Παναγιώτης Μαυροειδής
Το βιβλίο διατρέχει την ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού και ανιχνεύει την παρούσα κρίση του, μέσα από αυτό το πρίσμα, διατυπώνοντας την άποψη ότι
‘’ο καπιταλισμός έχει εξαντλήσει πλέον τις προοδευτικές και αναπτυξιακές δυνατότητές του. Η κυριαρχία των παρασιτικών και αρπακτικών χαρακτηριστικών του στρέφονται κατά της κοινωνίας, που ο ίδιος δημιούργησε, απειλώντας την με πισωγύρισμα. Αφού ανέπτυξε τις παραγωγικές δυνάμεις σε βαθμό ασύλληπτο και οδήγησε ολόκληρο τον κόσμο στην ανάπτυξη, εκπλήρωσε την αποστολή του, και ήρθε η ώρα η δράση των εργαζομένων να τον βγάλει από το ιστορικό προσκήνιο’’.
Έτσι απλά; Δεν πρόκειται καθόλου για αβασάνιστο συμπέρασμα. Ο συγγραφέας, γνωστός από την πυκνή και μεστή αρθρογραφία του στο προσωπικό ιστολόγιό του eparistera.gr, δεν φοβάται να διατυπώνει σαφείς ισχυρισμούς και ισχυρές απόψεις, αφήνοντας στην άκρη τα ‘’ήξεις- αφήξεις’’ και τα ‘’φυλάγματα’’. Ο Γιώργος Π. Τριανταφυλλόπουλος, έχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό ‘’κουσούρι’’: Αγαπάει ιδιαίτερα την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει, πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο δυστυχώς στον κόσμο της αριστεράς.
Η ματιά του συγγραφέα σε όλα τα σύγχρονα κοινωνικά θέματα εκκινεί από την καπιταλιστική κρίση και τη διερεύνησή της. Μα και η οπτική των λύσεων που ανιχνεύει έχει στο κέντρο της την ανατροπή του καπιταλισμού.
Η ‘’κρισιολογία΄΄ οδηγεί καμιά φορά στο κρύψιμο των ποιοτικών τομών στην ιστορική διαδρομή γέννησης, εξέλιξης και κρίσης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και είναι απαραίτητη η συστηματοποίηση των σχετικών παρατηρήσεων.
Αποφεύγοντας μια χαώδη περιδιολόγηση ο συγγραφέας σημειώνει τις τρεις μεγάλες τομές στην ιστορία των καμπών του καπιταλισμού. Την μεγάλη κρίση του 1870-1890, αυτή του 1929-1940 και την αργόσυρτη αλλά εξίσου βαθειά κρίση από τη μεγάλη καμπή του 1970 και μετά.
Η πρώτη εξ αυτών είχε αφετηρία την ηγεμονική δύναμη του καπιταλισμού της εποχής, την Μεγάλη Βρετανία και προετοίμασε τη σφαγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος μαζί με τις εκατόμβες των νεκρών έδωσε τη σκυτάλη της πρωτοκαθεδρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.
Η δεύτερη κρίση, είχε εκκίνηση ακριβώς στον νέο ηγεμόνα, ενώ τελικά εκτονώθηκε όχι το 1933, αλλά με το ξέσπασμα και το μακελειό του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Ίσως θα αρκούσαν αυτές οι επισημάνσεις για να συσχετιστούν οι κρίσεις όχι με την ‘’υστέρηση΄΄ της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά ακριβώς με την καπιταλιστική υπερ0ωρίμανση και κυριαρχία.
Το τρίτο μεγάλο κύμα της κρίσης, με την βουτιά της τελευταίας πενταετίας και ειδικά του 2009, ακριβώς στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα των ΗΠΑ και της ΕΕ, συνδυάζει με πρωτότυπο τρόπο όλα τα κρισιακά φαινόμενα, ενώ περισσότερο από ποτέ αναδεικνύει το κοινωνικό ζήτημα, την διαπάλη ανάμεσα στον κόσμο του κεφαλαίου και την εργατική τάξη, ως το βασικό διακύβευμα.
Στο ενδιάμεσο αυτών των μεγάλων τομών, αναπτύσσονται οι κυκλικές ενδιάμεσες εκφάνσεις της ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού.
