Για δεκαετίες ολόκληρες το έργο του Β. Λένιν Ο Αριστερισμός και οι τοποθετήσεις του για τα συνδικάτα, χρησιμοποιήθηκαν από τη ρεφορμιστική, τελικά, Αριστερά για να δικαιολογηθεί η υποταγή στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Πρόκειται για διαστρέβλωση της αντίληψης του ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η Κομμουνιστική Διεθνής το 1920 επεξεργάστηκε μια συνολική επαναστατική γραμμή παρέμβασης στα συνδικάτα, που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και σήμερα.
Στην κρίσιμη στιγμή των αρχών του 1920, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν τόνιζε ότι ενάντια στην ανάπτυξη και το δυνάμωμα του επαναστατικού κομμουνιστικού ρεύματος μέσα στο επαναστατικό κίνημα εμφανίζονται δύο κίνδυνοι. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η παρούσα φάση της ανάπτυξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι, σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες οι καλύτεροι εκπρόσωποι του επαναστατικού προλεταριάτου (…) έχουν ταχθεί στο πλευρό της Κομμουνιστικής Διεθνούς με ενθουσιώδη αφοσίωση. (…) Έχουν ωστόσο παρατηρηθεί δύο λάθη και δύο αδυναμίες του κομμουνιστικού κινήματος (…) Μία πολύ σοβαρή και άμεση απειλή για την υπόθεση της απελευθέρωσης του προλεταριάτου συνίσταται στο ότι μερικοί παλιοί αρχηγοί και μερικά παλιά κόμματα της 2ης Διεθνούς (σ.σ. πρόκειται για τα κόμματα που έφυγαν από τη χρεοκοπημένη 2η Διεθνή και στη συνέχεια σχημάτισαν μια ξεχωριστή Διεθνή, την επονομαζόμενη και 2 ½. Στα κόμματα αυτά ανήκαν για παράδειγμα το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας – στο οποίο προσχώρησε και ο Κάουτσκι, το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα κ.ά.), εν μέρει ασυνείδητα κάτω από τις διαθέσεις και την πίεση των μαζών και εν μέρει συνειδητά εξαπατώντας τις για να κρατήσουν την παλιά τους θέση σαν πράκτορες και βοηθοί της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα, αναγγέλλουν τη με όρους ή χωρίς επιφυλάξεις προσχώρηση τους στην 3η Διεθνή, ενώ στην πραγματικότητα στη συνολική πρακτική του κόμματός τους και της πολιτικής τους δουλειάς μένουν στο επίπεδο της 2ης Διεθνούς (…).Το δεύτερο λάθος, λιγότερο σημαντικό που είναι μάλλον μια αρρώστια σύμφυτη με την ανάπτυξη του κινήματος είναι η τάση προς την “άκρα αριστερά”, που οδηγεί σε μια εσφαλμένη εκτίμηση του ρόλου και των καθηκόντων του κόμματος, όσον αφορά στην εργατική τάξη και τις μάζες σε μια εγκατάλειψη της υποχρέωσης των επαναστατών κομμουνιστών να αγωνίζονται μέσα στα αστικά κοινοβούλια και στα αντιδραστικά συνδικάτα» (βλ. Η 3η Διεθνής, Τα Τέσσερα Πρώτα Συνέδρια σελ.115).
Για να αντιμετωπίσει τον «πρώτο μεγάλο κίνδυνο» η Διεθνής αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχτεί στις τάξεις της τα κόμματα αυτά, παρά το γεγονός ότι ορκίζονταν πίστη στην επανάσταση και στα Σοβιέτ στα λόγια, ακολουθώντας παράλληλα μια συγκεκριμένη τακτική ώστε να επιδράσουν στη βάση τους (κάλεσμα στο Συνέδριο – παρά την αντίθεση της «άκρας Αριστεράς», διαπραγματεύσεις στη βάση των «21 όρων» κ.ά.)
Ο δεύτερος κίνδυνος αφορούσε στην ανάπτυξη ενός ρεύματος αριστερού δογματισμού, που με την πολιτική και την τακτική του ξέκοβε τα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα από την πλατιά μάζα των εργαζόμενων. Ένας αριστερός δογματισμός που αναπτυσσόταν με τσιτάτα όπως «κανένας συμβιβασμός» με τον αντίπαλο ή συμφωνίες με άλλα ρεύματα του εργατικού κινήματος, «άμεσο πέρασμα από την παθητικότητα στην επαναστατική δράση» ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις αυτής της δράσης, «άρνηση συμμετοχής στα αντιδραστικά κοινοβούλια και στα αντιδραστικά συνδικάτα σαν θέση αρχής» και δημιουργία «καθαρών κομμουνιστικών συνδικάτων», ανελέητος πόλεμος με τα κεντρίστικα ρεύματα χωρίς καμιά τακτική επίδρασης στη βάση που τους ακολουθεί, υποτίμηση του ρόλου των αγροτών στην επανάσταση κ.ά. Αυτή η πλατφόρμα βρήκε αποφασιστικά απέναντί της τον Λένιν και τη Διεθνή, τόσο στο 2ο όσο και στα επόμενα Συνέδρια. Σε αυτό το «δεύτερο λάθος», αφιέρωσε ο Λένιν τον Αριστερισμό. Όπως, όμως θα φανεί και παρακάτω, παρά την εξαιρετική του σοβαρότητα, δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τη λογική του Λένιν στο έργο του για τον αριστερισμό, παρά μόνο στο πλαίσιο της συνολικής τακτικής που πρότεινε το 2ο Συνέδριο στα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα. Έξω από αυτό ο Αριστερισμός δεν γίνεται παρά δρόμος πλήρους διαστρέβλωσης και αναίρεσης της επαναστατικής καρδιάς του ρεύματος της 3ης Διεθνούς.
Αυτή η διαπάλη είχε την αντανάκλασή της και στη γραμμή για το εργατικό κίνημα. Από τη μια τα κόμματα της 2 ½ Διεθνούς που ζήτούσαν την είσοδό τους στην ΚΔ, συμμετείχαν στην κίτρινη συνδικαλιστική διεθνή του Άμστερνταμ, μαζί με τα επίσημα παραδοσιακά συνδικάτα των κομμάτων της 2ης ανοιχτά προδοτικής και ιμπεριαλιστικής Διεθνούς. Από την άλλη η «αριστερή αντιπολίτευση» προπαγάνδιζε την έξοδο από τα συνδικάτα και τη δημιουργία «καθαρών επαναστατικών συνδικάτων».
Ποια ήταν λοιπόν η τακτική που διαμόρφωσε σε αυτήν την τόσο πολύπλοκη κατάσταση η Κομμουνιστική Διεθνής; Οι θέσεις της Διεθνούς για τα συνδικάτα αναπτύχθηκαν στην εισήγηση με τίτλο «Το Συνδικαλιστικό Κίνημα, οι Εργοστασιακές Επιτροπές και η 3η Διεθνής».
