεκαετίας του 1970, πτώση των κερδών των επιχειρήσεων και εμφάνιση αρνητικού ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ σε αρκετές χώρες. Δεν αναπτύσσονται και οι οικονομίες τους υποφέρουν.
Ενώ ο κεϊνσιανισμός και ο οικονομικός προγραμματισμός είχε επηρεάσει την οικονομική θεωρία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, στις δύο επόμενες δεκαετίες ο μονεταρισμός και το νεοφιλελεύθερο μοντέλο κυριαρχούν στον κόσμο προβάλλοντας την «απελευθερωμένη» αγορά.
 
3. Όπλα του νεοφιλελευθερισμού: πόλεμος, στρατιωτικός κεϊνσιανισμός,
ιδιωτικοποιήσεις, διεθνής μαζική κατανάλωση
Μετά τους μεγάλους αγώνες του παγκόσμιου εργατικού κινήματος κατά τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και μέρους της δεκαετίας του 1970, η δεκαετία του 1980 σηματοδοτεί την αφετηρία της αντεπίθεσης του κεφαλαίου: ο νεοφιλελευθερισμός είναι η θεραπεία για την ολοένα και βαθύτερη κρίση. Έτσι, ελήφθησαν τρία στρατηγικής σημασίας μέτρα (βλ. Α παρακάτω και Β, Γ στα υποκεφάλαια 5 και 6)
Α. Η διατήρηση του ψυχρού πολέμου μέσω του ιδεολογικού επανεξοπλισμού της συντηρητικής πλευράς (από τον εσωτερικό αμυντικό αγώνα, το κεϊνσιανό κράτος πρόνοιας, στην εσωτερική επιθετική στρατηγική: μεταμοντερνισμός, νέος ατομικισμός) και της αντιπαράθεσης απέναντι στον κομμουνισμό με τη βοήθεια των νέων μέσων μαζικής ενημέρωσης (κινηματογράφος, τηλεόραση, μουσική, βίντεο και ούτω καθεξής). Ένας βασικός πολιτικός παράγοντας σε παγκόσμια κλίμακα, ήταν η νίκη των ΗΠΑ επί της Σοβιετικής Ένωσης στην κούρσα των εξοπλισμών. Αυτό επιτεύχθηκε με τη μείωση των κοινωνικών παροχών στο εσωτερικό της χώρας.
Είναι περίεργο το πώς εκείνοι που ένιωσαν τα ιδανικά τους να γκρεμίζονται με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ έχουν τόσο λίγο συλλογιστεί τις αιτίες της. Η κρίση του σοβιετικού συστήματος έγκειται στους πολιτικούς του περιορισμούς και όχι στο ότι το οικονομικό σύστημα που πρότασσε υστερούσε σε σχέση με το καπιταλιστικό. Ο καπιταλισμός δημιούργησε μια διεθνή κοινωνία μαζικής κατανάλωσης. Για το σκοπό αυτό, η εργατική τάξη, η οποία ήταν ενωμένη σε εθνικό επίπεδο, κατακερματίστηκε σε διεθνές επίπεδο. Σήμερα τμήμα των εργατών της γερμανικής κλωστοϋφαντουργίας είναι Σιγκαπουριανοί ή Μαλαισιανοί, όπως και τμήμα των εργατών στις αυτοκινητοβιομηχανίες των ΗΠΑ είναι Αργεντινοί και Μεξικανοί.
Εν πάση περιπτώσει, καθώς στις ΗΠΑ η κούρσα των εξοπλισμών είναι μέρος της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου, με την ενίσχυση των ιδιωτικών εταιρειών με ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων των φορολογουμένων, κατάφεραν να μετατρέψουν τις στρατιωτικές επενδύσεις σε παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών για τη συνολική κατανάλωση (του πληθυσμού). Στρατιωτικές επενδύσεις χρηματοδοτήθηκαν από τον κρατικό προϋπολογισμό και το Πεντάγωνο έγινε η μεγαλύτερη μονάδα σχεδιασμένης οικονομίας παγκοσμίως. Τα τελευταία χρόνια οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν δώσει στις ΗΠΑ πάνω από το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Γνωρίζουν ότι χωρίς στρατιωτική ηγεμονία δεν θα είναι σε θέση να αναγκάσουν τον υπόλοιπο κόσμο να χρηματοδοτεί το χρέος τους. Με αυτό τον τρόπο διατηρούν τεχνητά κυρίαρχη θέση στην παγκόσμια οικονομία, που δεν υποστηρίζεται από καμία πραγματική σταθερά των μακροοικονομικών μεγεθών.
Ενώ άλλες γεωοικονομικές δυνάμεις, όπως η Ιαπωνία και οι Ασιάτες εταίροι της, καθώς και η ΕΕ (τουλάχιστον στην αρχή), απολάμβαναν ένα προνομιακό πλεονέκτημα στην οικονομία, οι ΗΠΑ υποχρεώνονται από τις στρατιωτικές επενδύσεις τους να αυξάνουν όλο και περισσότερο τη σχέση μεταξύ των στρατιωτικών δαπανών και του ΑΕΠ. Σε περίπτωση που μειώσουν τις στρατιωτικές δαπάνες, θα υποστούν μια εξαιρετικά βίαιη συστημική οικονομική κρίση, ίσως χειρότερη από το 1929. Η τελευταία κρίση «επιλύθηκε» με την κούρσα των εξοπλισμών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα.
Σήμερα, η μόνη διέξοδος από τη σημερινή κρίση φαίνεται να είναι χρηματιστικοποίηση (χρηματοοικονομική διαχείριση) μαζί με τις παραμέτρους υποστήριξης της ζήτησης και της καπιταλιστικής κυριαρχίας, σε ένα είδος «παγκοσμιοποιημένου μακαρθισμού» και μιας νέας κεϊνσιανής φάσης. Για άλλη μια φορά ο στρατιωτικός κεϊνσιανισμός αναπτύσσεται ως μια προσπάθεια για την επίλυση –ή τουλάχιστον τη διαχείριση– της κρίσης.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι μελετητές ερευνούν στο παρελθόν, όπως όταν στο 19ο αιώνα η κρίση επιλύθηκε με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά την Belle Epoque, τερματίζοντας την εποχή του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Η κρίση της δεκαετίας του 1920 συνοδεύτηκε από το οικονομικό κραχ το 1929,  από τη δραματική μείωση της δυνατότητας πίστωσης και την απότομη πτώση στην πραγματική ζήτηση. Η κρίση δεν επιλύθηκε από το New Deal το 1933, αλλά χρειάστηκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η ήττα της ναζιστικής Γερμανίας για να λήξει. Η μεταπολεμική φάση της ανασυγκρότησης σηματοδότησε την έναρξη της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας των ΗΠΑ.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και στον μετα-αποικιακό καπιταλισμό του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, ο πόλεμος ήταν απαραίτητο μέσο για τη διατήρηση της αμερικανικής ηγεμονίας στον παγκόσμιο καπιταλισμό.
Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η ίδια η νίκη επί της Σοβιετικής Ένωσης στην κούρσα των εξοπλισμών ήταν μια διάσταση του στρατιωτικού κεϊνσιανισμού. Η Σοβιετική Ένωση κατέστρεψε τον εαυτό της προκειμένου να συναγωνιστεί το ρυθμό των ΗΠΑ. Όπως έδειξε ξεκάθαρα ο πόλεμος στο Ιράκ, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός ξεκίνησε με την εμφάνιση του ευρώ, το οποίο απείλησε το μονοπώλιο του δολαρίου των ΗΠΑ στις διεθνείς συναλλαγές. Επιπλέον, προσέλκυσε διεθνή κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένων των αγορών της ανατολικής Ευρώπης, και τείνει να επεκταθεί σε μια διευρυμένη Ευρασία.
Έτσι, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός είναι το νέο παγκόσμιο τεχνολογικό, επιστημονικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Σηματοδοτεί τον νέο διεθνή καταμερισμό της εργασίας και των ταξικών ανισοτήτων. Όλα αυτά στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων, στις οποίες η ΕΕ προσπαθεί να επικρατήσει μέσω της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και με στρατιωτικές πρωτοβουλίες. Μπορούμε να θυμηθούμε τον «ανθρωπιστικό πόλεμο» του Ντ’ Αλέμα και άλλων κεντροαριστερών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για να καταστρέψουν τη Γιουγκοσλαβία και να αποκτήσουν οικονομικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα στην κεντρική Ευρώπη για τους αγωγούς και το εμπόριο.
Η στρατιωτική βιομηχανία υποστηρίζεται από τις τεχνολογικές εξελίξεις και στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες στηρίζεται με μεγάλη κρατική χρηματοδότηση ως πεδίο της οικονομικής πολιτικής τους. Αυτό είναι εμφανές στην Ιταλία, όπου και οι κεντροαριστερές και οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις κράτησαν σταθερές τις στρατιωτικές δαπάνες.
Συνεπώς, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, ανεξάρτητα από τις συνέπειες στην οικονομία και στον αποκαλούμενο αμυντικό προϋπολογισμό, οι στρατιωτικές δαπάνες είναι ζωτικής σημασίας σε ένα ευρύ δίκτυο των μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων και στην εξουσία μιας διευρυμένης πολιτικο-στρατιωτικής γραφειοκρατίας και των υποστηρικτών της. Την ίδια στιγμή, ο στρατιωτικός κεϊνσιανισμός γίνεται ένας παλιός και ταυτόχρονα νέος τρόπος στην προσπάθεια επίλυσης της κρίσης. Η ιστορία έχει δείξει ότι η πραγματική έξοδος από τις κρίσεις βρίσκεται σε καταστροφές ανάλογες των παγκοσμίων πολέμων που έσωσαν τον καπιταλισμό.
 
4. Νεοφιλελευθερισμός και οικονομική παγκοσμιοποίηση
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο νεοφιλελευθερισμός σηματοδοτεί τον νέο ρόλο του χρηματοπιστωτικού τομέα και των διαδικασιών κερδοσκοπίας στην οικονομική πολιτική. Η αρχή έγινε με τις κυβερνήσεις Ρήγκαν και Θάτσερ οι οποίες προώθησαν την οικονομική απελευθέρωση, επιτρέποντας την απεριόριστη κίνηση κεφαλαίων, ιδιαίτερα των εικονικών. Αυτή ήταν η πρώτη απόπειρα παγκοσμιοποίησης, όχι για το σύνολο της οικονομίας, αλλά για τον χρηματοοικονομικό-επενδυτικό τομέα. Έτσι, τα εγγυητικά κεφάλαια τραπεζών μειώθηκαν, οι φορολογικοί παράδεισοι πολλαπλασιάστηκαν και η εξάπλωση της «δημιουργικής» χρηματοδότησης ενθαρρύνθηκε. Με αυτό τον τρόπο αναπτύχθηκε η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, όχι μόνο για τον κύκλο αποθεμάτων μιας εταιρείας, αλλά και για πρώτες ύλες, για συναλλαγματικές ισοτιμίες, ακόμη και για τρόφιμα. Έτσι, το γρήγορο κέρδος που απέφεραν αυτά τα κερδοσκοπικά ανοίγματα καθόριζε τις τιμές που απέφεραν υπερκέρδη στο αργό πετρέλαιο, στο σιτάρι, στο καλαμπόκι, ακόμα και όταν οι τιμές αυτές προκαλούσαν πείνα, φτώχεια και καταστροφές σε ολόκληρες ηπείρους.
Από τη δεκαετία του 1980, ο τζόγος του χρηματιστηρίου έγινε η κούρσα για την κοινωνική σφαγή: τα κορυφαία επενδυτικά κεφάλαια και οι μεγαλύτεροι κερδοσκόποι «διαρκώς παχαίνουν»· αντίθετα, οι παραγωγοί πρώτων υλών, οι αγρότες, οι ανθρακωρύχοι, οι εργαζόμενοι από τον Νότο είναι καταδικασμένοι στη φτώχεια, και οι εργαζόμενοι στο αυτοκρατορικό  κέντρο γίνονται  φτωχότεροι και πιο επισφαλείς.
Επιπλέον, η χρηματιστικοποίηση μετατοπίζει κεφάλαια από την πραγματική παραγωγική οικονομία στον ευκολότερο και τον πιο κερδοφόρο τομέα της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας, καταστρέφοντας έτσι σκόπιμα τα πλεονάζοντα παραγωγικά κεφάλαια.
 
5. Προς το τέλος του κοινωνικού συμβολαίου
Β. Στις αναπτυγμένες χώρες, το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας είχε υποστηριχτεί από τους καπιταλιστές λόγω του φόβου απέναντι στον κομμουνισμό, που (αν επικρατούσε) μπορούσε να τους αποκλείσει από νέα εδάφη και τμήματα πληθυσμού τα οποία θα χρησιμοποιούσαν για τη συσσώρευση κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτό, το κοινωνικό κεϊνσιανικό μοντέλο μείωσε την ένταση της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας, με την ανακατανομή του εισοδήματος (προστιθέμενη αξία και ΑΕΠ) προς όφελος της εργατικής τάξης, η οποία με την ένταση των αγώνων τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 απέκτησε μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και σημαντική δυνατότητα κατανάλωσης και η οποία συντηρήθηκε μέσω της κατάκτησης υψηλότερων μισθών. Αυτό με τη σειρά του δημιούργησε υψηλές αποταμιεύσεις, που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν μέσω των χρηματιστηριακών τραπεζών στη μείωση των εταιρικών χρεών και στην υποστήριξη της συσσώρευσης κεφαλαίου.
Χωρίς το φόβο του κομμουνισμού, η πολιτική δύναμη των εργαζομένων, οι οποίοι προσπάθησαν να επιβάλουν το ρόλο τους στην κατανομή του κοινωνικού πλούτου, αποδυναμώθηκε. Ρόλο σε αυτό έπαιξε και η αυξανόμενη συντηρητική και μετριοπαθής τάση των ιστορικών κομμάτων και οργανώσεων της εργατικής τάξης, που ευνόησε τα νεοφιλελεύθερα μέτρα, όπως η ευελιξία στην απασχόληση και στους μισθούς, η νομική απορρύθμιση (π.χ. θεσμική ανασφάλεια), οι ιδιωτικοποιήσεις, η μείωση του ρόλου του κρατικού και του δημόσιου τομέα στην οικονομία, καθώς και μια γενική διάλυση των κανόνων και των ρυθμίσεων στον οικονομικό τομέα.
Έτσι, το κράτος αποκλείστηκε από οποιαδήποτε αποτελεσματική κοινωνική συμμετοχή, και ο ρόλος του περιορίστηκε στην επιχορήγηση των εσόδων των επιχειρήσεων («απορρύθμιση» και «ανταγωνιστικότητα» των πολιτικών, μέτρα «προσαρμογής και ιδιωτικοποιήσεις»). Αυτό με τη σειρά του προκάλεσε διεθνή ύφεση, αύξηση της ανεργίας και μια μεγάλη επίθεση στη δύναμη των εργαζομένων και των συνδικάτων (η αποκαλούμενη, τελευταία, πολιτική της «ευελιξίας»). Αυτό το προσωρινό μέτρο ολοκληρώθηκε με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, η οποία μείωσε δραστικά την απασχόληση, και ιδιαίτερα το εργατικό κόστος.
Η ευελιξία, όπως και η απελευθέρωση, καθιστά ευκολότερη την απόλυση των εργαζομένων και ενισχύει τις συμβάσεις μερικής απασχόλησης, έναντι των συλλογικών διαπραγματεύσεων πλήρους απασχόλησης. Ακόμη όμως και στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, η ευελιξία των μισθών στοχεύει στην εξατομίκευσή τους, στη βελτίωση της ατομικής παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού και στην πειθαρχία. Η διαδικασία αυτή επίσης επισημοποιείται από τις «άτυπες» (επισφαλείς) συμβάσεις εργασίας.
Με αυτό τον τρόπο ολόκληρες κοινωνικές ομάδες διαλύθηκαν, ολόκληρες κοινωνικές τάξεις, που στο παρελθόν θεωρούνταν προστατευμένες από την κρίση, φτώχυναν. Επιπλέον, ολόκληρες περιοχές του κόσμου περιθωριοποιήθηκαν προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο εντεινόμενος, σκληρός διεθνής ανταγωνισμός και η ανάγκη του κεφαλαίου για τη δημιουργία της νέας χώρας του κανένα.
 