Σε ξεχωριστό κεφάλαιο του βιβλίου γίνεται αξιολόγηση των διαφόρων θεωριών ανάλυσης των κρίσεων.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει με συνέπεια την άποψη ότι η κρίση είναι εγγενές στοιχείο του καπιταλισμού και ότι δεν πρέπει να αναζητούνται εξωτερικά ως προς την ουσία του αίτια για την εμφάνισή της, όπως ο δανεισμός. Με αυτή την έννοια, οι κρίσεις δεν μπορούν να τιθασευτούν, όπως ονειρεύονται οι θιασώτες του καπιταλισμού, στον ίδιο βαθμό που και η ταξική πάλη δεν μπορεί να καταργηθεί. Στο βιβλίο δεν λείπουν οι αναφορές των τραγικών και σχετικών διαψεύσεων τέτοιων ονειροφαντασιών.
«Οποιοδήποτε Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών συνεδρίασε μέχρι σήμερα για να εξετάσει την κατάσταση της Ένωσης, δεν αντιμετώπισε μια πιο ευχάριστη προοπτική από αυτή που εμφανίζεται στην παρούσα εποχή. Στο εσωτερικό πεδίο, υπάρχει ηρεμία και ικανοποίηση […] και το μεγαλύτερο ρεκόρ ευημερίας». Είναι τα λόγια του προέδρου των ΗΠΑ Κάλβιν Κούλιτζ (Calvin Coolidqe) πpos το Κογκρέσο στις 4 Δεκεμβρίου του 1928. Λίγους μήνες αργότερα η οικονομία των ΗΠΑ είχε περιπέσει στη βαθύτερη οικονομική κρίση του 20ού αιώνα, με το ΑΕΠ των ΗΠΑ να μειώνεται κατά 32% μέσα σε μια τριετία.
Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ένα άλλο «ιερό τέρας» της αστικής οικονομολογία5, ο Πολ Σάμιουελσον (Paul Samuelson), δήλωνε πως η σύγχρονη οικονομολογική σκέψη έχει πλέον στη διάθεση της όλα τα εργαλεία που απαιτούνται για να αποφεύγει πλέον τις κρίσεις. Λίγα χρόνια μετά, η ιαπωνική οικονομία είχε περιπέσει σε ύφεση και κρίσεις διαφόρων τύπων διαδέχονταν η μια την άλλη διατρέχοντας όλο τον πλανήτη.
«Το κεντρικό πρόβλημα της αποτροπής μιας βαθιάς και παρατεταμέvns ύφεσης έχει πρακτικά λυθεί», δήλωνε το 2003 ο Ρόμπερτ Λούκας (Robert Lucas), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγου και βραβευμέvos με Νόμπελ Οικονομίαε το 1995 .
Στον αντίποδα αυτών των προσεγγίσεων ο συγγραφέας αναφέρεται στο ερμηνευτικό σχήμα του Μάρξ και κυρίως αυτό της υποκατανάλωσης. Σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνει στις σχετικές αναφορές, μιας και πάντα θα υπάρχει ένας μέρος της παραγωγής, ιδιοποιημένο από τον καπιταλιστή, που δε θα μπορεί να καταναλωθεί, με τη διαρκή επανάληψη αυτής διαδικασίας, επέρχεται συσσώρευση απούλητων προϊόντων και τελικά κρίση. Σύμφωνα με την άποψη του συγγραφέα, που διατυπώνεται σε πολλά σημεία η καπιταλιστική κρίση είναι τελικά αποτέλεσμα μιας ολοένα αυξανόμενης αναντιστοιχίας μεταξύ της συνολικής κοινωνικής παραγωγικής ικανότητας και της συνολικής ενεργής ζήτησης. Παράλληλα, διατυπώνει την σκέψη πως: ‘’Ανεξάρτητα πάντως από τη θεωρητική ισχύ του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, εκείνο που πρέπει να δούμε είναι τα εμπειρικά δεδομένα, και ταυτόχρονα πρέπει να επισημάνουμε πως ο νόμος αυτός ισχύει, αν ισχύει, για μακρά περίοδο· ως εκ τούτου, δεν είναι ικανός ούτε πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία των κυκλικών κρίσεων των καπιταλιστικών οικονομιών, αν και θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην περίπτωση μιας χρονιάς και γενικευμένης κρίσης, ιδιαίτερα με την αναζήτηση νέων τρόπων για τη συνέχιση της καπιταλιστικής συσσώρευσης’’.