Διαβάζουμε, λοιπόν, για την εκτίμηση του ρόλου των συνδικάτων στη θέση 1: «(…) Στη διάρκεια του πολέμου αποδείχτηκε ότι τα περισσότερα συνδικάτα αποτελούσαν μέρος του στρατιωτικού μηχανισμού της αστικής τάξης, καθώς τη βοήθησαν να εκμεταλλευτεί την εργατική τάξη και έχυσαν το αίμα του προλεταριάτου, στο βωμό των συμφερόντων του καπιταλιστικού κέρδους(…). Τα συνδικάτα στελεχώνονταν κυρίως από οργανωμένους εργάτες που ήταν ειδικευμένοι και καλύτερα αμειβόμενοι και των οποίων η πολιτική αντίληψη ήταν περιορισμένη λόγω της συντεχνιακής τους στενοκεφαλιάς και του γραφειοκρατικού μηχανισμού που τους απομόνωνε από τις μάζες» (ό.π. σελ. 141).
Έτσι για μια ακόμα φορά, όπως και σε όλο το λενινιστικό έργο, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός των συνδικάτων και η εργατική αριστοκρατία που αποτελούσε την κοινωνική του βάση, ονοματίζεται ως ο κύριος εχθρός του εργατικού κινήματος, ως στρατιωτικός μηχανισμός του κεφαλαίου!
Όμως η καπιταλιστική κρίση, τα απίστευτα δεινά του πολέμου και η άνοδος του επαναστατικού κινήματος, επέδρασαν ώστε «οι πλατιές εργατικές μάζες που προηγουμένως ήταν έξω από τα συνδικάτα, (να) συρρέουν τώρα μέσα στις γραμμές τους, καθώς βλέπουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα νικήσουν στον οικονομικό τους αγώνα. Σε όλες αυτές τις καπιταλιστικές χώρες παρατηρείται μία γιγαντιαία αύξηση των μελών των συνδικάτων. Τα συνδικάτα οργανώνουν, τώρα πια, τις πλατιές μάζες και όχι μοναχά το πιο προχωρημένο τμήμα του προλεταριάτου» (ό.π.)
Μπροστά σε αυτήν την εξέλιξη που άλλαζε την κοινωνική βάση των συνδικάτων, η γραφειοκρατία έδωσε μάχη για να αποτρέψει τη μαζικοποίηση τους. «Η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία και οι παλιές μορφές οργάνωσης των συνδικάτων εμποδίζουν αυτήν τη μεταβολή με κάθε τρόπο. Η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι έτοιμη να φτάσει στα άκρα για να κρατήσει τα συνδικάτα ως οργανώσεις της εργατικής αριστοκρατίας: υπερασπίζεται τα καταστατικά που απαγορεύουν στους χαμηλόμισθους εργάτες την ένταξη στις συνδικαλιστικές οργανώσεις» (ό.π.) Κάθε ομοιότητα με το σήμερα δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, τυχαία.
Πώς άρθρωνε λοιπόν σε αυτές τις συνθήκες η Διεθνής την τακτική της; Σημείο πρώτο: οι κομμουνιστές είναι εκεί που είναι οι εργάτες, στην πρωτοπορία της πάλης για το παραμικρό ζήτημα που απασχολεί την εργατική τάξη, ώστε να εξασφαλίζεται η πλατύτερη δυνατή βάση αναφοράς, στον συνολικό πολιτικό επαναστατικό αγώνα της τάξης. Με τα λόγια της εισήγησης: «Πλήθη εργαζόμενων συρρέουν στα συνδικάτα και ο οικονομικός αγώνας που εξαπολύουν τα συνδικάτα ενάντια στις επιθυμίες της γραφειοκρατίας παίρνει επαναστατικό χαρακτήρα. Οι κομμουνιστές όλου του κόσμου οφείλουν να μπουν στα συνδικάτα ώστε να βοηθήσουν να εξελιχθούν σε όργανα, που παλεύουν συνειδητά για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη δημιουργία του κομμουνισμού. Όπου δεν υπάρχουν συνδικάτα, αυτοί πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία να τα δημιουργήσουν. Κάθε εκούσια αποχή από το συνδικαλιστικό κίνημα και κάθε τεχνητή απόπειρα δημιουργίας ξεχωριστών συνδικάτων αποτελεί τεράστιο κίνδυνο για το κομμουνιστικό κίνημα, εκτός και αν κάτι τέτοιο καθίσταται απαραίτητο λόγω εξαιρετικά βίαιων ενεργειών εκ μέρους της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ή λόγω της υιοθέτησης από αυτήν μιας στενής πολιτικής αποκλεισμού, που εμποδίζει τις πλατιές μάζες των λιγότερο ειδικευμένων εργατών να μπουν στις οργανώσεις. (…) Οι κομμουνιστές, πρέπει όχι μόνο να μάθουν να εισάγουν τις κομμουνιστικές ιδέες στους εργάτες που συμμετέχουν σε οικονομικούς αγώνες, αλλά και να καθιερώνονται σαν οι πιο ικανοί αρχηγοί του οικονομικού αγώνα στα συνδικάτα». (ό.π., Θέση 4, σελ. 143). Δεύτερο σημείο της εισήγησης: «Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι οι στόχοι και η ζωή των συνδικαλιστικών οργανώσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από την εξωτερική μορφή που παίρνουν και έτσι δεν πρέπει να διστάζουν να προκαλούν τη διάσπαση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα ισοδυναμούσε με άρνηση να εμπλακούν στην επαναστατική δράση μέσα στα συνδικάτα, στην προσπάθειά τους να τα μετατρέψουν σε όπλα του επαναστατικού αγώνα και με άρνηση να οργανώσουν τα τμήματα του προλεταριάτου που υφίστανται τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση. Αλλά και όταν ακόμα μια τέτοια διάσπαση αποδεικνύεται αναγκαία, πρέπει να συντελείται μόνο όταν οι κομμουνιστές κατορθώσουν –μέσα από την ενεργό συμμετοχή τους στον οικονομικό αγώνα και από το συνεπή αγώνα ενάντια στους οπορτουνιστές ηγέτες και την τακτική τους– να πείσουν τις πλατιές εργατικές μάζες ότι η διάσπαση επιχειρείται όχι για χάρη κάποιων μακρινών επαναστατικών σκοπών που οι μάζες δεν καταλαβαίνουν ακόμα, αλλά για χάρη των πιο άμεσων και συγκεκριμένων συμφερόντων της εργατικής τάξης και της ανάπτυξης του οικονομικού της αγώνα, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διάσπαση δεν θα οδηγήσει στην απομόνωση των κομμουνιστών από τις εργατικές μάζες». (ό.π. σελ. 144).