6. Η νέα παγκόσμια εισβολή
Γ. Για τον έλεγχο των πολιτικών των χωρών του Τρίτου Κόσμου έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες τακτικές: τα χτυπήματα στο κράτος, όπως στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική τη δεκαετία του 1970· η επίθεση ενάντια στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, συγκεντρώνοντας την εξουσία στο Συμβούλιο Ασφαλείας και προκαλώντας με αυτό τον τρόπο την οικονομική κρίση των οργανισμών της Νέας Διεθνούς Οικονομικής Τάξης (ΝΙΕΟ), όπως είναι η  UNCTAD και η UNESCO. Έτσι, η πολιτική και οικονομική σταθερότητα μετατρέπεται σε διεθνές δόγμα, σε μια προτεραιότητα που επιβάλλεται παγκόσμια από τον νέο ρόλο των διεθνών πολιτικο-οικονομικών οργανισμών, όπως οι WTO, IMF, BM, BEI, OCSE κτλ. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν τόσο τη μείωση της κατανάλωσης συγκεκριμένων πρώτων υλών που υπάρχουν σε αφθονία στον Τρίτο Κόσμο (όπως η ενέργεια) όσο και την αντικατάστασή τους σε μεγάλο βαθμό (όπως η χρήση του χαλκού αντί για οπτικές ίνες). Στη συνέχεια, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 εφαρμόζονται πολιτικές που έμειναν γνωστές ως «προγράμματα διαθρωτικής προσαρμογής» και είχαν στόχο τον έλεγχο των οικονομικών πολιτικών που εκμεταλλεύτηκαν την κρίση του ξένου χρέους.
Αυτή η νέα διαδικασία στηρίχτηκε «επίσημα» στην τεχνολογική πρόοδο, στην παγκόσμια ομογενοποίηση των αναγκών των καταναλωτών, στη μείωση των τελωνειακών περιορισμών και στις αλλαγές στην παραγωγή. Βασίζεται γενικά σε μια κοινωνία μαζικής και διεθνούς κατανάλωσης, η οποία επιτρέπει τη διεθνή διάσπαση της εργατικής τάξης, η οποία είχε ενοποιηθεί σε εθνικό επίπεδο.
Η ιδιωτικοποίηση από την πλευρά της αυξάνει περαιτέρω τον κορεσμό της ζήτησης των παραδοσιακών προϊόντων. Με την ιδιωτικοποίηση μετατρέπονται σε εμπορεύματα ένα σύνολο δραστηριοτήτων που ως τότε ήταν στα χέρια του κράτους, όπως, για παράδειγμα, οι επικοινωνίες (το τηλέφωνο, οι αεροπορικές εταιρείες), αλλά και η ενέργεια και οι κοινωνικές υπηρεσίες. 'Όλα αυτά βέβαια συντελούνται με τη δικαιολογία της βελτίωσης της θέσης μιας χώρας στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Την ίδια στιγμή, αυξήθηκε η ικανότητα κατανάλωσης ενός κομματιού του πληθυσμού των φτωχότερων χωρών. Πρόκειται για μια μειοψηφία, ικανή όμως να στηρίξει το διεθνές εμπόριο προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά και την εγχώρια εμπορευματοποίηση ενός μέρους της παραγωγής των πολυεθνικών. Αυτοί οι νέοι καταναλωτές είχαν στόχο να αντικαταστήσουν όσους πτώχευσαν οι οποίοι αδυνατούσαν πλέον  να συμβάλουν στη ζήτηση.
Ακόμα κι αν η παρούσα κρίση εκδηλώθηκε αρχικά ως ένα αδιέξοδο στη διεθνή οικονομία, έγινε φανερό πως δεν είναι αυτή η πρωταρχική της αιτία. Τα «έκτακτα προγράμματα» στοχεύουν στη μείωση από τα οικονομικά βάρη της χρηματιστηριακής αγοράς, δεν αποτελούν όμως εναλλακτική στην παγκόσμια κρίση. Αυτή η κρίση αναδεικνύει πόσο ανώφελοι είναι κάθε φορά οι στόχοι του κεφαλαίου να ξεπερνάει τα όριά του. Είναι φανερό πως στόχος της καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι η ικανοποίηση των αναγκών των παραγωγών –ειδικά των εργαζομένων και του πληθυσμού συνολικά– αλλά η παραγωγή ως αυτοσκοπός. Στόχος είναι η συνεχής και μόνιμη αύξηση της αξίας του κεφαλαίου, δηλαδή ένα ατέρμονο ταξίδι αύξησης των κερδών. Με αυτό τον τρόπο γίνεται εμφανής ο αντιφατικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής: ενώ διευρύνει τη δυνατότητα εργασίας, ταυτόχρονα οριοθετεί τη δυνατότητα των ίδιων των εργαζομένων να απολαμβάνουν τα αγαθά της παραγωγής τους.
Ακριβώς γι' αυτό οι καπιταλιστικές κρίσεις, που οφείλονται στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, έχουν ως αποτέλεσμα τα κλειστά εργοστάσια, την ανεργία, τα ολοένα αυξανόμενα αποθέματα απούλητων αγαθών και τις ανικανοποίητες ανάγκες κατανάλωσης.
Σε αυτό το στάδιο παρατηρείται παγκοσμιοποίηση των αγορών, αιτία και αποτέλεσμα της αύξησης του ανταγωνισμού και της παραγωγικότητας μεταξύ των μεμονωμένων στοιχείων, αλλά και του οικονομικού συστήματος στο σύνολό του. Η τεχνολογική ανάπτυξη των μεταφορών και των επικοινωνιών, η σταδιακή υποχώρηση των τελωνειακών φραγμών (και με τη βοήθεια των ανανεωμένων διεθνών πολιτικο-οικονομικών συμφωνιών) οδήγησαν στην πιο άμεση αντιμετώπιση των εταιρειών και σε μια λειτουργία χωρίς εδαφικά σύνορα στην αγορά. Η αγορά, ολοένα και πιο δυναμική και ανταγωνιστική, μοιάζει λοιπόν να επιδεικνύει μια ξεκάθαρη και μη αναστρέψιμη τάση: να γίνει μια αγορά ενιαία, μια αγορά δηλαδή με παγκόσμια διάσταση.
Η ανώφελη προσπάθεια να υπάρξει έξοδος από την 35χρονη δομική κρίση οδήγησε τους καπιταλιστές διεθνώς να χρησιμοποιήσουν τη χρηματοδότηση στο εποικοδόμημα  (επί της ουσίας δεν ήθελαν να αναλάβουν καμία δράση και να αντιμετωπίσουν τις πραγματικές αιτίες), αλλά ακόμη και ως υποκατάστατο για το ξεπέρασμα των δυσκολιών στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Έτσι, φτάσαμε στην κυριαρχία και την αυτονόμηση –σε βαθμό ηγεμονίας μάλιστα– μιας κερδοσκοπικής διαδικασίας, ακριβώς για να αναπληρωθεί η ανεπαρκής παραγωγή υπεραξίας σε σχέση με την υπερπαραγωγή προϊόντων και κεφαλαίων, και σε μια κρίση συσσώρευσης του διεθνούς κεφαλαίου.
Την ίδια στιγμή εγείρεται ένα θεμελιώδες ερώτημα, από την απάντηση του οποίου εξαρτάται η προοπτική εξόδου από την κρίση: Πώς είναι δυνατόν, ύστερα από 20 χρόνια «στη νέα βιομηχανική επανάσταση», η οικονομία να μην αναπτύσσεται; Πώς εξηγείται η μακρόχρονη οικονομική στασιμότητα στις κεντρικές χώρες τη στιγμή που συντελείται μια επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση που ονομάστηκε «επανάσταση της πληροφορικής»; Ποια είναι η φύση αυτού του σταδίου της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης;
           
7. Η κρίση χαρακτηρίζεται από τη ρήξη των θεμελίων της οικονομίας…
και οι μεγαλοεπενδυτές κερδοσκοπούν
Η παρούσα καπιταλιστική κρίση έδειξε τη δομική φύση της ήδη από τη δεκαετία του 1970, λόγω της τάσης της για στασιμότητα και λόγω των ισχυρών και επαναλαμβανόμενων περιόδων ύφεσης. Οι περίοδοι ύφεσης αντιμετωπίστηκαν μερικώς, με την επανατοποθέτηση των παγκόσμιων καπιταλιστικών κέντρων συσσώρευσης. Τα διαφορετικά είδη αυξανόμενου χρέους (εσωτερικού- εξωτερικού, δημόσιου-ιδιωτικού) χρησιμοποιήθηκαν κατά μία έννοια για την επιβίωση των ιστορικών κέντρων καπιταλιστικής συσσώρευσης, όπως η Βόρεια Αμερική και η Δυτική Ευρώπη. Τα σύγχρονα χρέη δεν είναι παρά μια απελπισμένη προσπάθεια του κεφαλαίου να συνεχίσει να αναπαράγεται προωθώντας μια μαζική κατανάλωση συνδυαζόμενη με αυξημένη εργατική παραγωγικότητα, με στόχο να μειώσει το κόστος και τους μισθούς σε σχέση με την προστιθέμενη αξία. Αυτή η υπερχρέωση προσπαθεί απλώς να κερδίσει χρόνο, καθυστερώντας το κρίσιμο χρονικό σημείο στο οποίο η πτώση της κερδοφορίας θα μεταφραστεί σε ισχυρή μείωση των αγαθών και των κερδών, με μια μοιραία ανισορροπία μεταξύ του ρυθμού παραγωγής, αναπαραγωγής και αξιοποίησης του κεφαλαίου.
Γι' αυτόν το λόγο, μέσα από ένα ανήθικο παιχνίδι των ΜΜΕ, γίνεται προσπάθεια να θεωρηθεί ότι η κρίση αυτή είναι χρηματιστηριακής φύσης και οφείλεται σε υπερβολική απελευθέρωση και απορρύθμιση των αγορών. Αυτά προκάλεσαν φούσκες στα χρηματιστήρια και στα ακίνητα, ενώ αντικατέστησε τα «καλά» και παραγωγικά κέρδη του κεφαλαίου με “κακά” χρηματιστηριακά κέρδη και υπερβολικά έσοδα χρηματιστηριακών επενδύσεων.
Όταν έσκασαν οι φούσκες αυτές, μαζί με την κατάρρευση του πλασματικού κεφαλαίου και τις συνακόλουθες συνέπειες των τραπεζικών αδιεξόδων, προκλήθηκαν αρκετές τοπικές κρίσεις, όπως στην Ιαπωνία το 1992, στο Μεξικό το 1995, στις ασιατικές τίγρεις το 1997, στη Ρωσία το 1998, μέχρι που φτάσαμε σε αυτή του 2007 – η οποία, ειρωνικά ονομάστηκε χρηματοπιστωτική κρίση των ΗΠΑ, ενώ ένα χρόνο αργότερα ενέπλεξε μέσω του διεθνούς τραπεζικού συστήματος ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο χωρών του ώριμου καπιταλισμού και όχι μόνο.
Είναι προφανής η προσπάθεια του κεφαλαίου να επιβιώσει, αντικαθιστώντας τη λειτουργία του παραγωγικού κεφαλαίου με τη χρηματιστικοποίηση, τις μετεγκαταστάσεις, τις εξωτερικές αναθέσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, μειώνοντας δραστικά το κόστος της παραγωγής με μια βίαιη επίθεση στο συνολικό κόστος της εργασίας, στα δικαιώματα των εργαζομένων, στους άμεσους και έμμεσους μισθούς, στις συντάξεις, προκαλώντας δομική ανεργία, θεσμοθετημένη επισφάλεια, αλλά και τη χρησιμοποίηση μεταναστών εργατών που αποτελούν φτηνά χέρια (σε επίπεδο δικαιωμάτων) σε σχέση με τους ντόπιους εργαζόμενους.
 
8. Η κρίση είναι συστημική, είναι καταστροφική για το οικοσύστημα
Το πιο καταστροφικό στοιχείο αυτής της κρίσης σχετίζεται με τη συστημική και δομική της φύση, αφού, εκτός από τις οικονομικές και τις χρηματοπιστωτικές συνέπειες, περιλαμβάνει τόσο τον τομέα της ενέργειας, της οικολογίας, της διατροφής, αλλά και τον κοινωνικό, τον ηθικό και ιδεολογικό τομέα. Γι' αυτό είναι απαραίτητος ένας διεθνής συντονισμός προκειμένου να αντιμετωπιστεί. Αυτή η κατάσταση εξηγεί καλύτερα την αυξημένη επιρροή στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, αποτέλεσμα μιας πολλαπλής πτώσης του συστήματος. Η παγκόσμια κρίση της οικολογίας εστίασε την προσοχή της στην εξάντληση πρώτων υλών, εξαιτίας της εντατικής κατανάλωσης που υπέστησαν από τη βιομηχανική κοινωνία. Σε αυτό το σημείο έχουν υπάρξει διαφωνίες ως προς τις σοβαρές συνέπειες που έχει επιφέρει η υπερβολική κατανάλωση πρώτων υλών στην υγεία του πλανήτη, όπως βεβαιώνουν οι υποστηρικτές της «μηδενικής ανάπτυξης» (όπως ο Sicco Mansholt και το κλαμπ της Ρώμης, οι Serge Latouche,  Nicolás Georgescu – Roegen, έως τους νεότερους μπερδεμένους οικονομολόγους που ανήκουν στη λεγόμενη εναλλακτική, φιλελεύθερη και οικολογική αριστερά). Όπως και να 'χει, είναι αναμφίβολο πως η χρήση κριτηρίων αγοράς στη διαχείριση αυτών των φυσικών πηγών αποτελεί παραλογισμό.
Είναι ξεκάθαρο πως οι προσεγγίσεις του περιβαλλοντικού προβλήματος, τόσο από την πλευρά αυτών που υποστηρίζουν τη συνέχιση του καπιταλισμού μέσα από διορθωτικές αλλαγές για κάθε πηγή ρύπανσης ή για κάθε εξάντληση κάποιας πρώτης ύλης όσο και από την πλευρά αυτών που απλώς ασκούν κριτική στην εντατική οικονομική ανάπτυξη, στερούνται συνολικής ιστορικο-κοινωνικής ανάλυσης. Για μια τέτοια ιστορικο-υλιστική προσέγγιση είναι απαραίτητη η υιοθέτηση της κριτικής της μαρξικής πολιτικής οικονομίας.
Σε αυτό το σημείο να υπογραμμίσουμε ότι τονίζουμε εδώ και καιρό πως πρόκειται για κρίση του συστήματος, καθώς η δομικότητα και η παγκόσμια επίδραση που τη χαρακτηρίζει καθιστά προφανή τη μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους στις πιο αναπτυγμένες χώρες ή, αλλιώς, όπως τις ονομάζουμε εμείς, χώρες του ώριμου καπιταλισμού. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα η καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, εργασίας ή κεφαλαίου. Υπάρχει δηλαδή έλλειψη βασικών όρων για μια νέα αξιοποίηση του κεφαλαίου, ικανή να παράγει μια «σωστή» κατεύθυνση επενδύσεων και να ξεκινήσει για ακόμη μια φορά τη διαδικασία της συσσώρευσης, έστω κι αν αυτό προϋποθέτει αλλαγή στο μοντέλο παραγωγής.
Όπως υποστηρίξαμε παραπάνω, αυτή η διεθνής καπιταλιστική κρίση πρέπει να μελετηθεί και να αντιμετωπιστεί ως κρίση του συστήματος, δηλαδή ως κρίση οικονομική και χρηματοπιστωτική που έχει αντίκτυπο στο περιβάλλον, στον τομέα της ενέργειας, στην ιδεολογία, στην ηθική και άρα στο σύνολο της ανθρωπότητας. Η κρίση αυτή είναι του συστήματος, ακριβώς γιατί υπάρχει μια αυξανόμενη ψαλίδα ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στον εκσυγχρονισμό και την κοινωνικοποίηση των παραγωγικών σχέσεων, στο βαθμό μάλιστα που δέχονται επίθεση όχι μόνο οι τελευταίες, αλλά και οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις σε όλες τις χώρες του ώριμου καπιταλισμού. Έτσι, τα νέα υποκείμενα της εργασίας, της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας, δηλαδή τα υποκείμενα που αποτελούν την εργατική τάξη που υφίσταται την εκμετάλλευση –παρά τον εκσυγχρονισμό των μορφών εργασίας–, δεν πιστεύουν πως υπάρχει πλέον κάποια δυνατότητα πολιτικής, πολιτιστικής, κοινωνικής και οικονομικής χειραφέτησης σε αυτή την κεφαλαιοκρατική κοινωνία.
Είναι ως εκ τούτου λιγότερα τα κίνητρα της εργατικής τάξης για κάποια απάντηση, ενώ οι αντιστάσεις ενάντια στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία παίρνουν μορφές που απέχουν από μια διαδικασία οργάνωσης της τάξης: για παράδειγμα, η ανομία των μητροπόλεων, τα χιλιάδες προβλήματα της νεολαίας, η αυτοκτονία μέσω της χρήσης ναρκωτικών, οι εξεγέρσεις των αγροτών στην Ασία και τη Λατινική Αμερική, οι σφαγές που οφείλονται σε μια ανικανοποίητη ζωή.
           