Είναι γνωστό πως η συζήτηση αυτή κρατεί καλά εδώ και χρόνια και μεταξύ των μαρξιστών.
Ειδικά η άποψη πως η υποκατανάλωση αποτελεί τη θεμελιώδη αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων στο μαρξικό έργο, έχει δεχθεί ισχυρή κριτική. Ο ίδιος ο Μάρξ γράφει: «Είναι καθαρή ταυτολογία να λέμε πως οι κρίσεις προέρχονται από έλλειψη κατανάλωσης ικανής να πληρώνει ή καταναλωτών ικανών να πληρώνουν. Το καπιταλιστικό σύστημα δεν γνωρίζει άλλες μορφές κατανάλωσης, παρά μόνο την κατανάλωση με πληρωμή, έκτος από την κατανάλωση με τη μορφή της εξαθλίωσης ή την κατανάλωση του απατεώνα (…) Αν όμως για να δώσουν στην ταυτολογία αυτή μιαν επίφαση βαθύτερης δικαιολόγησης μας πουν πως η εργατική τάξη παίρνει ένα πάρα πολύ μικρό μέρος του προϊόντος της, και πως επομένως το κακό μπορεί να θεραπευτεί, όταν η εργατική τάξη πάρει μεγαλύτερο μερτικό απ’ αυτό, όταν δηλαδή ο μισθός της αυξηθεί –τότε αρκεί να παρατηρήσουμε μόνο το πως κάθε φορά οι κρίσεις προετοιμάζονται ίσα-ίσα από μια περίοδο όπου ανεβαίνει γενικά ο μισθός εργασίας και η εργατική τάξη παίρνει στην πραγματικότητα μεγαλύτερη μερίδα από το μέρος εκείνο του χρονιάτικου προϊόντος που προορίζεται για την κατανάλωση’’. Ο Λένιν σημειώνει σχετικά: «η υποκατανάλωση (που εξηγεί τάχα τις κρίσεις) υπήρχε στα πιο διαφορετικά οικονομικά καθεστώτα, ενώ οι κρίσεις αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνον ενός καθεστώτος – του κεφαλαιοκρατικού».
Το βιβλίο δίνει αφορμές και υλικό για νέα επιχειρήματα πάνω σε αυτή τη συζήτηση, που δεν αποτελεί αντικείμενο αυτής της συνοπτικής παρουσίασης. Κάποιοι σχολιασμοί ωστόσο θα μπορούσαν να συμβάλλουν.
Η μελέτη των κρίσεων από τους αστούς οικονομολόγους, αλλά και από ρεφορμιστές, βασίζεται στην ιδέα ότι οι κρίσεις είναι βασικά κάποια ‘’αντικανονικά σφάλματα’’ και πως, αν βρεθεί η αιτία τους, είναι δυνατό, να αναπτυχθεί ένας καπιταλισμός χωρίς κρίσεις. Αντίθετα, για τον Μάρξ, η κρίση εμπεριέχεται ως δυνατότητα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής από τη στιγμή που αυτός εμφανίζεται, ενώ και οι κορυφώσεις της γίνονται οξύτερες όσο αυτός ωριμάζει. Η υπεραξία παράγεται στην παραγωγή, αλλά για να υλοποιηθεί χρειάζεται η πώληση του προϊόντος. Μα και όταν αυτή συμβεί και άρα το εμπόρευμα μετατραπεί ξανά σε χρήμα, κανείς δεν υποχρεώνει τον κάτοχο αυτού του πλούτου, να αγοράσει ξανά, λαδώνοντας ομαλά την διαρκή καπιταλιστική λειτουργία παραγωγής εμπορευμάτων (και όχι προϊόντων!) και τη συσσώρευση. Και εδώ παραμονεύει πάντα η κρίση.
Από την άλλη, η αναγκαία διερεύνηση των μορφών εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης που μπορεί να είναι ποικίλες (πτώση ποσοστού κέδρους, υπερπαραγωγή/υποκατανάλωση κ.λ.π.), δεν πρέπει να οδηγεί στην αναγόρευση καθεμιάς από αυτές ως αυτοτελούς αιτίας της κρίσης.