Η ενότητα δεν είναι αυτοσκοπός
Ο ΛΕΝΙΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕ ΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ, ΟΠΟΥ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΔΙΑΣΠΑΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
Για τον Λένιν λοιπόν και την Κομμουνιστική Διεθνή στα 1920 η ενότητα των συνδικάτων και η συμμετοχή στα αντιδραστικά συνδικάτα δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε θέμα αρχής! Εξαρτάται από το αν η συμμετοχή σε αυτά μπορεί να εξασφαλίσει την «εμπλοκή στην επαναστατική δράση». Σε διαφορετική κατάσταση μπορεί να επιλέγεται και η διάσπασή τους, με τον όρο ότι η μάζα των εργαζόμενων καταλαβαίνει τους λόγους, ότι ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους.
Τρίτο σημείο. Πώς έπρεπε να αντιμετωπιστεί η οργανωτική διάσπαση του εργατικού κινήματος, όπου αυτή έχει ήδη συντελεστεί; Στο σημείο 6 της απόφασης γράφεται: «Όπου το συνδικαλιστικό κίνημα έχει ήδη χωριστεί σε μια οπορτουνιστική και μια επαναστατική πτέρυγα και όπου, όπως στην Αμερική, τα συνδικάτα που έχουν επαναστατικό, αν και όχι κομμουνιστικό προσανατολισμό υπάρχουν δίπλα – δίπλα με τα οπορτουνιστικά, (σ.σ. εννοεί συνδικάτα όπως την IWW, τους Γούμπλις) εκεί οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίξουν τα επαναστατικά συνδικάτα και να τα βοηθήσουν να ξεπεράσουν τις συνδικαλιστικές προλήψεις τους και να δεχτούν ένα κομμουνιστικό πρόγραμμα. Όπου δημιουργούνται οργανώσεις είτε μέσα είτε έξω από το πλαίσιο των συνδικάτων (όπως οι εργοστασιακές επιτροπές), που αγωνίζονται ενάντια στις αντεπαναστατικές τάσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και υποστηρίζουν την αυθόρμητη άμεση δράση του προλεταριάτου, εκεί οι κομμουνιστές πρέπει αναμφισβήτητα να παρέχουν τη μέγιστη υποστήριξη. Η υποστήριξη προς τα επαναστατικά συνδικάτα, ωστόσο δεν πρέπει να οδηγεί τους κομμουνιστές στο να εγκαταλείπουν τα οπορτουνιστικά συνδικάτα, που βρίσκονται σε κατάσταση έντονων ζυμώσεων και στο δρόμο της ταξικής πάλης». (ό.π σελ. 144).
ΕΚΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ
Για την κόκκινη Διεθνή των συνδικάτων
ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τέταρτο σημείο της εισήγησης στο 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς: τι στάση πρέπει να κρατήσει η Διεθνής απέναντι στα εργοστασιακά συμβούλια και τις άλλες μορφές που γεννάει η δράση της τάξης; «Η οικονομική κρίση που καταλαμβάνει τη μια χώρα μετά την άλλη και γίνεται όλο και πιο έντονη, κάνει φανερό ακόμα και στους πιο καθυστερημένους εργάτες πως δεν φτάνει μονάχα να αγωνίζονται για την αύξηση του μισθού και την ελάττωση των ωρών δουλειάς, ότι η τάξη των καπιταλιστών δεν είναι ικανή να αποκαταστήσει την εθνική οικονομία και να εγγυηθεί στους εργάτες έστω και εκείνο το επίπεδο ζωής που απολάμβαναν πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο. Από αυτήν την αυξανόμενη συνειδητοποίηση των εργατικών μαζών πηγάζει ο πόθος τους να δημιουργήσουν μια οργάνωση που θα μπορούσε να ξεκινήσει τον αγώνα για τη σωτηρία της οικονομίας. Από εδώ και οι εργοστασιακές επιτροπές που έχουν στόχο την άσκηση ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Όλο και μεγαλύτερος αριθμός εργατών σε διάφορες χώρες υποστηρίζει αυτήν την αυξανόμενη απαίτηση για εργοστασιακές επιτροπές. Η υιοθέτηση αυτού του αιτήματος μπορεί να εξηγηθεί από ποικίλους παράγοντες αλλά στο τέλος οδηγεί πάντα στην πάλη για τον έλεγχο της βιομηχανίας – το ιδιαίτερο ιστορικό καθήκον των εργοστασιακών επιτροπών» (ό.π σελ. 145). Έτσι η Διεθνής εκτιμούσε τον ιστορικό ρόλο των εργοστασιακών επιτροπών, που αποτελούσε ένα διεθνές ρεύμα εργατικής χειραφέτησης, και αντανακλούσε την εργατική τάση ελέγχου της παραγωγής, ενός κυττάρου βιομηχανικής εργατικής εξουσίας.
Και τέλος ποια πρέπει να είναι η διεθνής μορφή οργάνωσης του προλεταριάτου; Στην έκκληση της 3ης Διεθνούς «Προς τα συνδικάτα όλων των χωρών», καλούνται όλοι οι εργάτες που υποστηρίζουν τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου να αγωνιστούν με επιμονή ώστε να πείσουν τα συνδικάτα τους να προσχωρήσουν στο Διεθνές Συμβούλιο των Συνδικάτων που ιδρύθηκε στη Μόσχα στις 15 Ιουλίου 1920 (από τα Συνδικάτα της Ρωσίας, της Βρετανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Γαλλίας και της Γεωργίας) και να αποσυρθούν από τη φωλιά των κλεφτών, γνωστή ως Διεθνής Οργανισμός Εργασίας και από τον εταίρο της, την αντεργατική Διεθνή Ομοσπονδία των Συνδικάτων (σ.σ. τη Διεθνή του Άμστερνταμ). (ό.π σελ. 232). Το Διεθνές Συμβούλιο των Συνδικάτων ήταν το πρόπλασμα για την κόκκινη συνδικαλιστική Διεθνή, η οποία ιδρύθηκε ένα χρόνο μετά, στην περίοδο του 3ου συνεδρίου της Διεθνούς.
Ήταν τέτοια η υπογράμμιση της σημασίας δημιουργίας της κόκκινης συνδικαλιστικής Διεθνούς, στο πλαίσιο της συνολικής αυτής τακτικής, που η ξεκάθαρη υποστήριξή της περιελήφθη ως ένας από τους 21 όρους (θέση 10) για την είσοδο στην ΚΔ.