9. Παγκοσμιοποίηση των ανισοτήτων
Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση ευνοεί την αύξηση των ανισοτήτων. Στις πιο φτωχές χώρες αυτό παρατηρείται μεταξύ των κεφαλαιοκρατών και των διαχειριστών του συστήματος από τη μία, και την πλειονότητα του πληθυσμού από την άλλη. (Υπάρχει μια πολύ απλή μέθοδος για να αναγνωριστούν στις χώρες της περιφέρειας ποιοι είναι εντός και ποιοι εκτός του παγκόσμιου ανταγωνισμού: Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους φτωχούς από τους άλλους, καθώς οι τελευταίοι έχουν πρόσβαση στην τράπεζα –είτε ως μεγάλοι είτε ως μικροί πελάτες– ενώ οι άλλοι όχι. Μάλιστα, σχεδόν σε όλες τις χώρες του Νότου, μόνο ένα ποσοστό που κυμαίνεται από το 5% στο 25% του πληθυσμού έχει πρόσβαση σε τράπεζα και πραγματοποιεί τραπεζικές συναλλαγές, γεγονός που μεταφράζεται αντίστροφα σε ένα ποσοστό 75% με 95% που είναι αποκλεισμένο.)
Εξακολουθεί να υπάρχει ένα σύστημα κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (άδειες εισαγωγής και εξαγωγής, τελωνεία), δεν υπάρχει όμως ένα διεθνές νομισματικό σύστημα, δεν υπάρχει παγκόσμιο νόμισμα, δεν υπάρχει κάποια νομισματική αρχή που να ρυθμίζει τη διεθνή κυκλοφορία του χρήματος.
Παρ' όλα αυτά θεωρούμε πως η παγκοσμιοποιημένη οικονομία είναι αποτέλεσμα της απόφασης των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του προϋπολογισμού τους, χωρίς να ρυθμίσουν πραγματικά την οικονομία τους και πληρώνοντας το χρέος τους με μη μετατρέψιμα δολάρια.
Σε γενικές γραμμές, η παγκοσμιοποίηση –ή, αλλιώς, αυτό το στάδιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού– μπορεί να οριστεί ως μια διαδικασία αναδιανομής της εξουσίας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων (από τους εργαζομένους στους καπιταλιστές) και μεταξύ των εδαφών (από τις αγροτικές ζώνες στις αστικές, από τις περιφέρειες των πόλεων στα επιχειρηματικά κέντρα, από τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές στις πιο αναπτυγμένες, γενικά δηλαδή από τις περιφέρειες προς το κέντρο). Έτσι, για παράδειγμα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι ανισότητες των εθνικών εισοδημάτων δεν μειώνονται (σε αντίθεση με τα μεμονωμένα εθνικά) και αυτό συμβαίνει παρά τις σημαντικές χρηματοδοτήσεις που συνδέονται με τα διαρθρωτικά ταμεία. Προφανώς, σε διεθνές επίπεδο χωρίς καμία χρηματοδότηση του κέντρου στις περιφέρειες, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως αυξήθηκαν οι διαφορές: το 1960 το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού των πιο πλούσιων χωρών είχε ένα μέσο εισόδημα 46 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με το 10% του πληθυσμού των πιο φτωχών χωρών (11.080 δολάρια αντί για 256 το 1995). Το 2000 η διαφορά έφτασε τις 144 φορές (35.210 δολάρια αντί για 245 δολάρια). Οι πιο φτωχοί, αυτά τα 40 χρόνια, έγιναν ακόμα φτωχότεροι, ενώ οι πιο πλούσιοι πολλαπλασίασαν κατά 3 φορές τα πλούτη τους (τα στοιχεία αυτά είναι υπολογισμένα το 2004 από τους Δείκτες Παγκόσμιας Ανάπτυξης – World Development Indicators). Στην Ιταλία τη δεκαετία του 1990 οι τεχνοκρατικές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις (Ciampi, Amato, D’Alema, Prodi κτλ.) υλοποίησαν με τον καλύτερο τρόπο τις επιταγές των μεγαλοεπιχειρηματιών. Οι κυβερνήσεις της κεντροαριστεράς –και με την παρουσία της Rifondazione Comunista–άνοιξαν το δρόμο για τις ιδιωτικοποιήσεις, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, τη μετατροπή της εργασίας σε επισφαλή. Κι όλα αυτά στο όνομα του «ανεκτίμητου» ευρώ.
 
10. Η ανεξέλεγκτη λειτουργία των τραπεζών
Οι τράπεζες, αλλά πλέον και οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι λεγόμενοι «θεσμικοί επενδυτές» (συνταξιοδοτικά ταμεία, αμοιβαία κεφάλαια), αποτελούν «θησαυροφυλάκια» χρήματος που δεν έχει επενδυθεί. Έχουν ανάγκη τη ρευστότητα και γι' αυτό, εκτός από την κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο (η οποία δεν δημιουργεί πλούτο, στην καλύτερη μπορεί να θεωρηθεί ένα παιχνίδι που θα έρθει «x», όπου όποιος χάνει, πουλάει σε κάποιον άλλο το αντίστοιχο μερίδιο του πλούτου που «έπαιξε», τόσο στις αγορές κινητών αξιών όσο και στις νομισματικές αγορές του κόσμου, που όμως εντέλει δεν δημιουργεί κάτι νέο), μπορούν να επενδύσουν στον παραγωγικό τομέα, ώστε να αξιοποιήσουν το απαιτούμενο χρήμα, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα έμενε αναξιοποίητο κεφάλαιο με όρους συσσώρευσης.
Το τραπεζικό-χρηματοπιστωτικό σύστημα λοιπόν επιτελεί μία ακόμη κεντρική λειτουργία στη διαδικασία κυκλοφορίας του κεφαλαίου: καθιστά διαθέσιμο στο κεφάλαιο –μέσω του πιστωτικού συστήματος– ένα τεράστιο ποσό χρήματος, το οποίο δεν θα ήταν αξιοποιήσιμο διαφορετικά, ώστε να αυξήσει την παγκόσμια δύναμή του μέσω άμεσων ξένων επενδύσεων και αμέτρητων δανείων και επενδύσεων.
Συνεπώς, η παραγωγική και η χρηματιστηριακή λειτουργία είναι απλώς δύο λειτουργίες του κεφαλαίου οι οποίες συχνά ανήκουν και στον ίδιο εμπορικό παράγοντα, γεγονός που ευνοήθηκε τα τελευταία 25 χρόνια από την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως επίσης και από τη χρήση των λεγόμενων εργαλείων της δημιουργικής οικονομίας.
Στην πραγματικότητα, οι τράπεζες εκμεταλλεύονται την αύξηση της προσφοράς του δημόσιου χρέους, ώστε να περάσουν σε μια αναδιάρθρωση των επενδυτικών κεφαλαίων με άλλα, που έχουν πολύ μικρότερο επενδυτικό ρίσκο, στοχεύοντας να προσφέρουν εγγυήσεις στους πελάτες τους, οι οποίοι προφανώς δεν συνεχίζουν να στοιχηματίζουν σε μια ρώσικη ρουλέτα ύστερα από μια τέτοια καταστροφική κατάρρευση. Οι τράπεζες πρέπει επίσης να τροποποιήσουν τη σύνθεση του ενεργητικού τους, πουλώντας το απόθεμα ακινήτων και το χρηματιστηριακό απόθεμά τους και ανταλλάσοντάς τα με πιο ασφαλή κρατικά ομόλογα.
 
11. Υπερχρεωμένοι εργαζόμενοι και οικογένειες
Η γενικευμένη υπερχρέωση αποτελεί πλευρά αυτής της οικονομικής προοπτικής, η οποία ξεκίνησε με μια μακρά περίοδο χαμηλών επιτοκίων, σε συνδυασμό με μια ριζική απορρύθμιση και την ενεργή υποστήριξη διεθνών οργανισμών, κυρίως του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Ο ΠΟΕ σκόπιμα στήριξε ένα ανισόρροπο διεθνές σύστημα πληρωμής, όπου το τεράστιο χρέος των ΗΠΑ ξεπερνούσε το πλεόνασμα της Ιαπωνίας, της Γερμανίας και της Κίνας.
Ένα τέτοιο σύστημα πληρωμής είναι προφανές πως βαραίνει το σύστημα με μια τεράστια μάζα ρευστότητας, η οποία ανήκει στις πολυεθνικές και την οποία διαχειρίζονται οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές. Τα ίδια πλεονάσματα ρευστότητας διοχετεύτηκαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μειώνοντας περαιτέρω τις παραγωγικές επενδύσεις και τα εισοδήματα των εργαζομένων.
Γι' αυτόν το λόγο, οι στατιστικές του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), δείχνουν πως τα τελευταία 30 χρόνια το ποσοστό του εισοδήματος των εργαζομένων των αναπτυγμένων χωρών έπεσε περισσότερο από 10%, ενώ την ίδια ώρα τα εισοδήματα του κεφαλαίου, επομένως και η υπεραξία, αυξήθηκαν. Αυτό όμως, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά από δομική αντιστροφή στην αναδιανομή του εισοδήματος.
Ο ΟΟΣΑ καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο από το 1993 έως το 2008 αυξήθηκε κατά 20% ο αριθμός των μισθωτών και τα συνολικά εισοδήματα των εργαζομένων αυξήθηκαν λιγότερο από 10%, ενώ η κατανάλωση και οι μη παραγωγικές επενδύσεις των καπιταλιστών την ίδια περίοδο αυξήθηκαν κατά 211%.
Συνεπώς, το πλεόνασμα της ρευστότητας ουσιαστικά απορρέει από τη δομική αλλαγή στην αναδιανομή του ΑΕΠ ανάμεσα στο κεφάλαιο και τα  εισοδήματα των εργαζομένων, με ένα ξεκάθαρο πλεονέκτημα του πρώτου, ξεκινώντας ήδη από τη δεκαετία του 1980. Επιπλέον, οι αυξήσεις στην παραγωγικότητα έφτασαν σε ελάχιστο βαθμό στους μισθούς των εργαζομένων τα τελευταία 25 χρόνια. Τέλος, τέτοια συσσώρευση ρευστότητας προκλήθηκε και από διαδικασίες συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, όπως συγχωνεύσεις, εξαγορές, χρεοκοπίες και κλεισίματα επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο στρατός των ανέργων και των επισφαλώς εργαζομένων.
Οι μειώσεις στους μισθούς μειώνουν αντίστοιχα και την αγοραστική δύναμη και τη διάθεση για αποταμίευση των εργαζομένων. 'Έτσι, μετατρέπουν τους εργαζομένους από αποταμιευτές σε φτωχούς και υπερχρεωμένους καταναλωτές, οι οποίοι χρεώνονται όλο και περισσότερο για να αντεπεξέλθουν στις βασικές ανάγκες κατανάλωσης.
Ταυτόχρονα, η αναδιανομή του φόρου προστιθέμενης αξίας στα έσοδα του κεφαλαίου και οι αλλαγές στα κέρδη αποθαρρύνουν παραγωγικές επενδύσεις, τόσο λόγω της μειωμένης ροπής προς κατανάλωση των νοικοκυριών όσο και λόγω της αυξημένης ενσωμάτωσης των κερδών, η οποία καθιστά πιο ασήμαντη και άνευ στρατηγικής σημασίας την πιστωτική ικανότητα της εταιρείας.
Με αυτό τον τρόπο σχηματίζεται μια νέα ισορροπία ανάμεσα στα οικονομικά υποκείμενα, δηλαδή στους εργαζομένους, τις επιχειρήσεις και το τραπεζικό σύστημα. Οι εργαζόμενοι είναι αυτοί που καταφεύγουν στο χρέος μέσω των τραπεζικών δανείων και των χρηματοπιστωτικών εταιρειών. Οι επιχειρήσεις από την άλλη γίνονται οι νέοι αποταμιευτές, που διοχετεύουν τις πηγές τους στους κερδοσκόπους. Τέλος, το τραπεζικό σύστημα επενδύει τα ποσά από τη ρευστότητα που προέρχονται από την κερδοσκοπία σε καταναλωτικά δάνεια και όχι σε παραγωγικές δραστηριότητες. Αυτό αυξάνει το χρέος των νοικοκυριών και εμποδίζει δομικά τη συσσώρευση του κεφαλαίου, γεγονός που προκαλεί αύξηση της αναδιανομής των εσόδων του κεφαλαίου απέναντι στα δημοσιονομικά έσοδα.
Στις χώρες του ΟΟΣΑ για το 2008, τα καπιταλιστικά κέρδη ξεπέρασαν τα 1,7 δις ευρώ, ενώ για τον ίδιο χρόνο το σύνολο των ιδιωτικών επενδύσεων στα πάγια κεφάλαια ήταν 8 εκατ. ευρώ. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα τον τρόπο με τον οποίο τα δημοσιονομικά έσοδα, μαζί με αυτά των ακινήτων, εξαντλούν τους πόρους για την παραγωγικότητα, καθώς εξακολουθούν να επενδύονται σε κερδοσκόπους, έως ότου σκάσουν με τη σειρά τους και οι κερδοσκοπικές φούσκες.
 
12. Λιγότερο κράτος, περισσότερη οικονομία,
δηλαδή τράπεζες στη λειτουργία ενός κράτους κερδών (profit state)
Το τέλος του κερδοσκοπικού κύκλου του 2007 και η σχετική κατάρρευση της παγκόσμιας αγοράς επαναφέρουν μια νέα κρατική παρέμβαση στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όχι όμως με στόχο να προωθηθεί η παραγωγή, αλλά για να σωθούν οι τράπεζες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα από την κατάρρευση.
Οι πολιτικές του κράτους –στοχεύοντας στη σωτηρία των τραπεζών– βάρυναν το δημοσιονομικό έλλειμμα των κεντρικών χωρών, όχι μόνο λόγω των υπέρογκων ποσών που χρησιμοποιήθηκαν (η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει πως το 2009 οι χώρες της ΕΕ χρησιμοποίησαν περίπου το 1/3 του ΑΕΠ τους, στηρίζοντας τις τράπεζες που βρίσκονταν σε κρίση, μέσω άμεσης χρηματοδότησης, εγγυήσεων, αγοράς τοξικών ομολόγων), αλλά και λόγω της μείωσης των φορολογικών εσόδων, η οποία με τη σειρά της οφείλεται στη μείωση  των παραγωγικών επενδύσεων. 'Ετσι, μπλοκάρει ολόκληρη η διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Πρόκειται για μια διαδικασία που λειτουργεί υπέρ των τραπεζών, του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων, με στόχο να μετατρέψει το ιδιωτικό χρέος σε δημόσιο. Η καπιταλιστική κρίση αναπροσαρμόζεται και γίνεται οικονομική και πολιτική κρίση των κυρίαρχων κρατών μέσα από το δημόσιο χρέος.
Το κράτος λοιπόν χάνει το ρόλο του διαιτητή και του μεσολαβητή μεταξύ δύο πλευρών, καθώς διαλέγει πλευρά και μετατρέπεται σε κράτος «κερδών» (profit state), ήδη από το 1997. Είναι ένα νέο είδος κεϊνσιανισμού, ένας ιδιωτικός κεϊνσιανισμός ή, αλλιώς, ένας ευφημισμός για την κοινωνικοποίηση όχι, φυσικά, των κερδών αλλά των ζημιών. Υπέρογκα ποσά του δημόσιου πλούτου δίνονται στο τραπεζικό σύστημα και όχι σε μισθούς και κοινωνική πρόνοια μέσω φόρων που παρακρατούνται και διοχετεύονται για την πληρωμή του δημόσιου χρέους.
Πρόκειται απλούστατα για μια διαδικασία αύξησης του δημόσιου χρέους, με στόχο να σωθούν οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Φαίνεται ξεκάθαρα μια κερδοσκοπική επίθεση που εξαπολύεται από την πλευρά των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών ενάντια στο ρόλο του κράτους, μια επίθεση που καθοδηγείται από μεγάλες τράπεζες και από τα συνταξιοδοτικά και τα επενδυτικά ταμεία. Εάν αυτή τη στιγμή πειστεί η κοινή γνώμη πως τα κράτη βρίσκονται λίγο πριν τη χρεοκοπία, αποκρύπτεται η γενική οικονομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και η κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Προωθείται λοιπόν μια ανάγκη για κοινωνικοποίηση των ζημιών του τραπεζικού συστήματος, μέσω της αύξησης της φορολογίας στους εργαζομένους και των περικοπών στο κοινωνικό κράτος και στο εργατικό κόστος.
Για παράδειγμα, οι τράπεζες στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ιταλία, ήταν αυτές που με τη μεγάλη μείωση των επιτοκίων πυροδότησαν την κερδοσκοπική φούσκα στις τιμές των ακινήτων . Οι τράπεζες ήταν αυτές που απέκλεισαν την πίστωση στις επιχειρήσεις και την κατέστησαν αδύνατη για τα νοικοκυριά. Οι ίδιες τράπεζες όμως είναι αυτές που σώθηκαν από το δημόσιο χρήμα, από έναν ιδιωτικό κεϊνσιανισμό. Έφτασαν στο σημείο να ωφεληθούν και από τη μεταφορά πίστωσης (carry credit), όπου δανείστηκαν με επιτόκιο λιγότερο από 1%, ενώ στη συνέχεια αγόρασαν από το δημόσιο χρέος περίπου στο 5%. Η ΕΚΤ μάλιστα, ενώ δεν αγοράζει δημόσιο χρέος, αποδέχεται τους αντίστοιχους τίτλους από τις ιδιωτικές τράπεζες, ώστε να μπορούν να έχουν την απαιτούμενη ρευστότητα για να αγοράζουν δημόσιο χρέος.
Πρόκειται για ένα παιχνίδι όπως η κρεμάλα, όπου τα θύματα (τα κράτη) δίνουν στους δήμιους (στις τράπεζες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα) το σχοινί (τη ρευστότητα) με το οποίο θα τα κρεμάσουν! Στην Ιταλία μάλιστα, αυτή η διαδικασία αγγίζει τα όρια της κωμωδίας, αφού επέτρεψε στους κοινωνικούς δήμιους να ξεπουλήσουν ένα από τα καλύτερα δημόσια τραπεζικά συστήματα.
Αν όμως το παιχνίδι είναι τόσο εμφανές, γιατί προσπαθούν οι τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικές αγορές να πείσουν την κοινή γνώμη πως τα δύο ουσιαστικά προβλήματα της ιταλικής οικονομίας είναι το υψηλό κόστος εργασίας και το δημοσιονομικό έλλειμμα;
 