Η μεγάλη συνεισφορά του βιβλίου φανερώνεται στο Τρίτο και Τέταρτο κεφάλαιό του, όπου τίθεται το σημαντικό ερώτημα:
‘’Η παραπάνω παρουσίαση των κρίσεων του καπιταλισμού μπορεί να δημιουργήσει την εσφαλμένη άποψη πως οι κύκλοι αυτοί θα επαναλαμβάνονται διαρκώς σε μια συνεχή ανελικτική πορεία, οδηγώντας τις κοινωνίες σε μια όλο και υψηλότερη παραγωγική κατάσταση. Όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα δεν δίνουν την πλήρη ιστορική εικόνα, αλλά αφήνουν αναπάντητο και ανοικτό ένα μεγάλο ερώτημα: έχει επέλθει το τέλος της ιστορίας, με τον καπιταλισμό να αποτελεί το τελικό και μόνιμο ιστορικά κοινωνικοοικονομικό σύστημα;’’
Και συνεχίζει πολύ εύστοχα:
‘’Όσο πιο κοντά στο τέλος του βρίσκεται ένα σύστημα τόσο ισχυρότερα τείνουν να το στηρίζουν και να διατυμπανίζουν την αιωνιότητα του αυτοί οι οποίοι έχουν ταυτίσει τα συμφέροντα τους με αυτό. Στην ιστορία όμως, όπως και στη ζωή, τίποτα δεν είναι μόνιμο και διαρκές’’.
Παρατίθεται στη συνέχεια πλήθος εμπειρικών δεδομένων, με βάση τα οποία υποστηρίζεται το βασικό συμπέρασμα ότι έχει χαθεί οριστικά η αναπτυξιακή ορμή του καπιταλισμού, ενώ παράλληλα τείνει να εξαντληθεί η αποτελεσματικότητα, των δοκιμασμένων ως σήμερα καταφυγών του συστήματος για την ανάταξη της κρίσης του.
Σε ότι αφορά την αναπτυξιακή δυναμική του καπιταλισμού επισημαίνονται δεδομένα όπως: Πτώση ρυθμών ανόδου του ΑΕΠ. Ακόμη μεγαλύτερη πτώση του ρυθμού μεγέθυνσης της βιομηχανικής παραγωγής. Διαρκής μείωση της παραγωγικότητας, αλλά και κατακόρυφη πτώση του ποσοστού κέρδους από το 1950 και μετά, παρά το σύντομο φιλί ανάκαμψης που έδωσε η πληροφορική μετά το 1980. Πτώση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, αλλά και υπο-αξιοποίηση του υπάρχοντος παραγωγικού δυναμικού. Αφού τονίζεται ότι το πλέον σημαντικό βρίσκεται ακριβώς στους ρυθμούς των μεταβολών και όχι στο ίδιο το πρόσημο των μεταβολών, διαπιστώνεται πως η γραφική απεικόνιση όλων αυτών των δεδομένων, αποδίδεται με μια σιγμοειδή καμπύλη, μπαίνοντας στο ανώτερο τμήμα της, όπου υπάρχει πλέον μια θανατηφόρα στασιμότητα.
Η δυνατότητα χωρικής επέκτασης του καπιταλισμού, έχει όλο και πιο αδύνατες προοπτικές, μιας και έχει ολοκληρωθεί ήδη η ένταξη νέων χωρών και περιοχών, ενώ και η πληθυσμιακή στασιμότητα δεν δίνει τη δυνατότητα αύξησης του
μεγέθους αγορών
Η αναζωογόνηση του καπιταλισμού θα προϋπόθετε βαθιές τεχνολογικές τομές, άνοδο της παραγωγικότητας και συγκρότηση νέων κλάδων δραστηριότητας. Αυτοί οι τρείς αλληλοεξαρτώμενοι τομείς, δεν φαίνονται να δίνουν διεξόδους. Η τεχνολογία αναπτύσσεται, αλλά χωρίς τις αναγκαίες επαναστάσεις βάθους, όπως ήταν στην εποχή τους ο ατμός ή ο ηλεκτρισμός, καθώς η βασική επιστήμη, υποταγμένη απόλυτα στην καπιταλιστική λογική καρκινοβατεί.