Η έκκληση της Διεθνούς προς τα Συνδικάτα όλων των χωρών έκλεινε ως εξής: «Απλά μέλη των συνδικάτων, κομμουνιστές, επαναστάτες! Το Δεύτερο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς σας καλεί να παλέψετε δραστήρια για να κερδίσετε τα συνδικάτα. Κερδίστε τις εργοστασιακές επιτροπές, μετατρέψτε τα μικρομάγαζα και τα “συντεχνιακά συνδικάτα” σε παραγωγικές ενώσεις. (…) Η ΚΔ δεν θέλει τη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, δεν επιδιώκει μια διάσπαση, αλλά και δεν την φοβάται(…). Το συνδικάτο, όπως κάθε εργατική οργάνωση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για ένα σκοπό. Ούτε η διχόνοια, ούτε η ενότητα είναι κάτι απόλυτο. Δεν είναι απαραίτητο να διασπαστεί το συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά είναι απαραίτητο να εκδιωχθούν οι προδοτικές ομάδες των ηγετών που επιτρέπουν στον ιμπεριαλισμό να χρησιμοποιεί τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Διώξτε τους προδότες και την απεργοσπαστική ηγεσία από τα συνδικάτα! Ζήτω τα επαναστατικά προλεταριακά συνδικάτα που παλεύουν για τη δικτατορία του προλεταριάτου!».
Σε ποιες συνθήκες έγραψε ο Λένιν τον Αριστερισμό
ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ
Στις συζητήσεις και τις αντιπαραθέσεις για το εργατικό κίνημα που διεξάγονται ανάμεσα στις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, αλλά και ευρύτερα της Αριστεράς και των αγωνιστών του κινήματος περίοπτη θέση κατέχει… ο Λένιν. Ο Λένιν και η μπροσούρα του Ο Αριστερισμός εμφανίζονται ως το ευαγγέλιο όσων υποστηρίζουν ότι οι κομμουνιστές πρέπει να «δουλεύουν στα αντιδραστικά συνδικάτα» και υπερασπίζουν από θέμα αρχής την «ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος», λογική που πολλές φορές δεν χρησιμοποιείται, παρά ως άλλοθι αγκίστρωσης γύρω από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τους θεσμούς της.
Όμως, όπως συμβαίνει με όλα τα πολιτικά κείμενα, και αυτά του Λένιν, μόνο αν «αναγνωστούν» στις συνθήκες που τα γέννησαν, αν κατανοηθούν τα πολιτικά ερωτήματα στα οποία κλήθηκαν να απαντήσουν, μπορεί να αναδειχτεί η επαναστατική τους ουσία, να μην γίνουν φορμαλιστικές και δογματικές αλήθειες δια πάσα νόσο…
Ο τρόπος με τον οποίο το κομμουνιστικό κίνημα χειρίστηκε τον Αριστερισμό και ειδικά το θέμα του εργατικού κινήματος, έχει τόση σχέση με τις αντιλήψεις των μπολσεβίκων όσο ο φάντης με το ρετσινόλαδο! Ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα. Το βιβλίο Ο Αριστερισμός, Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού γράφτηκε από τον Λένιν τον Απρίλη του 1920, ενόψει του ιστορικού, όπως αποδείχτηκε, 2ου Συνέδριου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το οποίο πραγματοποιήθηκε από τις 19 Ιούλη έως τις 7 Αυγούστου στην Πετρούπολη.
Στην Ευρώπη υπάρχει ακόμα επαναστατική κατάσταση, συνθήκες επαναστατικής κρίσης. Μεγάλες ταξικές αναμετρήσεις και επαναστάσεις τη συγκλονίζουν και δημιουργούν συνθήκες ραγδαίας μαζικοποίησης των συνδικάτων (παλιών και νέων), αλλά και άνθισης νέων μορφών εργατικής οργάνωσης (εργοστασιακά συμβούλια), που ξεκάθαρα ξεπερνούσαν τα συνδικάτα και το ρόλο τους και ραγδαίας αλλά αντιφατικής πολιτικοποίησης εκατομμυρίων εργατών, που άλλοι ακολουθούσαν την 3η Διεθνή και άλλοι στέκονταν ακόμα στα ρεφορμιστικά και τα ενδιάμεσα ρεύματα – παρά την αναμφισβήτητη αίγλη που ασκούσε η ρώσικη επανάσταση στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης στην Ευρώπη.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Λένιν στην εισήγησή του με θέμα «Η Διεθνής Κατάσταση και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς» καθορίζει τα καθήκοντα της Διεθνούς (ΚΔ) ως εξής: «Φτάσαμε, σύντροφοι, τώρα στο πρόβλημα της επαναστατικής κρίσης, που αποτελεί το βάθρο της επαναστατικής μας δράσης….
Το αστικό σύστημα σε όλο τον κόσμο διέρχεται τη μεγαλύτερη επαναστατική κρίση. Πρέπει να “αποδείξουμε” τώρα με την πρακτική των επαναστατικών κομμάτων ότι αυτά τα κόμματα διαθέτουν αρκετή συνειδητότητα, οργάνωση, σύνδεση με τις εκμεταλλευόμενες μάζες, αποφασιστικότητα, δεξιοτεχνία, ώστε να αξιοποιήσουν αυτήν την κρίση για μια επιτυχή, νικηφόρα επανάσταση. Συγκεντρωθήκαμε σε τούτο το Συνέδριο της ΚΔ κυρίως για να προετοιμάσουμε αυτήν την “απόδειξη”» (από το Β. Ι. Λένιν, Θέσεις, Εισηγήσεις στα Συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς σ. 112)
15/11/2009, εφημερίδα ΠΡΙΝ
[Όλα τα αποσπάσματα από τον συγκεκριμένο τόμο (Η 3η Διεθνής, τα 4 πρώτα Συνέδρια, εκδ. Εργατική Πάλη).]
Κατ'αρχάς πρέπει να φανεί η μεγάλη διαφορά μεταξύ των πρώτων δύο και μεταξύ των επόμενων δύο Συνεδρίων. Για τον αρθρογράφο φαίνεται ότι η σκέψη του Λενιν, των μπολσεβίκων, της επαναστατικής 3ης Διεθνούς σταματάει στο 2ο συνέδριο. Δεν αναφέρεται πουθενά στο 3ο ή στο 4ο συνέδριο, γεγονός που κατ'αρχήν είναι ύποπτο, καθώς ο συνεπής κομμουνιστής είναι αυτονόητο ότι θα έψαχνε για επιβεβαίωση και στα μετέπειτα συνέδρια των επαναστατών μπολσεβίκων, εφόσον μέσα σε αυτά θα έβρισκε την αυτοκριτική, την επιβεβαίωση ή αναθεώρηση απόψεων, την προσαρμογή της "νεκρής" θεωρίας στα πλαίσια που θέτει και στις εμπειρίες που προσφέρει η ίδια η ζωντανή πραγματικότητα.
Όπως πολύ εύστοχα το θέτει ο Τρότσκι, "το 3ο συνέδριο της ΚΔ είναι το ορόσημο που χωρίζει την πρώτη από την δεύτερη περίοδο. Το συνέδριο αυτό απόδειξε πως τα πολιτικά και οργανωτικά μέσα των ΚΚ ήταν ανεπαρκή για την κατάκτηση της εξουσίας και προώθησε το σύνθημα <προς τις μάζες> "και ότι μετά το 2ο συνέδριο φάνηκε η ανάγκη για μια "…επαναστατική στρατηγική πολύ πιο σύνθετη".