13. Ο ευρωπαϊκός πόλος της δημοσιονομικής εξουσίας…
και τα κράτη συγκαταθέτουν σιωπηλά!
Για να κατανοήσουμε την κατάσταση, όπως έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερα γραπτά μας, χρειάζεται να ανατρέξουμε στον τρόπο με τον οποίο δομήθηκε ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλιστικός πόλος, ο οποίος στήθηκε πάνω στον γαλλο-γερμανικό άξονα, στην ουσία όμως υποστηρίζει τα συμφέροντα της Γερμανίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κριτήρια σταθερότητας αναφέρουν το δημοσιονομικό έλλειμμα, το δημόσιο χρέος, τον πληθωρισμό και τα επιτόκια, παράγοντες δηλαδή που πρέπει να βρίσκονται υπό έλεγχο για να βοηθηθούν οι εξαγωγές.
Η κατασκευή της Ευρώπης του Μάαστριχτ επέφερε παράγοντες όπως χαμηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και χαμηλό δημόσιο χρέος, αναγκάζοντας τα κράτη να μειώσουν την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, μειώνοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αυξήσουν το εισόδημά τους, μέσω καλών επιτοκίων, είτε στην Ιταλία είτε στην υπόλοιπη ΕΕ.
Παρόμοιες διαδικασίες λαμβάνουν χώρα και στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές για να παρέχουν ρευστότητα στις ΗΠΑ. Αυτή η ρευστότητα είναι άκρως αναγκαία για να χρηματοδοτηθεί το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ, που οφείλεται στις μεγάλες δαπάνες για τις εισαγωγές. Και σε αυτή την περίπτωση, το σύστημα χρηματοπιστωτικής διαχείρισης βρίσκεται στα χέρια επενδυτικών τραπεζών των ΗΠΑ, της Ελβετίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας.
Πρακτικά, το να σωθεί η ΕΕ, και άρα το μοντέλο εξαγωγών της Γερμανίας, σημαίνει να καταστραφούν όλες οι υπόλοιπες προσπάθειες αυτόκεντρης ανάπτυξης των ευρωπαϊκών χωρών στην περιοχή της Μεσογείου.
Οι κοντόφθαλμες πολιτικές της ΕΕ υπαγορεύουν στα κράτη με δημοσιονομικό έλλειμμα τις ίδιες διαρθρωτικές αλλαγές που υιοθέτησε ο ΠΟΕ τα τελευταία 30 χρόνια και «έπνιξε» τις χώρες της Λατινικής Αμερικής καθορίζοντας την μετέπειτα ανάπτυξή τους. Αντίστοιχα, υπαγορεύονται σήμερα στην Ευρώπη οι πολιτικές της Κεντρικής Τράπεζας και του ΔΝΤ.
 
14. Τα PIIGS και η μάσκα του δημόσιου χρέους
Σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζονται και οι κερδοσκόποι των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών διεκδικώντας τα ομόλογα της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιταλίας (γι' αυτό ονομάζονται και PIIGS). Ειδικότερα, στην Ιρλανδία και την Ελλάδα και σε δεύτερο επίπεδο στις υπόλοιπες χώρες, αυτό είναι που καθιστά αδύνατη τη μείωση των ήδη υψηλών εκθέσεων του ελλείμματος του ΑΕΠ και του δημόσιου χρέους. Αυτή η νέα λειτουργία έδωσε χώρο στις τράπεζες και συνολικά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ την ίδια ώρα ολόκληρη η οικονομία περνάει στα χέρια των πολυεθνικών. Όλα αυτά, χρησιμοποιώντας το χρήμα που προέρχεται από τους φόρους που επιβάλλονται στους εργαζομένους, οι οποίοι από την πλευρά τους θα πάρουν αυτό που τη δεκαετία του 1990 ονομάζαμε «ευημερία των αθλίων».
'Ετσι διαμορφώθηκε η κατάσταση, ξεκινώντας από το 2009 οπότε ξέσπασε η κρίση χρέους, σε συνδυασμό με τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν από την κυβέρνηση για την οικονομία, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την εξάντληση του δημόσιου χρήματος. Οι ΗΠΑ ξόδεψαν πάνω από 2.500 εκατ. δολάρια για να στηρίξουν του χρηματοπιστωτικό τους σύστημα, ενώ Μεγάλη Βρετανία πάνω από 1.000 εκατ. δολάρια.
Στην πραγματικότητα, με ποσοτικούς όρους, το ζήτημα του δημόσιου χρέους είναι σχεδόν δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με τα γενικότερα προβλήματα που προκύπτουν από το συνολικό εξωτερικό χρέος. Για παράδειγμα, στην Ευρωζώνη το εξωτερικό χρέος αντιστοιχεί σε περίπου 45% του ΑΕΠ, ενώ το ιδιωτικό τραπεζικό χρέος ισοδυναμεί με περίπου το 90% του ΑΕΠ.
Διεθνή χρηματιστηριακά ιδρύματα αναφέρουν πως το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού εξωτερικού χρέους κάθε χώρας οφείλεται στις τράπεζες και τις πολυεθνικές. Στην Ευρωζώνη, ενώ το 183% του ΑΕΠ αντιστοιχεί στο συνολικό χρέος, μόνο το 44% αντιστοιχεί στο δημόσιο χρέος των κυβερνήσεων. Το 83% είναι των τραπεζών και το 51% των επιχειρήσεων. Και δεν είναι αλήθεια πως στην Ευρώπη των 27 η κατάσταση θα ήταν χειρότερη, αφού σ’ ένα συνολικό εξωτερικό χρέος της τάξεως του 152% του ΑΕΠ μόνο το 37% είναι δημόσιο χρέος κυβερνήσεων, ενώ το 101% είναι των τραπεζών, το 40% των επιχειρήσεων και το 20% ενδοεπιχειρησιακό.
Είναι προφανές πως διαφοροποιήθηκαν τα είδη του χρέους και πως στο συνολικό εξωτερικό χρέος το μεγαλύτερο και το πιο ανησυχητικό δεν ανήκει στις κυβερνήσεις. Αυτό που συμβαίνει είναι απλώς η μετακίνηση των χρεών από τα ισοζύγια κάποιων μεγάλων τραπεζικών, ασφαλιστικών, βιομηχανικών και χρηματιστηριακών τεράτων στα δημόσια.
Ακριβώς όπως ένα νοικοκυριό –αν και χρεωμένο– είναι οικονομικά σταθερό και έχει και σταθερή περιουσία (τόσο ακίνητη όσο και γνώση, πολιτισμό και παραδόσεις), έτσι και το κράτος μπορεί να χρωστάει άφοβα, αν κάνει επενδύσεις και κρατάει σταθερή την περιουσία του. Η περιουσία του δεν μπορεί να είναι μόνο η ποσοτική, που μετριέται με το ΑΕΠ, αλλά πρέπει να εμπεριέχει και τις ποιοτικές βάσεις, όπως ο πολιτισμός, τα μνημεία, οι παραδόσεις, η γνώση κτλ.
Γίνεται έτσι πιο εύκολα αντιληπτό γιατί είναι αναγκαία μια δημοσιογραφική τρομολαγνεία σε σχέση με το δημόσιο χρέος και πως ο πραγματικός της στόχος είναι πολιτικός. Στόχος είναι να ασκεί η κοινή γνώμη την πιο σκληρή κριτική στο κράτος, ενώ ταυτόχρονα θα σώζεται το τραπεζικό σύστημα και οι επιχειρήσεις μέσα από την κοινωνικοποίηση των ζημιών. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται φυσικά σε βάρος του κράτους, με ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές μισθών και κοινωνικής πρόνοιας, επιβάλλοντας έτσι ένα ακόμη πλήγμα στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και των συνταξιούχων.
Αυτές όμως οι πολιτικές της τοκογλυφίας που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη δεν μπορούν να λειτουργήσουν πλήρως, αφού σήμερα, ακόμη και στις χώρες του ώριμου καπιταλισμού, η παραγωγικότητα έχει μείνει στάσιμη τουλάχιστον 35 χρόνια, ενώ η συσσώρευση του κεφαλαίου μεταφέρθηκε στις χώρες της ημιπεριφέρειας και της περιφέρειας, ειδικότερα μάλιστα στην ανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική.
 
15. Οι νέοι διεθνείς ανταγωνιστές
            Τα τελευταία 30 χρόνια το καπιταλιστικό μοντέλο που βασίστηκε στον κεϊνσιανισμό –με όποιον τρόπο κι αν παρουσιάστηκε– διαλύθηκε, διαγράφοντας μαζί και την ίδια την έννοια του πολιτισμού. Η διάλυση ολόκληρης της παραγωγικής δομής καταστρέφει τις μορφές κοινωνικής συνύπαρξης που είχε προσφέρει ο κεϊνσιανισμός.
Πιθανώς, όλα αυτά μπορεί να σημαίνουν τη διάλυση των όρων ζωής των εργαζομένων στις αναπτυγμένες χώρες και μια μικρή καλυτέρευση για τους εργαζομένους των υπανάπτυκτων χωρών, οι οποίοι τώρα μπαίνουν στον νέο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Μια ματιά στο μέλλον δεν προβλέπει τίποτα παραπάνω από μια αύξηση του χρέους των χωρών του ώριμου καπιταλισμού, ώστε να διατηρηθεί το στοιχειώδες επίπεδο ζωής. Η νέα δομή του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας θα επιφέρει μια διαδικασία ντόμινο του δημοσιονομικού χρέους, στην οποία οι χώρες του λεγόμενου BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα) θα συνεχίσουν να αγοράζουν τίτλους αυξάνοντας τον ανταγωνισμό ανάμεσα στο ευρώ και το δολάριο.
Υπολογίζεται πως στην Κίνα και την Ιαπωνία μαζί ανήκει πάνω από το 50% του χρέους των ΗΠΑ. Αν τέτοιες χώρες αποφάσιζαν να αλλάξουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, θα παρουσιαζόταν μια καθοριστική αναδιοργάνωση της αποταμίευσης και των αποθεμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως επίσης και μια πίεση στον διεθνή ανταγωνισμό. Πάνω σε αυτό το επιχείρημα στηρίζονται όσοι είναι υπέρ μιας διαχείρισης του χρέους, όχι σε κάθε χώρα ξεχωριστά, αλλά στο συνολικό εξωτερικό χρέος της Ευρώπης. Στόχος είναι να επέλθει στην ΕΕ μεγαλύτερη σταθερότητα, ανάπτυξη και ένας ισχυρός πολιτικός ρόλος.
Ωστόσο, επιμένουν στις περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες, καθώς η Ευρώπη έχει συστημικό έλλειμμα, ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Δηλαδή, η Ευρώπη δεν έχει εξωτερικό χρέος, αφού ως αποτέλεσμα εξισορροπητικών μέτρων η Γερμανία και κάποιες βόρειες ευρωπαϊκές χώρες είναι κάτοιχοι των κρατικών ομολόγων των PIIGS και μερικών ακόμα χωρών.
 
16. Ο καπιταλισμός δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας
Φτάνει λοιπόν με αυτή την εξαπάτηση. Ας εξηγήσουμε ξεκάθαρα –όπως κάναμε πάντα– γιατί η πίστη στον Κέινς και σε έναν καπιταλισμό που μεταρρυθμίζεται είναι απλώς μια απόδειξη της υποταγής της Αριστεράς (και της ριζοσπαστικής) στις ιδέες της πολιτικής και της οικονομικής δημοκρατίας που επιβάλλει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και οι υποτιθέμενες λύσεις της κρίσεις, οι οποίες είναι όλες συμβατές με την αναπαραγωγή και τη συνέχιση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.
Δεν υπάρχει κανένα θεωρητικό επιχείρημα που να δικαιολογεί γιατί το καπιταλιστικό σύστημα να είναι το τελευταίο βήμα στην εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνικοποίησης. Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, γιατί από πολλές πλευρές αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με προηγούμενα συστήματα. Ποτέ άλλοτε όσο στον καπιταλισμό δεν απειλήθηκε η ανθρώπινη ζωή , τόσο από την εξέλιξη της τεχνολογίας (μια καπιταλιστική χώρα χρησιμοποίησε ατομικά όπλα που σκότωσαν πολλούς) όσο και από τη σκοπιά της καταστροφής του οικοσυστήματος (πολύ σημαντικό για ένα σύστημα που αξιοποιεί μόνο αυτό που έχει τιμή και δεν ενδιαφέρεται για την εξάντληση φυσικών πόρων). Γι' αυτούς τους λόγους μιλάμε για μια συστημική κρίση.
Δεν μπορούμε να διαπραγματευόμαστε για μια πηγή πλούτου όπως η Γη, και να την αξιοποιούμε όπως ένα προϊόν της ανθρώπινης εργασίας, μια αξιοποίηση η οποία σε καθεστώς καπιταλιστικών σχέσεων εκφράζεται με τιμές. Από τη στιγμή που οι φυσικές πηγές μετατρέπονται σε αντικείμενο αγοραπωλησίας μπαίνουν οι βάσεις για την αδυναμία βιωσιμότητας του περιβάλλοντος.
Αναγνωρίζοντας πως η Γη αποτελεί πηγή πλούτου από ανθρωπολογική σκοπιά, όταν ο άνθρωπος αλληλεπιδρά με αυτήν μέσα από την εργασία και παράγει χρήσιμα πράγματα που ενισχύουν την ανθρώπινη κυριαρχία στη βιόσφαιρα, μπορούμε να καταλάβουμε τον παραλογισμό κάποιων μορφών εκμετάλλευσης που προκαλούν περισσότερη συλλογική ζημιά παρά ατομικό κέρδος.
Από τις δύο πηγές πλούτου, μόνο μία, η εργασία, έχει συνείδηση, και συνεπώς την ικανότητα να αξιολογήσει τις πράξεις της και να προσαρμόσει τη συμπεριφορά της.
 
 
 
Δεύτερο μέρος
 
Ιταλία… Το τέλος μιας αυταπάτης
 
1. Το νέο σύστημα των επιχειρήσεων ενάντια στα νέα υποκείμενα της εργασίας
Στην Ιταλία διαμορφώθηκε μια νέα κατάσταση, ειδικά μετά την είσοδο της αυτοκρατορίας του Μπερλουσκόνι στη βιομηχανική σκηνή, που περιλάμβανε μια ολοένα μεγαλύτερη συγκεντροποίηση της διαχείρισης και της ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων. Πέρα από τις διαστάσεις του, η μεγαλύτερη αδυναμία του βιομηχανικού συστήματος της Ιταλίας είναι η ιδιοκτησιακή φύση του, η οποία δεν προσαρμόζεται στις σύγχρονες ανάγκες ενός βιομηχανικού συστήματος. Ένα τέτοιο είδος καπιταλισμού, όπου η ιδιοκτησία είναι συγκεντρωμένη στα χέρια μεγάλων οικογενειών, αντιστοιχεί σε μια βιομηχανία η οποία βασίζεται σε επιχειρήσεις μεγάλων διαστάσεων και παγίων κεφαλαίων.
Επίσης, έχουν αλλάξει και οι μικρές και οι μεσαίες επιχειρήσεις. Αντιμετωπίζουν, στο πιο σκληρό σενάριο ανταγωνισμού, ένα σημαντικό και ριζικό πέρασμα γενιάς, το οποίο θα μπορούσε να είναι αποφασιστικό, όχι μόνο από ιδιοκτησιακής πλευράς, αλλά και σε σχέση με την οργάνωση και τον καταμερισμό ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή έπαιξαν τα βιομηχανικά συμφέροντα που συνδέονται με τη Λίγκα του Βορρά. Το σενάριο στην Ιταλία χαρακτηρίζεται από μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες οικογενειακού χαρακτήρα (holding). Μετά, υπάρχουν οι δημόσιες επιχειρήσεις που εξυπηρετούσαν ένα γενικότερο σχέδιο ανάπτυξης και τέλος ένας τεράστιος αριθμός πρωτοπόρων και ικανών μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Συνεπώς, ένας απαραίτητος όρος για τη σταθεροποίηση του τοπικού συστήματος περιλαμβάνει παραμέτρους όπως η τεχνολογική και η οργανωτική πρωτοπορία, ένα ανεπτυγμένο σύστημα πληροφορικής, αλλά πάνω από όλα, η ικανότητα ελέγχου της αγοράς εργασίας, η απορρύθμιση και η μετατροπή της εργασίας σε επισφαλή, η ευελιξία σε επίπεδο μισθών. Με άλλα λόγια, μια κατοχύρωση των μορφών κοινωνικής ρύθμισης που να είναι συμβατή με τη νέα διάρθρωση της παραγωγής. 'Ετσι, το τοπικό μοντέλο ανάπτυξης προσαρμόζεται και μετατρέπεται σε μια πολλαπλότητα που προσπαθεί να λυγίσει την «αντίσταση» των δυνάμεων εργασίας και των κοινωνικών υποκειμένων.
 