Η διέξοδος της πολεμικής καταστροφής, ενώ είναι όλο και περισσότερο παρούσα σε περιφερειακές συρράξεις, είναι αρκετά απίθανη σε γενικευμένη κλίμακα, καθώς οι λαοί θα ήταν περισσότερο από ποτέ απρόθυμοι να ακολουθήσουν σημαίες κρατών, με ήδη υποβαθμισμένο ρόλο στο πλαίσιο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.
Μπροστά στην εξάντληση των συνηθισμένων όπλων, ο καπιταλισμός έχει όλο και πιο δραματικά ανάγκη για μια συντριπτική επίθεση στον κόσμο της εργασίας. Πραγματικά, η καθήλωση των εργατικών μισθών αποτελεί μια γενική τάση από το 1970 και μετά, ενώ μεγάλη τομή εγκαινίασε η ΕΕ και ειδικότερα η Γερμανική Ατζέντα 2010 από το 1990.
Εν τω μεταξύ η ζωτική ανάγκη ανάπτυξης του καπιταλισμού ώστε να μείνει ζωντανός, προς το παρόν διασκεδάζεται με το φούσκωμα του εαυτού του, δηλαδή τη διαρκή πιστωτική επέκταση, που προεξοφλεί και ταυτόχρονα εξαντλεί το μέλλον του.
Τα παραπάνω, οδηγούν το συγγραφέα, στην διατύπωση της άποψης, ότι η περίοδος από τη δεκαετία του 1970 και μετά είναι η περίοδος κατά την οποία σημειώθηκαν εξαιρετικές μεταβολές στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα.
‘’Τέτοιας έκτασης και ποιότητας μεταβολές-σημειώνει- μας υποχρεώνουν να δεχτούμε πως ο καπιταλισμός μπήκε σε μια νέα φάση. Παρακάτω θα δούμε από κοντά το σύνολο των μεταβολών αυτών για να μπορέσουμε από τη μια να τεκμηριώσουμε τη θέση για μετάβαση του καπιταλισμού σε νέα φάση αλλά και, το κυριότερο, ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της φάσης και πού οδηγούν τον καπιταλισμό’’.
Αυτό είναι και το πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώνεται η άποψη για ‘’λυκόφως του καπιταλισμού’’.
Τι σημαίνει όμως αυτό; Έρχεται το τέλος, η κατάρρευση του καπιταλισμού και πότε; Από πουθενά δε προκύπτουν τέτοιες αφελείς προσεγγίσεις στο βιβλίο, αντίθετα επισημαίνεται ο ρόλος της ταξικής πάλης.
Ο Ιμάνουελ Βαλερστάιν με μια άλλη συλλογιστική, μιλεί και αυτός για ‘’τερματική κρίση’’ του καπιταλισμού, δίνοντας ένα ορίζοντα 50-60 χρόνων. ‘’Ελάχιστο διάστημα από ιστορική άποψη’’ θα πει κάποιος, αλλά πολύ μεγάλο θα συμπληρώσει κάποιος άλλος και αρκετό ώστε οι περισσότεροι από τους αναγνώστες του βιβλίου ‘’να βλέπουν τα ραδίκια ανάποδα’’.
Αλλού ωστόσο είναι η ουσία των συμπερασμάτων του βιβλίου και η ουσιαστική συμβολή του συγγραφέα: Η συντριβή των βεβαιοτήτων για τη δήθεν αιωνιότητα του καπιταλισμού, το λυκόφως των θεωριών περί ‘’τέλους της ιστορίας’’ με τερματικό σταθμό δήθεν την κοινωνία της εκμετάλλευσης, αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για μια νέα δυναμική της ταξικής πάλης, ώστε αυτή να μη μετρά με τα δάχτυλα του μπακάλη, αλλά να στοχάζεται και να επιχειρεί τα επαναστατικά άλματα
Σωςτα για τον Μάρξ, η κρίση εμπεριέχεται ως δυνατότητα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής από τη στιγμή που αυτός εμφανίζεται, ενώ και οι κορυφώσεις της γίνονται οξύτερες όσο αυτός ωριμάζει. Αυτο όμως δεν αποτελεί και τη μεγάλη αδυναμία του επαναστατικού κινήματος να εμπνεύσει τις μάζες για την ανατροπή του; και ταυτόχρονα τη μεγαλη δυναμη του καπιταλισμού;