Ο αρθρογράφος ουσιαστικά αυτό που λέει είναι το εξής: "η ενότητα δεν είναι αυτοσκοπός, η διάσπαση των συνδικάτων είναι πιθανή να γίνει από τους κομμουνιστές αν συντρέχει σοβαρός λόγος, ο Λενιν υποστήριζε τα επαναστατικά συνδικάτα όπου υπάρχουν και τέλος η ΚΔ δημιούργησε και την κόκκινη διεθνή των συνδικάτων". Παρέλειψε δυστυχώς να διαβάσει (ή απλά δεν τις έλαβε υπόψιν του;) ολόκληρες τις αποφάσεις του 3ου και 4ου Συνεδρίου, που υποστηρίζουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο 1) την τακτική του ενιαίου μετώπου (ειδικά σε περιόδους που οι επαναστάτες κομμουνιστές δεν αποτελούν την πλειοψηφία, ως έναν τρόπο υπεράσπισης ή κατάκτησης ζωτικών και άμεσων στόχων/αναγκών) και 2) την ανάγκη για οργανική ενότητα της τάξης και του συνδικαλιστικού της κινήματος, σε περίοδο που περιγράφεται έτσι:
"Σ'αυτά τα τελευταία δύο χρόνια, που χαρακτηρίζονται από τη γενική επίθεση του κεφαλαίου, το συνδικαλιστικό κίνημα εξασθένησε αισθητά σε όλες τις χώρες. […] τα συνδικάτα έχασαν μεγάλο αριθμό από τα μέλη τους. Αυτή η οπισθοδρόμηση εξηγείται τόσο από τις μεγάλες επιθέσεις της μπουρζουαζίας, όσο και από την αδυναμία των ρεφορμιστικών συνδικάτων, όχι μόνο να λύσουν το κοινωνικό ζήτημα, αλλά και να αντισταθούν σοβαρά στην καπιταλιστική επίθεση και να υπερασπίσουν τα πιο στοιχειώδη συμφέροντα των εργατικών μαζών" (σελ 421). Με αυτήν την κατάσταση αντιμέτωποι (αυτή μήπως σας θυμίζει τίποτα;) οι επαναστάτες κομμουνιστές διορθώνουν όποιες ατέλειες υπήρχαν στην γραμμή τους. Ξεχασμένα αυτά περί διάσπασης και λοιπών.
Συγκεκριμένα, παρεθέτουμε:
"Το σύνθημα της ΚΔ (<<ενάντια στην διάσπαση των συνδικάτων>>) πρέπει να εφαρμοστεί εξίσου δραστήρια όπως στο παρελθόν […].
Διωχνοντας [οι ρεφορμιστές] συστηματικά τα καλύτερα στοιχεία των συνδικάτων ελπίζουν να κάνουν τους κομμουνιστές να χάσουν την ψυχραιμία τους, να φύγουν από τα συνδικάτα, εγκαταλείποντας το καλομελετημένο σχέδιο τους, δηλαδή της κατάκτησης των οργανώσεων αυτών από το εσωτερικό τους, και να ταχθούν υπέρ του σχίσματος […].
Το σχίσμα του συνδικαλιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, αποτελεί το μεγαλύτερο κίνδυνο για το εργατικό κίνημα στο σύνολό του. Το σχίσμα στα εργατικά συνδικάτα θα έριχνε την εργατική τάξη πολλά χρόνια πίσω, γιατί η μπουρζουαζία θα μπορούσε τότε να ξαναπάρει εύκολα πίσω τις πιο στοιχειώδεις εργατικές κατακτήσεις. Οι κομμουνιστές πρέπει με κάθε μέσο να εμποδίσουν το συνδικαλιστικό σχίσμα[…].
Στις χώρες όπου υπάρχουν παράλληλα δύο εθνικές συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες (Ισπανία, Γαλλία, Τσεχοσλοβακία, κλπ) οι κομμουνιστές πρέπει να αγωνιστούν συστηματικά για την ενοποίηση αυτών των παράλληλων οργανώσεων. Εφόσον υπάρχει αυτός ο σκοπός της συγχώνευσης των συνδικάτων, που σήμερα είναι διασπασμένα, δεν είναι καθόλου λογικό να αποσπούμε τους μεμονωμένους κομμουνιστές και τους επαναστάτες εργάτες από τα ρεφορμιστικά συνδικάτα μεταφέροντας τους στα επαναστατικά συνδικάτα. Κανένα ρεφορμιστικό συνδικάτο δεν πρέπει να παραμείνει χωρίς επαναστατική ζύμη […].
Η προστασία της συνδικαλιστικής ενότητας, καθώς και η αποκατάστασή της εκεί που δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατή παρά μόνο αν οι κομμουνιστές βάλουν σε ενέργεια ένα πρακτικό πρόγραμμα […] και να δημιουργήσουν, στην περίπτωση που υπάρχει συνδικαλιστικό σχίσμα τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να εξασφαλιστεί η οργανική ενοποίηση. Κάθε κομμουνιστής πρέπει να έχει υπόψη του ότι το συνδικαλιστικό σχίσμα δεν αποτελεί μόνο απειλή για τις άμεσες κατακτήσεις της εργατικής τάξης, αλλά και για την ίδια την κοινωνική επανάσταση. Οι προσπάθειες των ρεφορμιστών [σημ. δικιά μου και αριστεριστών θα πρόσθετα εγώ] να διασπάσουν τα συνδικάτα πρέπει να συντριβούν – κι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με μια δραστήρια οργανωτική και πολιτική εργασία μέσα στις μάζες"
Λοιπόν: ο Λένιν όπως βλέπουμε ΔΕΝ υποστήριζε την διάσπαση των συνδικάτων ούτε όπου αυτή υπήρχε υποστήριζε τα επαναστατικά συνδικάτα, παρατώντας τα ρεφορμιστικά στα νύχια των οπορτουνιστών. Για τον Λένιν (και τον Τρότσκι), τουλάχιστον σε περιόδους καπιταλιστικής επίθεσης, εργατικής αντεπίθεσης και κοινωνικής επανάστασης, η οργανική ενότητα της τάξης, η ενιαιομετωπική δράση (παρόλο που μιλάμε για άλλου μεγέθους σοσιαλδημοκρατίες και οπορτούνες, έτσι; Τότε η σοσιαλδημοκρατία είχε προδώσει επαναστάσεις και είχε σκοτώσει τους Λημπκνεχτ και τις Ρόζες κάθε χώρας, είχε παραδώσει στον ιμπεριαλισμό λαούς ολόκληρους στον Α' ΠΠ κλπ κλπ) ακόμη και με τους ρεφορμιστές είναι προυπόθεση [αναφέρω σχηματικά] κατ'αρχήν για την εμπλοκή των ευρύτερων μαζών στο ζωντανό σχολείο του αγώνα που είναι ουσιαστικότερο από χρόνια προπαγάνδας (η Ρόζα το'πε αυτό; δεν θυμάμαι), κατά δεύτερον δεν αφοπλίζει την τάξη αλλά της επιτρέπει να αμυνθεί ή και να αντεπιτεθεί σε πρώτη βάση και να το κάνει μαζικά σε δεύτερη, κατά τρίτον επιτρέπει στους επαναστάτες κομμουνιστές να μπουν στην πρωτοπορία μαζικών αγώνων, εφόσον αναγκαστικά αυτοί θα τραβήξουν το κουπί και όχι οι ρεφόρμες, κερδίζοντας κόσμο με την πλευρά τους και κατά τέταρτον τους επιτρέπει να αναδείξουν ακριβώς τα ψέματα, τις παλλινωδίες, την μη αγωνιστικότητα, τα όρια εντέλει του ρεφορμισμού στις μάζες. Και ας αναλογιστεί ο αρθρογράφος, πού κατέληξε το εργατικό κίνημα στις ευρωπαικές χώρες που έχουν 2 και 3 και 4 τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα των εργαζομένων ή αν, λόγου χάριν, ο σεχταρισμός του ΠΑΜΕ (ακόμα και όσον αφορά τον συντονισμό και την αλληλεγγύη στον κορυφαίο και σημαντικότατο αγώνα των χαλυβουργών) αποτέλεσε εμπόδιο ή έδωσε ώθηση στο κίνημα στην Ελλάδα. Αυτά, για να μην κουράσω παραπάνω. Τα παραθέματα είναι άπειρα, γι'αυτό προτείνω στους ενδιαφερόμενους να αγοράσουν τον συγκεκριμένο τόμο (απίστευτα χρήσιμος) και να τον διαβάσουν προσεκτικά από την αρχή ως το τέλος (εις διπλούν)!