2. Συνεχίζεται η ιστορία μιας κυρίαρχης αστικής τάξης, αλλά ποτέ άρχουσας τάξης
Είναι χαρακτηριστική η διαφορετική στάση που έχει κρατήσει η Ιταλία από το 1930 σχετικά με την δημόσια παρέμβαση στην οικονομία. Δημιουργήθηκε μια «ιταλική οδός του καπιταλισμού» πολύ περίεργη. Η ιταλική οικονομία είχε αντιφατικά χαρακτηριστικά, όπως το πελατειακό σύστημα και η κακοδιαχείριση από τους Χριστιανοδημοκράτες, που έβρισκε την ισορροπία της στις «κόκκινες συνεργασίες» και στην Ιταλία του δίδυμου PCI-CGIL.
Η κρατική παρέμβαση στην οικονομία χρησιμοποιήθηκε ώστε να ενσωματώσει, να εξισορροπήσει και κάποιες φορές να αντικαταστήσει την ιδιωτική διαχείριση σε δύσκολους τομείς, για να προστατευτεί το δημόσιο συμφέρον και να κρατήσει την επαναστατική ώθηση του κόσμου της δουλειάς.
Τη δεκαετία του 1970, η λεγόμενη «αποκέντρωση της παραγωγής» έλαβε χώρα διοχετεύοντας μέρος της παραγωγής σε μικρότερες επιχειρήσεις. Έτσι, οι μικρές επιχειρήσεις έγιναν πιο ανεξάρτητες απέναντι στις μεγαλύτερες χάρη στην πρωτοπορία τους. Πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά μια μορφή διάχυτης βιομηχανοποίησης, η οποία είχε το πλεονέκτημα να συγκεράσει τα πλεονεκτήματα της μικρής και της μεγάλης επιχείρησης.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, παρατηρήθηκε σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες (ακόμα και σε αυτές που είχαν μεικτή οικονομία) μείωση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Όπως υποστηρίχτηκε, η αιτία ήταν πως κάτι τέτοιο κρίθηκε αναγκαίο προκειμένου να αντιμετωπιστεί η νέα κατάσταση του διεθνούς ανταγωνισμού, απελευθερώνοντας όλες τις δημόσιες εταιρείες από κάθε γραφειοκρατική καθυστέρηση και πρόβλημα.
Έτσι, το κράτος απέκτησε διαφορετικό ρόλο στη διαχείριση των δημόσιων εταιρειών, εντατικοποιώντας το ρυθμό των ιδιωτικοποιήσεων και δείχνοντας εμπιστοσύνη στους ιδιώτες, με στόχο και την ικανοποίηση των πρωταρχικών συλλογικών αναγκών. Με αυτό τον τρόπο μειώθηκε ο ρόλος του κράτους ως «διαχειριστή’, ενώ το κράτος πρόνοιας ιδιωτικοποιήθηκε, μειώνοντας την καθολικότητα των χαρακτηριστικών του σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, ενθάρρυναν μια μεγαλύτερη απεύθυνση στην ιδιωτική υγεία, στις ιδιωτικές μορφές συνταξιοδότησης κτλ.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το κράτος της Ιταλίας ήταν ιδιοκτήτης αρκετών στρατηγικής σημασίας υπηρεσιών, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, οι σιδηρόδρομοι, το αέριο, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες κτλ. Ο δημόσιος έλεγχος εξασφαλίστηκε μέσα από τις δημόσιες εταιρείες οικογενειακού χαρακτήρα, από δημόσιους οργανισμούς ή ανεξάρτητες εταιρείες. Το Υπουργείο Μεταφορών είχε τον άμεσο έλεγχο των τριών μεγάλων δημόσιων οργανισμών: IRI (βιομηχανία), ENI (υδρογονάνθρακες), EFIM (μεταποίηση). Έως το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990 ο δημόσιος τομέας έφτασε σε επίπεδο μεγαλύτερο από το 20% σε όρους προστιθέμενης αξίας του προϊόντος, αντιπροσωπεύοντας το 38% των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου και πάνω από το 20% της συνολικής απασχόλησης.
Η χώρα μας όμως εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από την παρουσία των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων, ενώ οι μεγάλες εταιρείες εξακολουθούν να είναι πολύ λίγες σε αριθμό. Η κατάσταση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε προβλήματα πολιτικο-οικονομικής και ιστορικο-πολιτιστικής φύσης.
Η Ιταλία είναι ακόμα ένα νέο κράτος με μια κατακερματισμένη ιστορία στους ώμους, με μια εθνική ενότητα προϊόν της αστικής τάξης του Πιεμόντε, η οποία όμως ποτέ δεν κυριάρχησε σε εθνικό επίπεδο – όπως στη Γερμανία και στην Αγγλία, όπου υπήρχαν συγκεντρωτικές γραφειοκρατίες. Δεν απέκτησε λοιπόν μια «κουλτούρα οργάνωσης», είχε όμως διαδικασίες ανεξάρτητης ανάπτυξης, που βασίζονταν στη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία των μεγάλων ιταλικών οικογενειών.
Αυτή η πολιτική στη βιομηχανία εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα: Χρησιμοποιείται η παραδοσιακή βιομηχανία (τυποποιημένη παραγωγή) στις περιοχές της περιφέρειας, με χαμηλό εργατικό κόστος, αυξάνοντας την επισφαλή εργασία. Αντίθετα, στην καινοτόμο βιομηχανία (δημιουργικές παραγωγές) στις περιοχές του κέντρου, όπου υπάρχει υψηλή ειδίκευση στην αγορά εργασίας, έχει καθοριστεί ένα είδος αριστοκρατικών μισθών, γεγονός που περιθωριοποιεί τα υπόλοιπα υποκειμένα της εργασίας. Σκεφτείτε τους δημόσιους υπαλλήλους, τους τεχνίτες, τους μικρούς καταστηματάρχες, τους επισφαλείς εργαζομένους, τους υποαπασχολούμενους και την αυξανόμενη μάζα των ανέργων.
Οι διαχειριστές των επιχειρήσεων στην Ιταλία, πάντα στην υπηρεσία μιας μικρής μειοψηφίας συμφερόντων, οδηγούν σε μερική απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας,, και αυτό λόγω των στρατηγικών της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και του παγκόσμιου ανταγωνισμού του διεθνούς κεφαλαίου.
Τέτοιες διαδικασίες μετασχηματισμού δημιουργούν τα νέα υποκείμενα, τα οποία είναι επισφαλή και συνήθως δεν υπολογίζονται καν, ακριβώς γιατί η κυρίαρχη κουλτούρα είναι αυτή της συμβατότητας της βιομηχανίας.
 
3. Η καταδίκη της δημόσιας οικονομίας: μια ιταλική αυτοκτονία
Σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως στη γαλλική, η αστική τάξη ήταν μια πραγματικά άρχουσα τάξη η οποία συνέδεσε το ιδιωτικό συμφέρον με την επιχειρηματικότητα στον δημόσιο τομέα, στις υπηρεσίες και στη βιομηχανία. Στην Ιταλία όμως εγκαταλείφθηκε μια παραγωγική μεικτή οικονομία, εγκαταλείποντας οποιαδήποτε στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας που χαρακτήριζαν την «ιταλική οικονομία».
Αυτή η διαδικασία στηρίχτηκε στην υπερφιλελεύθερη πίστη των κεντροαριστερών κυβερνήσεων, όπως επίσης και στην παρουσία του Μπερλουσκόνι, πρώτα ως επιχειρηματία και στη συνέχεια ως Προέδρου του Συμβουλίου. Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν στόχευαν πάντα στις ιδιωτικοποιήσεις, στην επίθεση στα κοινωνικά και στα εργασιακά δικαιώματα, είχαν πάντα γνώμονα την αγορά, τον ανταγωνισμό, τα κέρδη των επιχειρήσεων.
Αυτό εξηγεί ακόμα καλύτερα, με ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου και τη θέληση για επαναπροσδιορισμό της μεικτής οικονομίας και αντικατάστασή της με μια πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, ώστε να σβηστεί κάθε καλό αποτέλεσμα της δημόσιας οικονομίας.
Τον Φεβρουάριο του 1998, ο υπουργός Οικονομικών Carlo Azeglio Ciampi έθεσε τους στόχους τωνιδιωτικοποιήσεων για την Ιταλία: α) να ξεπουληθεί η περιουσία του κράτους για την αποπληρωμή του χρέους, β) να χάσει το κράτος τον επιχειρηματικό του ρόλο σε κάποιους τομείς όπου δεν είναι απαραίτητο και γ) να ενδυναμωθεί η χρηματοπιστωτική αγορά.
Η δημόσια επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ιταλία, ξεκινώντας ειδικά από τη δεκαετία του 1980, μπήκε σε μια μορφή λειτουργίας που βασίζεται στην αβεβαιότητα, με αποτέλεσμα με τόσες δυσκολίες να μην μπορέσει αργότερα να ανακάμψει. Αυτό φυσικά ήταν φυσική εξέλιξη της έλλειψης αναπτυξιακής πολιτικής και της επιταχυνόμενης πολιτικής ιδιωτικοποιήσεων, με όλες τις κοινωνικές, τις οικονομικές και τις πολιτικές συνέπειες που εμπεριέχει. Οι δημόσιες επιχειρήσεις λοιπόν πρέπει να αναπροσδιορίσουν τη λειτουργία τους.
 
4. Οικογένειες και μάνατζερ των ισχυρών
Για να μπει μια χώρα στις διαδικασίες του παγκόσμιου ανταγωνισμού είναι απαραίτητο να συμφιλιώσει τις «οικογένειες» που βρίσκονται στην σφαίρα επιρροής του Μπερλουσκόνι και της «ομάδας των μάνατζερ», οι οποίοι είναι πιστοί στα συμφέροντα και στην προστασία του Μπερσάνι του Δημοκρατικού Κόμματος. Προκύπτει έτσι η ανάγκη να βρεθεί διέξοδος από τη σύγκρουση οικογενειών και μάνατζερ, ώστε η Ιταλία να μπορεί να προωθήσει μια ενιαία αναπτυξιακή πολιτική.
Ο τρόπος διαχείρισης των επιχειρήσεων έχει χαρακτηριστεί από μερικούς «καταπιεστικός». Έχει αρκετά οικονομικά όρια, ενώ οι διαχειριστές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διαθέσιμες οικονομικές πηγές για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις χωρίς να βουτήξουν βαθύτερα στα χρέη. Άλλα οικονομικά όρια μπαίνουν λόγω υψηλού κόστους του κεφαλαίου, πράγμα που οφείλεται στη σπάνια περίπτωση των μετόχων να διαφοροποιήσουν την ατζέντα των επενδύσεών τους. Τέλος, οι ίδιοι οι διαχειριστές δεν είναι συχνά επαγγελματίες, καθώς συμπεριφέρονται με λογικές πολιτικο-πελατειακές.
Γι' αυτούς τους λόγους, το κράτος αναγκάστηκε να αποκτήσει έναν νέο ρόλο. Η μεικτή οικονομία που εφαρμοζόταν έπρεπε να συνδυαστεί με τις διαρθρωτικές ανεπάρκειες που επέφερε η οικογενειοκρατία του ιταλικού καπιταλισμού και να εγγυηθεί στοιχειωδώς το συλλογικό συμφέρον, κάτι που ένα ολιγοπωλιακό μοντέλο θα είχε απορρίψει αμέσως. Σήμερα, θα μοίραζε τη διαχείριση της εξουσίας ανάμεσα στον Μπερλουσκόνι και τον Μπερσάνι. Έτσι, ο καθοριστικός ρόλος των ENI, ENEL και EFIM ήταν να σώσουν τις πιο αδύναμες εταιρείες από την τάση για ολιγοπώλια των οικογενειών, για να αποφύγουν τη δημιουργία μονοπωλίων σε στρατηγικούς τομείς της ιταλικής οικονομίας. Αυτό γίνεται πιο εύκολα κατανοητό, αν δούμε πως από το 1971 έως το 1981 οι δημόσιοι οργανισμοί (IRI, EFIM και ENI) ήταν ανάμεσα στις δέκα μεγαλύτερες εταιρείες απασχόλησης στην Ιταλία.
 
5. Ιδιωτικοποιήσεις και κοινωνικές ανισότητες
Η χρηματοπιστωτική κρίση του συστήματος, οι κανόνες τιμολόγησης που περιορίζουν την κερδοφορία των κρατικών επιχειρήσεων και η ανεξαρτητοποίηση από την πολιτική εξουσία, μαζί με ένα καθαρά φιλελεύθερο μοντέλο ενός «άγριου καπιταλισμού» οδήγησαν στην υλοποίηση ενός ευρύτατου προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων.
            Αυτό το πρόγραμμα παίρνει την τελική του μορφή στη χώρα μας, τη δεκαετία του 1980 και πραγματοποιείται ακολουθώντας διαφορετικές τυπολογίες, προσπαθώντας να αντεπεξέλθει στις μακροοικονομικές πολιτικές του φιλελευθερισμού και στις μικροοικονομικές που στοχεύουν στις μεθόδους παραγωγής οι οποίες είναι οι πιο κατάλληλες για μια εταιρεία στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Η αλλαγή της σχέσης μεταξύ κράτους και οικονομίας ακολουθεί τρεις βασικούς στόχους: απελευθέρωση των κεφαλαίων, απορρύθμιση της αγοράς και ιδιωτικοποιήσεις. Ουσιαστικά, οι ιδιωτικοποιήσεις στην Ιταλία το 1980-1990 λειτούργησαν υπέρ των συμφερόντων μερικών οργανισμών και κάποιων μεγάλων οικογενειών και όχι υπέρ του συλλογικού συμφέροντος. Πολλοί πολιτικοί και θεωρητικοί, ακόμη και στο εσωτερικό της Αριστεράς, όταν άρχισε η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων στην Ιταλία και γινόταν λόγος για δημόσιες επιχειρήσεις και οικονομική δημοκρατία, ήταν σίγουροι πως αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να δώσει ηγετικό ρόλο στους εργαζομένους μέσω της ιδιοκτησίας μετοχών. Σε αυτό ωστόσο ήταν  πολύ προσεκτικά τα πιο μαχητικά συνδικάτα, που, βιώνοντας την κατάσταση από το εσωτερικό της εταιρείας και διατηρώντας μια συγκρουσιακή διάθεση, συνειδητοποίησαν ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη διάλυση της ενότητας του αγώνα την οποία είχαν κατακτήσει οι εργαζόμενοι στη χώρα μας τη δεκαετία του 1960 και του 1970.
Πρακτικά, η πρόθεση ήταν να στηριχτούν μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί ολόκληρη η οικονομία της χώρας, υποβάλλοντάς την σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό κάτω από την κυριαρχία των μεγάλων οικογενειών του καπιταλισμού μας, καθιστώντας το ιταλικό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων ένα από τα πιο βαριά παγκοσμίως.
Υπήρξαν αρκετά αρνητικά αποτελέσματα από τις ιδιωτικοποιήσεις: αποδυναμώθηκε το ιταλικό σύστημα παραγωγής, αφού οι μεγάλες ιταλικές εταιρείες είναι πλέον λιγότερες από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Παρ' όλα αυτά, συνεχίζουν να υμνούν και να προωθούν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Οι εργαζόμενοι υφίστανται τις χειρότερες συνέπειες, αφού τα κάποτε «προνόμια» του να είσαι δημόσιος υπάλληλος ακυρώνονται στο πλαίσιο του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας. Για να μην αναφέρουμε τις διαδικασίες ευελιξίας, επισφάλειας, την κατάργηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, τη μείωση της ποιότητας και της ασφάλειας της εργασίας κτλ. Κι όλα αυτά συμβαίνουν διατηρώντας τους μισθούς σε επίπεδο απλώς επιβίωσης!
 