http://seisaxthia.wordpress.com/2012/09/08/%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%BC%CE%B5-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C-blog-08-09-201/
Σε άρθρο του στο Πριν της 15-11-2009, ο Αντώνης Δραγανίγος προσπαθεί, με εκτεταμένες ταχυδακτυλουργικές αναφορές στις αποφάσεις του ΙΙ συνεδρίου της Γ΄ Διεθνούς για το συνδικαλιστικό κίνημα να δικαιώσει από τη θεωρητική τάχα μου σκοπιά του μαρξισμού -λενινισμού τα ιδεολογήματα και τις πρακτικές διάσπασης των συνδικάτων που υιοθετούν σημαντικά τμήματα της κοινοβουλευτικής και της εξωκοινοβουλευτικής ελληνικής αριστεράς. Πρώτο το ΝΑΡ και δεύτερο το ΚΚΕ έχουν εδώ και χρόνια καθιερώσει κατά τη διάρκεια των εργατικών κινητοποιήσεων τη μόδα των δικών τους ξεχωριστών συλλαλητηρίων και πορειών – στη βάση όχι των αντικειμενικά κοινών οικονομικών και ταξικών συμφερόντων αλλά στη βάση της κοινής κομματικής τοποθέτησης των εργατοϋπάλληλων διαδηλωτών! Και αν θελήσουμε να προεκτείνουμε στο άμεσο μέλλον τα σοφιστικά “συμπεράσματα” του άρθρου, θα πρέπει το άρθρο αυτό να θεωρηθεί προσπάθεια θεωρητικής τεκμηρίωσης και ανοιχτή διακήρυξη της πρόθεσης της πολιτικής οργάνωσης του συγγραφέα του να αναλάβει και άλλες διασπαστικές πρωτοβουλίες, όπως τη δημιουργία νέων “επαναστατικών” συνδικάτων δίπλα στα ήδη υπάρχοντα “αντιδραστικά” συνδικάτα ή τη διάσπαση των ήδη υπαρχόντων “αντιδραστικών” συνδικάτων. Και όλα αυτά μέσα σε συνθήκες απομαζικοποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος και με γνωστή, εκφρασμένη μάλιστα με νόμο πρόθεση της αστικής τάξης να διασπάσει και αυτά τα ήδη υπάρχοντα απομαζικοποιημένα συνδικάτα. (Βλέπε π.χ. τη νομοθεσία περί συλλογικών διαπραγματεύσεων και συλλογικών συμβάσεων, όπου ο αστός νομοθέτης θεσπίζει διατάξεις που ρυθμίζουν ποιο από τα πολλά συνδικάτα του ίδιου συνδικαλιστικού χώρου πρέπει να θεωρείται ο επίσημος εκφραστής του χώρου, ώστε να του εκχωρείται το δικαίωμα να διαπραγματεύεται με την εργοδοσία και να υπογράφει τις συλλογικές συμβάσεις!)
Ο θεωρητικός μας αρχίζει τη “διασπαστιάδα” του με το σόφισμα της συναγωγής της ύπαρξης της αιτίας από τη διαπίστωση της ύπαρξης του αποτελέσματος. Αρχίζει το άρθρο του με μιαν επίθεση στη ρεφορμιστική αριστερά που του επιτρέπει να υποβάλλει εκ του αντιθέτου το συμπέρασμα ότι αυτός ανήκει στην επαναστατική αριστερά. Από τη γενική θέση όμως ότι οι επαναστάτες υποβάλλουν σε αυστηρή κριτική κάθε μορφή ρεφορμισμού, δε συνάγεται με αναγκαιότητα το συμπέρασμα ότι όποιος κριτικάρει μια μορφή ρεφορμισμού είναι και επαναστάτης- αφού πάντα μένει ανοιχτή η πιθανότητα να είναι και ο ίδιος αντιπρόσωπος μιας άλλης μορφής ρεφορμισμού.