6. Οι ευρωπαϊκοί ηγεμόνες ευλογούν το ιταλικό  κράτος κερδών (profit-state)
Τη δεκαετία του 1990, η Ιταλία βρέθηκε σε μια βαριά διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων που είχε στόχο τη μείωση του κρατικού ρόλου στο παραγωγικό σύστημα της χώρας. Τα μέτρα που λήφθηκαν από τις κυβερνήσεις οδήγησαν στο ξεπούλημα των δημόσιων οργανισμών, υποτίθεται για να λύσουν τα οικονομικά και τα παραγωγικά προβλήματα της χώρας.
'Όλα ξεκίνησαν το 1992 με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά. Ο αυξανόμενος παγκόσμιος ανταγωνισμός οδήγησε την Ιταλία στο ξεπούλημα ολόκληρων τομέων –που θεωρήθηκαν μη παραγωγικοί– σε ιδιώτες, ώστε να λυθεί μια απελπιστική οικονομική κατάσταση.
Η ίδια η δομή της Ευρώπης, που βασίστηκε στο Μάαστριχτ, αντιπροσωπεύει ένα ανοιχτό σενάριο αντιπαράθεσης των ευρωπαϊκών χωρών στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, που μετράει τη σύγκρουση ορίζοντας τις σφαίρες επιρροής και ηγεμονίας: αυτή των ΗΠΑ, αυτή της Ιαπωνίας/Ασίας και αυτή της Ευρώπης, υπό την καθοδήγηση της Γαλλίας και της Γερμανίας.
Με την απόκτηση του ίδιου νομίσματος στις χώρες στις οποίες η συσσώρευση του κεφαλαίου βασίζεται στις εξαγωγές και στις χώρες που είναι δομικά χώρες εισαγωγής, η νομισματική πολιτική δεν είναι σε θέση να συμβιβάσει τις απαιτήσεις των πρώτων με τις απαιτήσεις των δεύτερων. Στο τέλος, η πολιτική που εφαρμόζεται προφανώς θα υπερασπιστεί τα συμφέροντα των ισχυρότερων, στην προκειμένη δηλαδή τα συμφέροντα των χωρών εξαγωγέων της κεντρικής Ευρώπης. Από την περίοδο που καθιερώθηκε το κοινό νόμισμα, δηλαδή από το 2000 μέχρι το 2011, οι χώρες του κέντρου είχαν ένα εμπορικό ισοζύγιο αντίστοιχο με το 3,2% του ΑΕΠ τους (συγκριτικά με το 1,7% παλιότερων ετών), ενώ οι χώρες της περιφέρειας πέρασαν σε ένα έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου τους αντίστοιχο με το 1,7% του ΑΕΠ τους (συγκριτικά με το 0,6% παλιότερων ετών, πριν το ευρώ).
Από αυτό καταλαβαίνουμε ξεκάθαρα γιατί η Γερμανία ελέγχει αυτές τις μεταβλητές, ώστε να επικεντρώνει την ανάπτυξή της στις εξαγωγές, έχοντας ανάγκη το έλλειμμα των ευρωπαϊκών χωρών της Μεσογείου, των PIIGS. Μάλιστα, η αγορά από τη Γερμανίας των κρατικών ομολόγων αυτών των χωρών αποτελεί μια μορφή επένδυσης του συσσωρευμένου γερμανικού πλεονάσματος. Εν ολίγοις, το γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα γίνεται κερδοφόρο από την επένδυση στο χρέος των ευρωπαϊκών χωρών, που έχουν έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο. Αυτό το πλεόνασμα το διαχειρίζεται το γερμανικό τραπεζικό σύστημα.
Αυτός είναι ένας ευρωπαϊκός τρόπος, όπου στο όνομα μιας κακώς νοούμενης προόδου και ενός όλο και πιο άγριου καπιταλισμού ανοίγεται στην παγκόσμια οικονομία οδηγώντας εκατομμύρια ανθρώπους  στη φτώχεια και στη μιζέρια, αυξάνοντας τις οικονομικο-κοινωνικές ανισότητες.
Παρά το γεγονός ότι τα στατιστικά δεδομένα θα έπρεπε να αναφέρουν την Ιταλία ως μια χώρα που έχει υποστεί σημαντικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ του δημόσιου τομέα και θα έπρεπε να δείχνει ποιοτική και ποσοτική προσοχή στις διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων, φαίνεται πως η απατηλή προσπάθεια μείωσης του χρέους προχώρησε πολύ γρήγορα και δίχως ιδιαίτερους περιορισμούς. Πρόσφατα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις στη χώρα μας υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνα των άλλων χωρών, που θεωρούνται «βετεράνοι» της ιδιωτικοποίησης (π.χ. Μεγάλη Βρετανία).
Η Ιταλία μπήκε μπροστά για να καθοδηγήσει το νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό μοντέλο που, όπως πάντα και για πάντα, θα βασίζεται στη λογική του ιδιωτικού. Στη χώρα μας πραγματοποιήθηκε μια ταχύτατη διαδικασία χρηματιστικοποίησης της οικονομίας που οφείλεται σε τρεις δεκαετίες της «δημιουργικής οικονομίας». Και ο ιταλικός καπιταλισμός λοιπόν ήταν ένας άγριος καπιταλισμός, χωρίς ενδοιασμούς, «χωρίς νόμο», που συχνά μάλιστα λειτουργούσε και «πέρα από το νόμο». 'Όλα αυτά προφανώς δικαιολογούνται λόγω της αυτορρύθμισης της αγοράς.
 
7. Η μεταμόρφωση του κεϊνσιανισμού
Ο κεϊνσιανισμός λειτούργησε ως κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας για τον έλεγχο της  σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου των «παχιών αγελάδων» στις  κεντρικές χώρες της αυτοκρατορίας. Σε περιόδους κρίσης –και ακόμη περισσότερο στη σημερινή–, και ως εκ τούτου «άπαχων αγελάδων», ο κεϊνσιανισμός είναι συνεπής με την ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος, με μια μορφή στρατιωτικού κεϊνσιανισμού μαζί με έναν εγκληματικό κεϊνσιανισμό και έναν ιδιωτικό. Αυτό μεταφράζεται σε επιβολή φορολογίας στα νοικοκυριά και τους εργαζομένους, στις τράπεζες, στις ασφαλιστικές και τις πολυεθνικές.
 
8. Η Ιταλία πάει στον πόλεμο και ο στρατιωτικός κεϊνσιανισμός επιστρέφει
Η διαδικασία που περιγράψαμε στις προηγούμενες σελίδες μπορεί να ισχύει σε γενικές γραμμές για όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η Ιταλία στην Ευρώπη έχει το δικό της χαρακτήρα, κι αυτό έγινε με βάση την ύπαρξη του λεγόμενου στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, ως αναγκαίου και αδιαχώριστου συμπληρώματος του συστήματος των πολιτικοοικονομικών σχέσεων του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.
Η συγχώνευση των μονοπωλίων του τραπεζικού και του βιομηχανικού τομέα καταλήγει σε διασύνδεσή τους με το κράτος. Αυτή η διασύνδεση με τη σειρά της δημιουργεί μια ειδική ένωση μεταξύ του κράτους, των μονοπωλίων των όπλων και αυτών που παράγουν αμυντικούς εξοπλισμούς. Αυτό που πάντα είναι λειτουργικό για την ποσοτική ανάπτυξη είναι η οικονομία που βασίζεται στον πόλεμο.
Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, η στρατιωτική οικονομία δεν διαχωρίζεται από την υπόλοιπη οικονομία με διαχωριστικές γραμμές, αλλά χρησιμοποιεί τους ίδιους μηχανισμούς και τα ίδια εργαλεία που χαρακτηρίζουν το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα των οικονομικών σχέσεων και, στην πραγματικότητα, αποτελεί ένα υποσύνολο.
Δεν μπορούμε να αρκεστούμε στα γεωπολιτικά σύνορα για να βρούμε μια απάντηση που να βασίζεται στον στρατιωτικό κεϊνσιανισμό. Ο πόλεμος, ως μηχανισμός μαζικής καταστροφής κεφαλαίου, απαιτεί οριακές συνθήκες στην ταξική πάλη, που οδηγούν σε απαντήσεις τύπου αυταρχικού καπιταλισμού σε ορισμένες περιοχές, ένωσε άλλες σε αυτοαποκαλούμενα προοδευτικά και αριστερά ξεσπάσματα/εξεγέρσεις. Ο πόλεμος χρειάζεται έναν αξιόπιστο εχθρό. Έτσι, χάρη στην απουσία αυτών των συνθηκών, τουλάχιστον για την ώρα, στις χώρες του κέντρου η χρηματιστικοποίηση της οικονομίας και η συνακόλουθη κρίση δεν οδήγησαν σε μια οικονομικο-στρατιωτική λύση της κρίσης, αλλά σε μια πρωτοφανή οικονομική φούσκα με την ταυτόχρονη επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
 
9. Η κοινωνική ασυμβατότητα
Η ιδιωτικοποίηση της οικονομίας δεν έλυσε τίποτα· εξάλλου είναι γεγονός πως τόσο οι προοδευτικοί όσο και η αριστερά και οι συντηρητικοί θέλουν να επιστρέψουν σε ένα κράτος που θα έχει ρόλο ρυθμιστή και θα παρεμβαίνει. Διαμορφώνεται έτσι μια μορφή κεϊνσιανισμού που δεν έχει μόνο στρατιωτικά χαρακτηριστικά και υποδομή για μια οικονομία πολέμου, αλλά και μια μορφή υποστήριξης για τις επιχειρήσεις, τις τράπεζες, τις ασφαλιστικές –όλους όσοι ήταν καταδικασμένοι σε κατάρρευση–, χωρίς να δίνει τίποτα σε κοινωνικές δαπάνες, όπως θα γινόταν στην περίοδο του φορντικού μοντέλου.
Αλλά και η άλλη προσπάθεια εξόδου από την κρίση μέσα από μια ισχυρή επίθεση στο εργατικό κόστος, και άρα στον συνολικό μισθό, δεν βοήθησε το κεφάλαιο να λύσει το πρόβλημα της κρίσης. Διαμόρφωσε όμως μια μείωση στη συνολική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, και έτσι εντάχθηκε στην κρίση της υπερπαραγωγής το περιεχόμενο και οι συνέπειες και μιας κρίσης υποκατανάλωσης.
Όμως, η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική που επικεντρώθηκε στις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης έχει δημιουργήσει ένα μακροοικονομικό πλαίσιο στο οποίο, για παράδειγμα, η χώρα μας παρουσίασε μια μικρή αύξηση και συχνά ακόμη και κάποιες τάσεις ύφεσης σε πολλές περιοχές, και ειδικά στον Νότο, με μειώσεις στην απασχόληση, με επισφαλή εργασία και με μείωση των πραγματικών μισθών. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί η σημαντική αύξηση των ζωνών της φτώχειας και της περιθωριοποίησης, της υψηλής ανεργίας, είτε επίσημης είτε «αόρατης», και η εμφάνιση όλο και πιο νέων και δραματικών οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών. Έτσι, δημιουργήθηκε η ΕΕ της προσαρμογής στις επιδόσεις των επιχειρήσεων. Μια δημιουργία ευρωπαϊκή που δεν λαμβάνει υπόψη τη διατήρηση έστω και κάποιων παραμέτρων της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής συμβατότητας, ούτε των αναγκών των εργαζομένων.
 
10. Για τα μεγάλα συμφέροντα το ιδιωτικό είναι πολιτικό
Το χάσμα μεταξύ της ανάπτυξης του χρηματοοικονομικού πλούτου και της συρρίκνωσης του πραγματικού πλούτου, ανάμεσα στην πραγματική και τη χρηματιστηριακή οικονομία, βρήκε πάτημα στη χώρα μας όχι μόνο στους διεθνείς κερδοσκόπους και στην έλλειψη ελέγχου, αλλά και στις πολιτικές και τις οικονομικές επιλογές, κυρίως των κεντροαριστερών κυβερνήσεων. Οι κυβερνήσεις αυτές, εστιάζοντας στη λογική του ιδιωτικού και στην πολιτιστική σημασία της οικονομικής και της κοινωνικής συμβατότητας των επιχειρήσεων, δεν παράγουν και δεν διανέμουν θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πλούτο, αλλά καταστρέφουν πόρους.
Γι' αυτούς και άλλους άλλους λόγους οικονομικής και παραγωγικής φύσης πίσω από τη διαδικασία της ιδιωτικοποίησης φαίνεται ξεκάθαρα μια πολιτική επιλογή. Έτσι, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε πως «το ιδιωτικό είναι πολιτικό!», με διαφοροποιημένα επιχειρηματικά συμφέροντα, ανάλογα αν η κυβέρνηση είναι κεντροδεξιά ή κεντροαριστερή, αλλά πάντα με στόχο να αντιμετωπιστεί η οικονομία μέσω της μείωσης των κοινωνικών και των οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων.
Το πολιτικό και το κοινωνικό μήνυμα που προβάλλεται καθημερινά βασίζεται πάντα στη δογματική θεώρηση της ισχύος των κριτηρίων της αποδοτικότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων, πραγματοποιώντας έτσι κάθε μορφή κοινωνικής ευελιξίας, στους μισθούς και στην εργασία, στοχεύοντας στην εξάλειψη κάθε λογικής που συγκρούεται και αντιπαρατίθεται με αυτή του κέρδους.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια στη χώρα μας ήταν συμβατές οι κεϊνσιανές πολιτικές, και αυτό σήμαινε κέρδος, αλλά ταυτόχρονα και ανάπτυξη, ακόμη και με ισχυρά τοπικό χαρακτήρα. Σήμερα η ανάπτυξη δεν είναι πια δυνατή, δεν είναι «οικονομικά υποστηρίξιμη», ακόμη κι αν, στο βαθμό που συμβαίνουν απίθανα πράγματα, θα έπρεπε να κατακτηθούν οι στόχοι του Μάαστριχτ.
Αυτό μετατρέπεται σε προσπάθεια διάλυσης της ενότητας της τάξης, για να αποσιωπηθεί η γνώμη της κοινωνίας, ακολουθώντας μια λογική απομόνωσης με την ξεκάθαρη πρόθεση να επιβεβαιωθεί ένα κοινωνικό συμβόλαιο ικανό να εξαφανίσει τον ανταγωνισμό και την κοινωνική σύγκρουση, γεγονός θεμελιώδους σημασίας για τη δημοκρατική ανάπτυξη της χώρας.
 
11. Το Νέο Κράτος επιτίθεται στις τοπικές οικονομίες
Σε αυτό το οικονομικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, η χώρα μας υπόκειται σε μια διαδικασία μεταρρύθμισης της οργάνωσης του κράτους στην κατεύθυνση ενός πιο άμεσου ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης στη διανομή των κρατικών κονδυλίων. Οι κατευθυντήριες γραμμές είναι φυσικά η αποτελεσματικότητα και η οικονομία. Οι πρόσφατες περικοπές του Μπερλουσκόνι στην τοπική αυτοδιοίκηση το δείχνουν καθαρά. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές οδηγούν σε μια πλήρως διαφορετική οργάνωση του κράτους, όπου η Δημόσια Διοίκηση δεν είναι πλέον αποκομμένη από τη λογική της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και πρωτοβουλίας, αλλά έχει ενεργό υποστηρικτικό ρόλο σε αυτήν. Μετατρέπεται λοιπόν η Δημόσια Διοίκηση σε μια μορφή «ιδιωτικής επιχείρησης», αναιρώντας τον κοινωνικό της ρόλο και υιοθετώντας τη λογική της αγοράς και της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Πρόκειται για μια εκ βαθέων πολιτική και οικονομική αλλαγή, υποστηριζόμενη από τη μαζική προπαγάνδιση των αξιών της λειτουργίας της «αγοράς», στο όνομα της αναπόφευκτης αναγκαιότητας για κερδοφορία αντί της σπατάλης, των κρατικών επιχορηγήσεων και της αντιπαραγωγικής σταθερής εργασίας. Στο έργο αυτό συνεπικουρεί η ανελέητη επίθεση των ΜΜΕ στη σπάταλη και την αντιπαραγωγική Δημόσια Διοίκηση, ακολουθούμενη από την αποθέωση των μηχανισμών της αγοράς στην κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης των Δημόσιων Επιχειρήσεων και της Κοινωνικής Ασφάλισης και αντικαθιστώντας το δικαίωμα στην πρόνοια με τη φιλανθρωπία. Η υποστήριξη της κοινής γνώμης στην τάση για ομοσπονδοποίηση χρησιμοποιείται για την προώθηση της λογικής της αγοράς και του κέρδους, αντί μιας ισορροπημένης και εφαρμόσιμης κοινωνικής ανάπτυξης.
Η ομοσπονδοποίηση, στις διάφορες μορφές της, σχετίζεται με τη γενική τάση για «αντιμεταρρύθμιση» της Δημόσιας Διοίκησης, δηλαδή με  την αλλαγή από κράτος πρόνοιας σε κράτος «φτωχής» πρόνοιας. Η σχέση μεταξύ των ιδιωτικοποιήσεων και της επείγουσας ανάγκης της Δημόσιας Διοίκησης για αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα δημιουργούν το νέο Κράτος, σύμφωνα με τα συμφέροντα των λίγων που θα επωφεληθούν από την πραγμάτωση της σχέσης αυτής.
Το εργασιακό κόστος μειώθηκε άμεσα. Οι συνταξιοδοτημένοι εργάτες δεν αντικαθίστανται από νέους εδώ και χρόνια, οι προσλήψεις με σχέση σταθερής εργασίας σταμάτησαν, ενώ οι επισφαλείς εργασιακές σχέσεις νομιμοποιήθηκαν ακόμα και στη Δημόσια Διοίκηση. Οι Δημόσιες Επενδύσεις σταμάτησαν, καθώς το κεϊνσιανό μοντέλο ανάπτυξης έχει απορριφθεί. Η φιλελευθεροποίηση εξετάζεται ως μόνη λύση και επιτίθεται στη Δημόσια Διοίκηση. Ο πραγματικός στόχος είναι η καταστροφή των τοπικών οικονομιών και της πολιτικο-οικονομικής τους κληρονομιάς εφαρμογής πολιτικών μεικτής οικονομίας, δημόσιας-ιδιωτικής.
Ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί αποδοτικότητα είναι η ταχεία ιδιωτικοποίηση ολόκληρων κλάδων και τομέων της Δημόσιας Διοίκησης, ειδικά σε τοπικό επίπεδο, που περνάει μέσα από τη μείωση του εργατικού κόστους και του αριθμού των εργαζομένων στο Δημόσιο. Οι πόροι του κοινωνικού κράτους περικόπτονται και η παιδεία, η υγεία και η ασφάλιση αντικαθιστώνται από ιδιωτικά κεφάλαια. Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων ουσιαστικά σημαίνει δραστική αλλαγή στο ρόλο και τη λειτουργία του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτή είναι και η λογική των σκληρών πολιτικών και μέτρων που λαμβάνονται κατά της εργατικής τάξης, για να προετοιμαστεί το έδαφος για το χάρισμα στο κεφάλαιο του κοινωνικού κράτους και του κράτους πρόνοιας. Οι μηχανισμοί οικονομίας με κέντρο το Δημόσιο τιμωρούνται ή και διαλύονται πλήρως, στην προοπτική της σταθεροποίησης του ευρωπαϊκού προτύπου όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα θα σχετίζονται με κέντρα εξουσίας και πολιτικές του κεφαλαίου, όπως έκανε και η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι πρόσφατα, και την οποία επέβαλλε ο γαλλο-γερμανικός άξονας υπό την απειλή της εξόδου από το ευρώ.
 