Ο συγγραφέας μας, λοιπόν, δεν κατηγορεί την παραδοσιακή ρεφορμιστική αριστερά επειδή δεν ανέπτυξε συγκεκριμένους αγώνες για την απαλλαγή του συνδικαλιστικού μας κινήματος από την κηδεμόνευσή του από το αστικό κράτος και την εργοδοσία, ( π.χ. με την υποχρεωτική έγκριση των καταστατικών και από τα πρωτοδικεία, με την υποχρεωτική παρουσία δικαστικού αντιπροσώπου στις εκλογικές διαδικασίες, με τη μη απαγόρευση εγγραφής στα συνδικάτα των δημοσίων υπαλλήλων των διοικητικών στελεχών- εκπροσώπων της κρατικής εργοδοσίας κλπ.)∙ δεν την κατηγορεί επίσης επειδή δεν πήρε πρωτοβουλίες για την καθιέρωση καταστατικών που να αποτρέπουν τον εκκοινοβουλευτισμό και τον εκγραφειοκρατισμό των οργάνων των συνδικάτων (επιβάλλοντας π.χ. τον καθοριστικό, αποφασιστικό ρόλο των πρωτοβάθμιων συνελεύσεων για όλα τα ζητήματα του συνδικάτου, την ανακλητότητα των εργατικών αντιπροσώπων σε όλα τα επίπεδα της συνδικαλιστικής οργάνωσης κλπ. )∙ τη μέμφεται γιατί δεν προώθησε της διάσπαση των συνδικάτων και γιατί, με την εμμονή της στο σύνθημα «ένα σωματείο, μια ομοσπονδία, μια συνομοσπονδία», και με τη διαρκή υπόμνηση των απόψεων του Λένιν για το καθήκον των κομμουνιστών να δουλεύουν ακόμα και στα πιο αντιδραστικά συνδικάτα, μετέτρεψε το έργο του Λένιν για τον αριστερισμό, την παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, σε θεωρητική νομιμοποίηση, σε άλλοθι της υποταγής της στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία! Ισχυρίζεται μάλιστα ότι ο ίδιος εισηγείται την ορθή ερμηνεία του προαναφερθέντος έργου του Λένιν, εντάσσοντάς το μέσα στις συνθήκες που το γέννησαν. Και όμως ακριβώς πολλές από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες γέννησης του “Αριστερισμού …” αποσιωπούνται στο άρθρο του.
«Ο Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» δε γράφτηκε απλώς μέσα σε συνθήκες μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης που δημιουργούσε ένα μεγάλο ρεύμα μαζικοποίησης των συνδικάτων και άνοιγε τεράστιες δυνατότητες νίκης της επανάστασης. Γράφτηκε επίσης μέσα σε συνθήκες που, από αντίδραση στον ταξικό εκφυλισμό των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Β΄ Διεθνούς -με τη διάσπαση των οποίων ιδρύθηκαν τα κόμματα της Γ΄ Διεθνούς- πολλά και ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα (Γερμανίας, Βρετανίας, Γαλλίας, Ολλανδίας, Ιταλίας κλπ.) και πολλά ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα των συνδικαλισμένων εργατών ενστερνίζονταν ουτοπικές και καταστροφικές για το κίνημα αριστερίστικες αντιλήψεις: απέρριπταν κάθε συμβιβασμό με μη κομμουνιστές, αποποιούνταν την επαναστατική χρήση του κοινοβουλίου για την πολιτική διαπαιδαγώγηση των μαζών, κήρυτταν την αποχή από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες ερήμην των διαθέσεων των εργατικών μαζών, αρνιόντουσαν να αναπτύξουν οποαδήποτε σοβαρή, ενωτική, κομμουνιστική επαναστατική δράση μέσα στα συνδικάτα, πρότειναν και εφάρμοζαν την οργανωτική σύνδεση και υποταγή των συνδικάτων στο κομμουνιστικό κόμμα, καλούσαν την εργατική τάξη να αποχωρήσει από τα συνδικάτα της και να ενταχτεί σε τεχνητές, επινοημένες μορφές εργατικής οργάνωσης, στις εργατικές ενώσεις. ( Οι εργατικές αυτές ενώσεις διαφέρουν από το νέο εργατικό κίνημα του ΝΑΡ μόνο στο ότι το τελευταίο δε ζητάει από τα μέλη του να αναγνωρίσουν το σοβιετικό σύστημα και τη δικτατορία του προλεταριάτου -γιατί απλούστατα το ΝΑΡ δεν αποδέχεται αυτές τις αρχές). Για να μην κυριαρχήσουν πλήρως οι αριστερίστικες απόψεις και στο δεύτερο συνέδριο της ΚΔ, ο Λένιν έγραψε μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα (Απρίλιος του 1920) τον “Αριστερισμό…” , επέβλεψε προσωπικά την κατεπείγουσα στοιχειοθέτησή και την εκτύπωση του (για την οποία δούλεψαν υπερωρίες οι εργάτες του 1ου κρατικού τυπογραφείου) και τέλος μοίρασε μεταφρασμένο το βιβλίο σε όλους τους συνέδρους του ΙΙ συνεδρίου της Κομιντέρν (Ιούνιος- Αύγουστος του 1920)!
Αποσιωπάται επίσης το γεγονός ότι η αριστερίστικη άποψη της οργανωτικής υποταγής των συνδικάτων στο κομμουνιστικό κόμμα είχε ήδη επικρατήσει στην εκλεγμένη από το Ι συνέδριο της ΚΔ Εκτελεστική Επιτροπή , η οποία το Μάρτιο του 1920 με γράμμα της προς τα τμήματά της απαιτεί τα κόκκινα συνδικάτα να γίνουν τμήματα της ΚΔ. .(Κ. Μπατίκας, Συνδικάτα και πολιτική, σ.107) Με την ευκαιρία ας επισημάνουμε ότι ο Δραγανίγος στο άρθρο του λαθεμένα αποδίδει στο Λένιν τη συγγραφική πατρότητα των Θέσεων του ΙΙ συνεδρίου για τα βασικά καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς , μολονότι το προσχέδιο των θέσεων έγινε από τον Τρότσκι, όπως διαβάζουμε στη σελ. 115 του ” Η Τρίτη Διεθνής, τα τέσσερα πρώτα συνέδρια… Εκδόσεις Εργατική Πάλη”.
Οι αποφάσεις λοιπόν του ΙΙ συνεδρίου της ΚΔ σφραγίζονται από τη διαπάλη ανάμεσα σε ένα ισχυρό, πολυεθνικό, αριστερίστικο ρεύμα και στους ρώσους συνέδρους, που είναι οι θεματοφύλακες της επαναστατικής πείρας και θεωρίας του μπολσεβικισμού, όπως αυτές αποκρυσταλλώνονται στον “Αριστερισμό” του Λένιν. Αυτός ο συντονισμένος και σφοδρός αγώνας όλης της σοβιετικής αντιπροσωπείας κατά των αριστεριστών τεκμαίρεται π.χ. από το γεγονός ότι η αρχή του προαναφερθέντος προσχεδίου του Τρότσκι ενσωματώνει αποσπάσματα από το Χ κεφάλαιο του βιβλίου του Λένιν για το δεξιό και τον αριστερό οπορτουνισμό (καιροσκοπισμό), και από το γεγονός της διαρκούς αντιπαράθεσης του Λένιν με τις αριστερίστικες απόψεις στις πέντε από τις έξι ομιλίες που εκφώνησε στο συνέδριο! Κατά συνέπεια η υπό αυστηρότατες προϋποθέσεις αποδοχή της αριστερίστικης άποψης περί εκούσιας αποχής από το συνδικαλιστικό κίνημα από την μπολσεβίκικη αντιπροσωπεία και η συγκατάβαση της σε κάποιες τεχνητές απόπειρες δημιουργίας ξεχωριστών και διάσπασης των ήδη υπαρχόντων συνδικάτων δεν αποτελούν αποκήρυξη των θέσεων του “Αριστερισμού”, όπως υποστηρίζει ο Δραγανίγος, αλλά εντάσσονται μέσα στα πλαίσια της γνωστής ευέλικτης και ευλύγιστης τακτικής των ρώσων κομμουνιστών να κάνουν συμβιβασμούς προωθητικούς για το κίνημα, να αρνούνται τις αντιδιαλεκτικές απολυτότητες και να βάζουν μια σειρά από τέτοιες προϋποθέσεις που καθιστούν σχεδόν απαγορευτική στην πράξη κάθε πρωτοβουλία διάσπασης των συνδικάτων η οποία προέρχεται από τους κομμουνιστές και όχι από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και την εργατική αριστοκρατία, και η οποία δεν έχει εξασφαλίσει την κατανόηση και την επίνευση των εργατικών μαζών.
«Κάθε εκούσια αποχή από το συνδικαλιστικό κίνημα και κάθε τεχνητή απόπειρα δημιουργίας νέων συνδικάτων» που αποφασίζει το συνέδριο δεν είναι καθόλου εκούσια και καθόλου τεχνητή, αφού δικαιολογούνται μόνον όταν «…κάτι τέτοιο καθίσταται απαραίτητο λόγω εξαιρετικά βίαιων ενεργειών της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (όπως η διάλυση των επαναστατικών τοπικών παραρτημάτων των συνδικάτων από τις οπορτουνιστικές διοικήσεις)». Για ευνόητους λόγους ο Δραγανίγος παραλείπει να παραθέσει το εντός της παρένθεσης κείμενο της θέσης 4 που υπονομεύει την εγκυρότητα των ισχυρισμών του. Η διάσπαση των συνδικάτων από τους κομμουνιστές είναι άκρως επικίνδυνη για τους κομμουνιστές ενέργεια, λύση έσχατης ανάγκης. Και αυτή η λύση δεν επιτρέπεται να προωθείται απλά και μόνον όταν η άρνηση διάσπασης «θα ισοδυναμούσε με άρνηση να εμπλακούν στην επαναστατική δράση μέσα στα συνδικάτα στην προσπάθειά τους να τα μετατρέψουν σε όπλα του επαναστατικού αγώνα», όπως παραπειστικά συμπεραίνει ο Δραγανίγος, καταφεύγοντας στο σόφισμα της παράθεσης μιας μεγάλης περίπλοκης σειράς φράσεων –αποσπασμάτων της απόφασης του συνεδρίου και της εξαγωγής από αυτές ενός αυθαίρετου συμπεράσματος. Σύμφωνα με την απόφαση της ΚΔ η άρνηση διάσπασης των συνδικάτων είναι απαράδεκτη για κομμουνιστές όχι μόνο με τη γενικόλογη (που ο καθένας την καταλαβαίνει όπως θέλει) προϋπόθεση ότι αυτή η άρνηση «θα ισοδυναμούσε με άρνηση να εμπλακούν στην επαναστατική δράση μέσα στα συνδικάτα στην προσπάθειά τους να τα μετατρέψουν σε όπλα του επαναστατικού αγώνα». Για να προχωρήσουν οι κομμουνιστές στη διάσπαση ενός συνδικάτου μπαίνουν πολύ πιο συγκεκριμένες και μη επιδεχόμενες πολύσημη ερμηνεία προϋποθέσεις: α) η άρνηση της διάσπασης να ισοδυναμεί με την άρνηση «να οργανώσουν τα τμήματα του προλεταριάτου που υφίστανται τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση», β) η διάσπαση να επιχειρείται «… όχι για χάρη κάποιων μακρινών επαναστατικών σκοπών που οι μάζες δεν καταλαβαίνουν ακόμα, αλλά για χάρη των πιο άμεσων και συγκεκριμένων συμφερόντων της εργατικής τάξης και της ανάπτυξης του οικονομικού της αγώνα» και γ) η διάσπαση να γίνεται εφόσον διασφαλιστεί «ότι η διάσπαση δε θα οδηγήσει σε απομόνωση των κομμουνιστών από τις εργατικές μάζες.» Τέλος η ταυτόχρονη συμμετοχή των κομμουνιστών στα επαναστατικά και στα οπορτουνιστικά συνδικάτα, με μεγαλύτερη υποστήριξη των πρώτων και με ενθάρρυνση της ανάπτυξης των μαζικών συνδικάτων που βρίσκονται στο δρόμο του επαναστατικού αγώνα, σκοπεύει στην ιδεολογική και οργανωτική ενότητα των συνδικαλισμένων εργαζομένων στον κοινό αγώνα κατά του καπιταλισμού- και όχι στη διαιώνιση της διάσπασης, όπως εξυπονοεί ο Δραγανίγος με την παράλειψη της κατακλείδας της θέσης 6. (Η Τρίτη Διεθνής…, σ. 144-145)
Με την επίμονη παρέμβαση των μπολσεβίκων οι αποφάσεις του ΙΙ συνεδρίου της ΚΔ υπερασπίζονται την ανάγκη ενότητας του συνδικαλιστικού κινήματος ακόμα και όταν φραστικά φαίνονται να επικροτούν τη διάσπασή του! Και η πράξη τελικά δικαίωσε τον “Αριστερισμό…” και τους μπολσεβίκους. Η αριστερίστικη επιμονή στην οργανωτική σύνδεση της ΚΔ με τα συνδικάτα της Κόκκινης Διεθνούς των Εργατικών Συνδικάτων (ΚΔΕΣ) και η προσπάθεια υποταγής τους στα Κομμουνιστικά Κόμματα, παρά την αντίθετη γνώμη της σοβιετικής αντιπροσωπείας, οδήγησε στην απομαζικοποίηση της ΚΔΕΣ με την αποχώρηση των αναρχοσυνδικαλιστών. Έτσι η ΚΔΕΣ υποχρεώθηκε το 1922 να αναιρέσει την απόφασή της για οργανωτική σύνδεση συνδικάτων –ΚΔ.(Κ. Μπατίκας, Συνδικάτα και πολιτική, σ. 408-409). Και η ίδια η ΚΔ στο 3ο συνέδριό της, τον Ιούλιο του 1921, μέσα σε συνθήκες προϊούσας απομαζικοποίησης των ελεύθερων γερμανικών συνδικάτων, υποχρεώθηκε να επαναδιατυπώσει τη θέση της για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος χωρίς το φραστικό σιγοντάρισμα της διάσπασης – προικονομώντας έτσι την υιοθέτηση της τακτικής του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης ένα χρόνο αργότερα:
«Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να εξηγήσουν στο προλεταριάτο ότι τα προβλήματά του δε θα λυθούν αν εγκαταλείψουν τ&alpha