12. Η διάλυση του κράτους πρόνοιας
Τις τελευταίες δεκαετίες οι αλλαγές στο ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό σκηνικό κατέστησαν αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του κράτους πρόνοιας, ώστε να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρηματολογούν λέγοντας ότι η ευημερία θα απλοποιήσει τις ζωές μας και των οικογενειών μας ευρύτερα, όχι μόνο προστατεύοντας τους εργαζομένους και την οικογενειακή ζωή, αλλά λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πτυχές τις σύγχρονης ζωής, αλλά και τα νέα κοινωνικά και επαγγελματικά υποκείμενα.
Η νέα κατάσταση επηρέασε σημαντικά την αντίληψη για το κράτος πρόνοιας, καθώς υπό το πρίσμα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης η επέκτασή του είναι αναγκαία, ενώ παράλληλα επιτάσσει τη σμίκρυνσή του. Οπότε οι δύο μορφές κοινωνικής ασφάλισης που υπήρχαν μέχρι τώρα, η κλασική με προσανατολισμό την εργασία (επαγγελματική κοινωνική ασφάλιση κ.λπ.) αλλά και η καθολική (για το σύνολο της κοινωνίας), είναι πλέον παρωχημένες.
Από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η χώρα μας υιοθέτησε ένα μεικτό σύστημα ασφάλισης, με καθολικές επαγγελματικές και δημοσιονομικές προεκτάσεις. Παράλληλα, η απόδοση του κράτους πρόνοιας επηρεάζεται και από το ρόλο της οικογένειας στο νέο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο. Στην πρότερη κατάσταση το κράτος πρόνοιας στηριζόταν στο κρατικό χρέος για την εφαρμογή μιας κοινωνικής συμφωνίας μεταξύ οικονομίας, πολιτικής και κοινωνίας, επιδιώκοντας μια πολιτική διαχείριση των κρίσεων με την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών. Το διαρκώς αυξανόμενο χρέος όμως περιόρισε αυτή τη δυνατότητα του κράτους και ακολούθως και την προσφορά του σε επίπεδο πρόνοιας. Οι δυτικές κυβερνήσεις, που ποτέ δεν αποδέχτηκαν τον κεϊνσιανισμό, οδηγήθηκαν σε μείωση των κρατικών δαπανών. Αυτή όμως η μείωση οδήγησε και σε εκτίναξη της ανεργίας στις ίδιες χώρες.
Η ευέλικτη συσσώρευση όχι μόνο μειώνει τα κοινωνικά επιδόματα, αλλά φτωχοποιεί και στρώματα της κοινωνίας που παραδοσιακά προστατεύονταν από αυτά, όπως δημόσιοι υπάλληλοι, μικρομεσαίοι έμποροι, τεχνίτες κ.ά. Η ύπαρξή τους και η ασφάλειά τους ήταν εγγυημένη από το κράτος πρόνοιας και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Οι κεντροδεξιές και οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις διαλύουν πλέον ότι έχει απομείνει από το κοινωνικό κράτος, ένα κοινωνικό κράτος το οποίο κατακτήθηκε μέσα από τους κοινωνικούς και τους εργατικούς αγώνες της δεκαετίας του 1960 και του 1970, και το οποίο εγγυόταν καλύτερους όρους ζωής για το σύνολο της κοινωνίας. Οι πολιτικές τους για την οικονομία πλέον στηρίζονται, με μικρές διαφορές, στην περιστολή των κρατικών δαπανών και την ενίσχυση των κινήτρων και της χρηματοδότησης των μεγάλων εταιρειών, συνοδευόμενες από απολυταρχικές πολιτικές και νομοθεσίες, καταπίεσης των μειοψηφιών και αμφισβήτησης ακόμη και του δικαιώματος στην απεργία ή του δημοκρατικού δικαιώματος των εργατών να οργανωθούν σε σωματεία και συνδικάτα.
Στο πλαίσιο αυτό, οι επενδύσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα και άλλους μη παραγωγικούς τομείς προτιμάται και η κερδοφορία τους εξασφαλίζεται με την επίθεση στους άμεσους και τους έμμεσους μισθούς, με την περικοπή των συντάξεων, την εισβολή ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών και συνολικά με τη χειροτέρευση του τρόπου ζωής των εργατών, απασχολούμενων και ανέργων. Μερικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, έχουν αποφύγει την απόλυτη φτώχεια εξαντλώντας τα αποθέματα των οικογενειακών οικονομιών και καταθέσεων. Παράλληλα, τα ιταλικά ομόλογα έχουν την τάση να παραμένουν σε εγχώρια χέρια, εν μέρει λόγω της τάσης των εγκληματικών οργανώσεων να «ξεπλένουν» χρήμα μέσω κρατικών ομολόγων, εμποδίζοντας τη μετατροπή τους σε εξωτερικό χρέος.
Αυτή η σχέση μεταξύ εγκλήματος, διαφθοράς και πολιτικής έχει υποστηρίξει μια άλλη μορφή κεϊνσιανισμού, τον «εγκληματικό» κεϊνσιανισμό. Η οικονομία του εγκλήματος περιλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία και, μαζί με το «μαύρο» και το «υπόγειο» (φοροδιαφεύγον) χρήμα, αγγίζει το 50% του ιταλικού ΑΕΠ. Αυτή ακριβώς η κατάσταση οικογενειακών οικονομιών, οικογενειακής αυτοπαραγωγής, φοροδιαφυγής και εγκληματικής οικονομίας έχει μέχρι στιγμής σώσει την Ιταλία από το να ακολουθήσει την ίδια μοίρα με την Ελλάδα.
 
13. Πρόνοια για φτωχούς: Ούτε αυτή είναι δυνατή
Οι ιδιαιτερότητες της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη αντανακλούν τη θεσμική και τη δομική ανετοιμότητα του σχηματισμού της ΕΕ. Οι εργάτες στις χώρες του ευρώ αντιμετωπίζουν τις συνέπειες μιας δομικής και συστημικής καπιταλιστικής κρίσης, ανεξάρτητα από την αυξανόμενη παραγωγικότητά τους, εν μέρει οφειλόμενη στις τεχνολογικές εξελίξεις. Η επίδραση της κρίσης είναι ορατή σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, με την Ευρωζώνη να εμφανίζει όμως ιδιαιτερότητες λόγω του νομισματικού και του οικονομικού συστήματός της, που οξύνει την ένταση με την οποία αυτή εμφανίζεται, καθώς και τις επιπτώσεις της.
Πολλοί καπιταλιστές οικονομολόγοι, κυρίως Αμερικανοί, τεκμηρίωναν τη θέση ότι η σύνδεση διαφορετικών κοινωνικών σχηματισμών υπό τη σκέπη ενός κοινού νομίσματος και κοινής οικονομικής πολιτικής, χωρίς αντισταθμιστικά δημοσιονομικά μέτρα, θα όξυνε τις ανισότητες, καθιστώντας ορατές τις αντιθέσεις ενός κακοσχεδιασμένου, ακόμη και από καπιταλιστικής σκοπιάς, συστήματος. Η σημερινή κρίση αποδεικνύει την ορθότητα των θέσεων που είχαν διατυπώσει μεταξύ άλλων οι Μοντιλιάνι, Κρούγκμαν, Μπέκερ και Ντομπούς.
Ολόκληρα τμήματα της κοινωνίας στην Ιταλία βιώνουν σήμερα τον αποκλεισμό τους από το παραδοσιακό κράτος πρόνοιας (εργασία, υγεία) και διαρκώς αυξανόμενα τμήματα πλήττονται από κοινωνική αναταραχή οφειλόμενη σε προβλήματα όπως η αύξηση της χρήσης των ναρκωτικών, η μετανάστευση, η εργασιακή ανασφάλεια (επισφαλής, μη σταθερή εργασία), η δομική ανεργία και η φτώχεια, τα οποία έρχονται να προστεθούν στα ήδη υπάρχοντα προβλήματα της υγείας, του συνταξιοδοτικού κ.ά. Επιπροσθέτως, η γήρανση του πληθυσμού, η υπογεννητικότητα και η εργασιακή ανασφάλεια επιτείνουν την αναγκαιότητα για βελτίωση των παροχών στους κλάδους των κοινωνικών υπηρεσιών (υγεία, ασφάλιση κ.λπ.).
Όπως είδαμε προηγουμένως, στο προωθούμενο οικονομικό μοντέλο, η αύξηση των δημόσιων δαπανών για τη βελτίωση των υποδομών του κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών δεν πρόκειται να εφαρμοστεί.
Αντιθέτως, το λογαριασμό καλούνται να πληρώσουν τα φτωχότερα στρώματα, που βρίσκονται στο επίκεντρο της επίθεσης των μέτρων που λαμβάνονται πρόσφατα τόσο από την προηγούμενη κεντρο-αριστερή κυβέρνηση όσο και από την κεντρο-δεξιά. Οι περαιτέρω μειώσεις μισθών, χωρίς αναδιανομή του εισοδήματος ή την εφαρμογή κάποιας πολιτικής απασχόλησης προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ανεργίας, την ίδια ώρα που οι επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται και οι φορολογικοί τους συντελεστές μειώνονται μετακυλώντας το κόστος στους εργαζόμενους φορολογούμενους δείχνουν την κατεύθυνση των μέτρων.
Το μοντέλο που προωθείται είναι αυτό μιας πιο άνισης κοινωνίας, όπου η κοινωνική προστασία για τα φτωχότερα στρώματα θα είναι ανύπαρκτη, την ίδια στιγμή που τα στρώματα αυτά μεγεθύνονται, περιλαμβάνοντας ακόμη και αυτούς που σε μια πρότερη περίοδο προστατεύονταν (δημόσιοι υπάλληλοι, τεχνίτες και μικρομεσαίοι έμποροι). Η φτώχεια αυξάνεται, με την κοινωνική περιθωριοποίηση να διευρύνεται διαρκώς. Οι «φτωχοί» δεν αναγνωρίζονται καν ως τέτοιοι, αφού τα πενιχρά εισοδήματά τους, τους αποκλείουν από βασικές πτυχές της κοινωνικής ασφάλισης.
Η ακολουθούμενη πολιτική είναι πολιτική προώθησης της φτώχειας, ενώ και η απόλυτη φτώχεια αυξάνεται, με ένα διαρκώς αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων να μην μπορούν να επιτύχουν ούτε ένα στοιχειώδες επίπεδο επιβίωσης, περίθαλψης και αξιοπρέπειας. Η πρόνοια των φτωχών που υιοθετήθηκε τη δεκαετία του 1990 επιστρέφει, αλλά για ακόμη λιγότερους, ενώ η αναγκαιότητά της είναι ακόμη μεγαλύτερη.
 
 
Μέρος Τρίτο
 
ALIAS: Μια εναλλακτική για την Ιταλία και για όλα τα PIIGS
 
1. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί
Η αντικατάσταση του συστήματος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας μπορεί να είναι δύσκολη, αλλά ακόμη πιο απίθανη είναι η θεώρηση ότι ο καπιταλισμός μπορεί να προσφέρει αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής για το σύνολο του πληθυσμού στον πλανήτη. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην κάλυψη των βασικών αναγκών των πολιτών, οι πρώην, αλλά και οι τωρινές, σοσιαλιστικές χώρες έχουν να επιδείξουν καλύτερες επιδόσεις.
Αν αναζητούμε εναλλακτικές στο σήμερα, ο πραγματικός ουτοπιστής είναι αυτός που προσπαθεί μεταρρυθμίζοντας τον καπιταλισμό να λύσει τα προβλήματα της φτώχειας, της εξαθλίωσης και του αποκλεισμού. Ο περιορισμός της εκμετάλλευσης, η αναδιανομή του εισοδήματος και ο περιορισμός των ανισοτήτων μέσω του κράτους ήταν δυνατός μόνο μερικώς στο καπιταλιστικό σύστημα, και αυτό λόγω της υπερεκμετάλλευσης των εργατών σε άλλα μέρη, ισορροπώντας έτσι τη μείωση της κερδοφορίας.
Σήμερα, μόνο στις αναπτυγμένες χώρες γίνεται προσπάθεια σύναψης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου (νεοκεϊνσιανισμός, τρίτος δρόμος προς το σοσιαλισμό, σοσιαλδημοκρατική αριστερά, ριζοσπαστική αριστερά) μεταρρύθμισης του καπιταλισμού. Οι προτάσεις αυτές όμως αδυνατούν να προσφέρουν κάποια προοπτική ενσωμάτωσης των καταπιεσμένων μαζών. Ακόμη και οι προτάσεις των εξοργιστικών αυτών θέσεων για την καταπολέμησης της ανεργίας κινούνται στο πλαίσιο της απασχόλησης με χειρότερους όρους και ακόμη πιο επισφαλών εργασιακών σχέσεων. Η ελπίδα για έναν πιο «ανθρώπινο» καπιταλισμού απλώς καλύπτει την ιδεολογική ανάγκη των ανώτερων τάξεων να διατηρήσουν την καταναλωτική τους δύναμη και την κοινωνική τους προστασία, χωρίς να ενδιαφέρονται ή να μεριμνούν με βάση αυτό το μοντέλο, για την εργατική τάξη και τα περιθωριοποιημένα στρώματα.
Σε κάθε περίπτωση, το σύστημα αυτό, ελλείψει εναλλακτικών προτάσεων, οδηγείται στην αποδυνάμωση της δημοκρατίας και της συμμετοχής στα κοινά και στην ενδυνάμωση των μηχανισμών καταστολής και μαζικής χειραγώγησης, αρχίζοντας από την τηλεόραση, την ηλεκτρονική παρακολούθηση, την προληπτική καταστολή, τη χρήση των μητροπόλεων ως ιδεολογικών φυλακών, την υποταγή της παιδείας στις ανάγκες του κεφαλαίου κ.λπ.
Η συγκεντροποίηση και συσσώρευση του κεφαλαίου θα ενισχύσει τη δύναμη των πολυεθνικών. Η δημοκρατία απογυμνώνεται από το νόημά της και μεταμορφώνεται σε έναν πλουτοκρατικό μηχανισμό ιδεολογικής υποταγής στην κυριαρχία του κέρδους. Η ύπαρξη των μονοπωλίων όμως δεν μπορεί να εμποδίσει την εμφάνιση των ανταγωνιστικών εκείνων δυνάμεων που ορίζουν τη βαθιά κοινωνική σύγκρουση που λαμβάνει χώρα. Μια μετωπική σύγκρουση που στιγματίζεται από τη νέα δυναμική που εμφανίζει η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας.
 
2. Μια νέα σελίδα
Από θεωρητικής σκοπιάς, είναι δυνατό να επινοηθεί ένα σύστημα όπου ο καταμερισμός εργασίας θα διέπεται από ένα μοντέλο οριζόντιων σχέσεων, βασισμένο στην αμοιβαιότητα και τα ελεύθερα για όλους αγαθά και στο οποίο η κυρίαρχη αντίθεση δεν θα είναι αυτή της ιδιοκτησίας-μη ιδιοκτησίας. Αυτό σημαίνει ότι όποιο μετα-καπιταλιστικό σύστημα επινοηθεί θα πρέπει να γεφυρώσει το καπιταλιστικό κενό μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, το οποίο σήμερα επιτρέπει μόνο στους λίγους προνομιούχους να το υπερβούν.
Γι΄ αυτό η συμμετοχική δημοκρατία, από πολιτικής και οικονομικής άποψης, θα πρέπει να είναι κυρίαρχη σε οποιοδήποτε μετα-καπιταλιστικό εγχείρημα. Η ιδιότητα δηλαδή του απόλυτου μετόχου, τόσο στην επιχείρηση όσο και στα κοινά, είναι απαραίτητη ώστε η οικονομική δραστηριότητα να ξεφύγει από τη σφαίρα του ιδιωτικού, στην πορεία για έναν κόσμο απαλλαγμένο από τον καπιταλισμό.
Στην εξέλιξη του καπιταλισμού δημιουργήθηκε μια κατάσταση όπου απλά δημοκρατικά αιτήματα φαντάζουν ριζοσπαστικά. Μια αναπτυγμένη κοινωνία δημιουργεί νέες ανάγκες, αλλά και νέους αποκλεισμούς. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στην αλληλεγγύη και την περιβαλλοντική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την αξιοποίηση παραδοσιακών γνώσεων και τεχνικών, την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, την αναδιανομή του εισοδήματος και την κοινωνικοποίηση του πλούτου, σε ένα μοντέλο που θα είναι βασισμένο στην εργασία.
Μπορούμε λοιπόν να ξεκινήσουμε μια νέα σελίδα σε ό,τι αφορά την οικονομία, την παραγωγή και την πολιτική, εκμεταλλευόμενοι την τεχνολογία, η οποία εξασφαλίζει υψηλότερη παραγωγικότητα. Η αύξηση του παραγόμενου πλούτου σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με την αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας, και άρα πρόκειται για κοινωνικό πλούτο. Ως τέτοιος, πρέπει να προορίζεται για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και εργασίας, ξεκινώντας από τη μείωση των ωρών εργασίας, συνοδευόμενος από την προώθηση της εθελοντικής και της κοινωνικής εργασίας, δηλαδή τη χρήση αυτού του πλούτου για τη βελτίωση της εργασίας και την καταπολέμηση της ανεργίας, αντί του κέρδους και της κερδοσκοπίας, όπως γίνεται στον καπιταλισμό διαχρονικά, και ιδιαίτερα τα τελευταία 30 χρόνια.
Δεν πρόκειται λοιπόν για μια απλή αναδιανομή του πλούτου, αλλά για μια τελείως διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, με νέα εργαλεία. Πρέπει να επανανοηματοδοτήσουμε την ενότητα των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας, που τροφοδότησαν και όπλισαν με δύναμη και αλληλεγγύη την εργατική τάξη το 1960 και το 1970. Χρειάζεται ένα νέο συνδικαλιστικό κίνημα που θα δράσει και θα συνδεθεί με το κυρίαρχο πεδίο του ανταγωνισμού, που είναι το μητροπολιτικό εργοστάσιο, και θα απαιτεί την αναδιανομή του πλούτου, ξεκινώντας από τη δραστική φορολόγηση του κεφαλαίου. Παράλληλα, υιοθέτηση του αιτήματος για καθολική πρόνοια που θα καλύπτει τις βασικές ανάγκες (εργασία, στέγαση, δικαιώματα, κοινωνικό εισόδημα, παιδεία, υγεία), αλλά και τις ανάγκες των κοινωνικών αγαθών με την ευρύτερη έννοια.
 
3. Η νέα σύγκρουση χρειάζεται περισσότερη συμμετοχικότητα
Τα διάφορα παραδείγματα του διεθνούς καπιταλισμού που απαριθμούνται σε αυτό το βιβλίο δείχνουν ότι η πολιτικο-οικονομική τάση ολοένα και περισσότερο προσανατολίζεται στο κέρδος και τη φιλελευθεροποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, στην κατεύθυνση της εφαρμογής ανεξέλεγκτων και άγριων ιδιωτικοποιήσεων. Η κερδοφορία ανάγεται σε αυτοσκοπό, ανεξάρτητα από τις ανάγκες της εργατικής τάξης. Στο όνομα της «Θεάς Αγοράς», όποιο κοινωνικό κράτος είχε απομείνει θα εξαφανιστεί. Όταν μιλάμε για ιδιωτικοποίηση της ενέργειας, των μεταφορών, της παιδείας, της υγείας, του νερού και όλων των υπηρεσιών, οι συνέπειες που αυτό θα έχει για τους εργαζομένους, τους ανέργους, τους χαμηλόμισθους γίνονται εύκολα αντιληπτές. Ακόμη και η συμμετοχή στην πολιτική ζωή γίνεται επίδικο, καθώς στο άμεσο μέλλον ως και ευρύτερα ζητήματα δημοκρατίας θα αποτελέσουν σημείο σύγκρουσης.
Η αντίθεση ανάμεσα στους κανόνες της αγοράς και αυτό που ορίζουμε ως αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής για τους εργαζομένους και το λαό δεν μπορούν να λυθούν εντός των μηχανισμών της αγοράς, οι οποίοι επιβάλλονται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Μια κατάσταση άγριου και άνομου καπιταλισμού με μόνο γνώμονα το κέρδος που θα καταστρέφει την εργασία και την ποιότητα ζωής, πολύ απλά, δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή.
Η τεχνολογική πρόοδος δεν πρέπει να αντικαταστήσει την απασχόληση, οι μειώσεις μισθών πρέπει να σταματήσουν και η τακτική των εταιρειών για αύξηση της κερδοφορίας μέσω των απολύσεων πρέπει να μπλοκαριστεί. Οι αποταμιεύσεις πρέπει να διατεθούν για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων που θα δημιουργήσουν δουλειές, πλούτο και μια γενική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και της κοινωνικής προστασίας.
Γι΄ αυτούς τους λόγους, απαιτείται ένα νέο διαφορετικό μοντέλο. Το αίτημα για αυτή την αλλαγή μπορεί να αποτελέσει σημείο ενότητας του εργατικού, σοσιαλιστικού μπλοκ, σε κοινό μέτωπο με τους ανέργους και τους επισφαλείς εργαζομένους, όχι μόνο με αυστηρούς πολιτικούς όρους, αλλά υπό το πρίσμα μιας παγκόσμιας μακροοικονομικής θεώρησης. Με ένα νέο και ριζικά διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, με στόχο τη δημιουργία νέων και ποικίλων μορφών απασχόλησης, πλούτου και κοινωνικής ζωής. Ένα ποιοτικό μοντέλο που θα διανέμει την εργασία, τον πλούτο και τα συσσωρευμένα κεφάλαια με βιώσιμους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς όρους, με την αξία χρήσης στο επίκεντρο της οικονομίας.
 
4. Το Ελάχιστο Μεταβατικό Πρόγραμμα και το Ελάχιστο Κοινωνικό Εισόδημα
Ενώ προσπαθούν να καταπνίξουν την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, καλλιεργώντας το κοινωνικό πρόσωπο των εταιρειών, η αλληλεγγύη, με τη φορντική έννοια, χάνεται. Η ιδεολογία και η πρακτική των ιδιωτικοποιήσεων καταστρέφει την οικονομική δύναμη και την κοινωνική αναγνώριση που επέτρεπε τη σύναψη κοινωνικών συμβιβασμών, σε βάρος του λαού βέβαια.
Αντιθέτως, πρέπει να εξαπολύσουμε μια μεγάλη πολιτική και οικονομική καμπάνια για καθολικό και διευρυμένο κράτος πρόνοιας και νέα πολιτικά δικαιώματα.
Οι σημερινές τάσεις δεν δείχνουν να υπάρχει κάποια δύναμη εντός τους συστήματος, πρόθυμη να συνάψει εκ νέου ένα ευρύ κοινωνικό συμβόλαιο, όπως στα μεταπολεμικά χρόνια με εφαρμογή ενός κεϊνσιανού μοντέλου για το κράτος στις κεντρικές χώρες ή ακόμη και την επέκτασή του στις πλειοψηφικές, φτωχές γωνιές του πλανήτη.
Μια νέα αίσθηση για τα γενικά και τα κοινωνικά αιτήματα πρέπει να κατακτηθεί. Ξεκινώντας από το αίτημα για αξιοπρεπείς συντάξεις για όλους τους εργαζομένους, με δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα, χρηματοδοτούμενο από τη φορολόγηση των μεγάλων εισοδημάτων του κεφαλαίου και όχι από τους μισθούς των εργαζομένων. Το CESTES (Κέντρο Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας) προέβαλε την πρόταση για φόρους στα κεφάλαια και στις ακίνητες περιουσίες, ώστε να εξασφαλισθούν πόροι, όχι μόνο για συντάξεις, αλλά και για το Ελάχιστο Κοινωνικό Εισόδημα προς τους ανέργους και τους επισφαλείς εργαζομένους, καθώς και συνθήκες σταθερής εργασίας για τον δημόσιο τομέα.
Η κοινωνική αναβάθμιση, αλλά και η διεύρυνση της συμμετοχής και της δημοκρατίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι επίσης σημαντικά αιτήματα. Οι αποφάσεις που αφορούν την παραγωγή και τη διανομή του πλούτου πρέπει να λαμβάνονται από τους εργαζομένους ύστερα από κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση για το ρόλο της τεχνολογίας και της επιστήμης στη ζωή μας. Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η τεχνολογία, αντί να απελευθερώνει την ανθρωπότητα από τη σκληρή εργασία, επιφέρει ανεργία ή, αντί να βελτιώνει την ποιότητα ζωής, παράγει μόλυνση, ή ακόμη, αντί να προάγει και να απελευθερώνει την παγκόσμια γνώση, την απομονώνει και τη φυλακίζει πίσω από νόμους για τις πατέντες και τα πνευματικά δικαιώματα.
Με την προσφερόμενη απασχόληση να μην καλύπτει τη ζήτηση, η εργασιακή ελαστικότητα απειλεί ακόμη και αυτούς που ως ένα βαθμό είχαν σταθερή εργασία. Οι παραγωγικές δυνάμεις του νέου μεταφορντικού καπιταλιστικού μοντέλου καταστρέφουν όλο το φορντικό σύστημα κοινωνικής προστασίας μέσω της ευέλικτης συσσώρευσης. Για το λόγο αυτό, το αίτημα για ελάχιστο κοινωνικό μισθό για τους ανέργους, τους επισφαλείς εργαζομένους και τους χαμηλοσυνταξιούχους αποτελεί ένα ισχυρό αίτημα δομικής αλλαγής τους συστήματος. Η λύση πρέπει να αναζητηθεί στην ενδυνάμωση του συστήματος πρόνοιας, ισορροπώντας μεταξύ εσόδων-εξόδων, χρηματοδότησης και απόδοσης. Αυτό θα μπορέσει να γίνει δυνατό, μόνο αν επανεισάγουμε την έννοια των εργατικών δικαιωμάτων, της αυξημένης απασχόλησης, της αντιμετώπισης του ζητήματος της εργασιακής ανασφάλειας, της μείωσης των ορών εργασίας με τους ίδιους μισθούς, την καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, της φορολόγησης του κεφαλαίου και των κερδοσκοπικών κινήσεων.
Για να επιτευχθούν όλα αυτά, οι λειτουργίες του κράτους δεν πρέπει να περιοριστούν στο ρόλο του ρυθμιστή, αλλά να επεκταθούν περιλαμβάνοντας την ενεργή διαχείριση, τη δημιουργία απασχόλησης, τη αναδιανομή του εισοδήματος με την εφαρμογή του Ελάχιστου Κοινωνικού Μισθού, τη δωρεάν στέγαση για τους χαμηλόμισθους, τις παραγωγικές επενδύσεις. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μια δίκαιη δημοσιονομική πολιτική αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, φορολόγησης των κεφαλαίων, επενδυόμενων και μη, με τα αποθέματα αυτά να διατίθενται για την καταπολέμηση της φτώχειας και τη βελτίωση της εργασίας και του περιβάλλοντος. Ένα κοινωνικό κράτος θα μπορεί να στηριχτεί σε αυτή τη δίκαιη αναδιανομή, εισάγοντας νέα δικαιώματα σε ό,τι αφορά την κοινωνική πρόνοια, ακολουθώντας την αρχή της κοινωνικοποίησης του συσσωρευμένου πλούτου.
 
5. Το Ελάχιστο Μεταβατικό Πρόγραμμα και λύσεις για το περιβαλλοντικό πρόβλημα
Η έως τώρα παραγωγική διαδικασία απείχε πολύ από τη συλλογική κουβέντα και τις αντίστοιχες αποφάσεις των πολιτών, με αποτέλεσμα ο κύριος παράγοντας ανάπτυξης, η τεχνολογία, να έχει μετατραπεί σε εργαλείο της στρατιωτικής, της οικονομικής, της επιχειρηματικής και της επιστημονικής ελίτ. Στα χέρια τους, η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν μεταμορφωθεί σε συλλογικό μύθο των καιρών μας, μη εξαιρώντας από αυτό την ατομική βόμβα και τις οικολογικές καταστροφές.
Το χειρότερο όμως είναι ότι ο εταιρικός έλεγχος της επιστήμης οδηγεί σε μεγάλη σπατάλη πόρων και σε εντυπωσιακή έλλειψη αποδοτικότητας. Αντί η τεχνολογία να στοχεύει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας. Πρόσφατα παραδείγματα αυτής της κατάστασης αποτελούν οι πατέντες πίσω από τα φάρμακα καταπολέμησης του ιού του AIDS, η έλλειψη πόρων για την έρευνα τροπικών ασθενειών που είναι διαδεδομένες ακόμη και σήμερα κ.λπ.
Αλλά πού και πώς θα χτυπήσει η οικολογική κρίση αυτού του συστήματος;
Κάποιοι φυσικοί πόροι εξαντλούνται και η πρόσβαση σε αυτούς γίνεται όλο και πιο δύσκολη, όπως για παράδειγμα το πετρέλαιο και τα σπάνια μέταλλα. Η καπιταλιστική παραγωγή και κατανάλωση, η λογιστική αποθήκευσης και διακίνησης αυτών των πόρων και το σύστημα τιμολόγησής τους αδυνατούν να προσφέρουν εναλλακτικές για τη μακροπρόθεσμη διαχείρισή τους.
Η κλασική πολιτική οικονομία υπογραμμίζει τον έμφυτο παραλογισμό τού να αντιμετωπίζουμε τους φυσικούς πόρους σαν προϊόντα. Η νεοκλασική οικονομική θεωρία αντιλαμβάνεται την τιμή και την αξία ως ένα και το αυτό, οπότε δεν δίνει στους αναπαραγόμενους φυσικούς πόρους μια τιμή που να αντανακλά τα φυσικά (και όχι κοινωνικά) όρια εξάντλησής τους, ελπίζοντας ότι η εξέλιξη των τιμών τους θα δώσει ώθηση σε τεχνολογικές εξελίξεις που θα επιτρέψουν τη βιωσιμότητα της μακροπρόθεσμης παραγωγικής τους χρήσης. Πρόκειται για μια ανεύθυνη επιλογή, καθώς είναι αδύνατο να ωθήσει κάποιος τις διακυμάνσεις των τιμών να προσαρμοστούν με τα υπάρχοντα αποθέματα και όχι με την παραγωγή, όπως είναι αδύνατη η βεβαιότητα ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις θα εφαρμοστούν έγκαιρα, ώστε να επιτυγχάνεται με σιγουριά η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα στην κατανάλωση μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων.
Οι τιμές των φυσικών πόρων δεν καθορίζονται από την «ανύπαρκτη» αξία τους, αλλά από την οικειοποιησιμότητά τους. Εξάγονται και πωλούνται σαν προϊόντα, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διαθεσιμότητά τους στη φύση.
Η ιδιωτική ιδιοκτησία αυτών των πόρων σημαίνει ότι η κατανομή τους αποφασίζεται από τις αγορές. Με αυτό τον τρόπο, μη ανανεώσιμοι πόροι διαπνέονται από τη νεοκλασική θεωρία της σχέσης αξίας-τιμής, σύμφωνα με τη λογική της προσφοράς και της ζήτησης. Σε αυτή τη μεταβλητή αντανακλάται η πρόσθετη αξία που προκύπτει από την εξαγωγική-παραγωγική εργασία. Έτσι, ένα φυσικό υλικό μετατρέπεται σε πρώτη ύλη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα διαθέσιμα αποθέματα.
Όσο ο έλεγχος των πόρων καθορίζεται από τις αρχές της ιδιωτικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να υπάρξει λύση στον κίνδυνο εξάντλησής τους, καθώς οι πόροι επηρεάζονται από τις ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας των ιδιοκτητών και συνιδιοκτητών, που οδηγούν σε αυξανόμενο αποκλεισμό τους για τους πολλούς, καθώς θα γίνονται όλο και πιο σπάνιοι. Επιπροσθέτως, οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις καθορίζουν ότι οι μόνες αποδεκτές ροές των πόρων είναι ο αφηρημένος χρόνος που καθορίζεται από τη συνθήκη ισορροπίας της προσφοράς και ζήτησης και τη σχέση αξίας-τιμής. Ιστορικά, από κοινωνικής και φυσικής άποψης, οι χρόνοι δεν μπορούν υπολογιστούν με τη λογιστική της αγοράς.
Η καταστροφική για τη βιόσφαιρα μόλυνση (φαινόμενο θερμοκηπίου, μόλυνση υδάτων και ατμόσφαιρας, μείωση της βιοποικιλότητας) είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, της κοινωνικής κατανάλωσης και των παραγωγικών διαδικασιών που ακολουθούνται. Αυτή η διαδικασία έχει στο κέντρο της την εργασία, και άρα η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας παραμένει καθοριστική. Σε μια πιθανή εξάντληση κάποιων πόρων, μόνο πολιτικές αποφάσεις θα μπορούσαν να εισαγάγουν τεχνολογικές εξελίξεις και διαφορετικές κοινωνικές συμπεριφορές με στόχο την ελάττωση της κατανάλωσης. Η επιλογή του ποιος και πώς θα αποφασίζει για την προσβασιμότητα στους φυσικούς πόρους και για τη διάθεσή τους στον παγκόσμιο πληθυσμό λοιπόν δεν είναι ζήτημα τιμών, αλλά αλλαγής στη θεσμική λειτουργία και στους αντίστοιχους μηχανισμούς.
 
6. Εθνικοποίηση των τραπεζών αντί της χρηματιστικοποίησής τους
Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η διανομή του πλούτου σε διεθνές επίπεδο ευνόησε σημαντικά το κεφάλαιο σύμφωνα με τα λογιστικά στοιχεία των ΗΠΑ. Οι επιχειρήσεις αξιολογούνται με βάση τη χρηματιστηριακή τους αξία, την κερδοφορία τους, ενώ η ρύθμιση της καπιταλιστικής οικονομίας δεν καθορίζεται πλέον από τα κράτη ή τις παραγωγικές επιχειρήσεις. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο κυβερνάει αυξάνοντας τη συγκέντρωση κεφαλαίου που σκοπεύει να επενδύσει στην παραγωγή. Σε αυτή τη διαδικασία αναζητά συνεχώς τρόπους να αυξήσει το ποσοστό κέρδους, με αποτέλεσμα τα ποσοστά των επιτοκίων να υπερβαίνουν αυτά των κερδών από επενδύσεις στην παραγωγή. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στη μείωση μισθών ώστε να αντισταθμιστούν οι απώλειες του παραγωγικού κεφαλαίου, που βρίσκεται αντιμέτωπο με χαμηλότερη ανταποδοτικότητα, και άρα με μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους.

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *