Που αρχίζουν και που τελειώνουν τα όρια της συστημικής αριστεράς;


Παναγιώτης Μαυροειδής

Αρκετοί σοκαρίστηκαν από τις πρόσφατες δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου της ΔΗΜ.ΑΡ. Α. Παπαδόπουλου στο ρ/σ «Αθήνα 9.84», όπου ισχυρίστηκε… ότι καλώς στράγγισαν μισθωτούς και συνταξιούχους γιατί «είχαν λίπος»!

Προσπαθώντας να δώσει την εντύπωση ότι το κόμμα του δίνει δήθεν μάχη για τη διάσωση των χαμηλών συντάξεων και μισθών, προανήγγειλε γερό τσεκούρι σε όσους αμείβονται με κάτι παραπάνω από φιλοδωρήματα, λέγοντας ότι «ρίχνουμε το βάρος σε αυτούς που είναι πιο χαμηλά οι μισθοί τους (…) αντιλαμβανόμαστε ότι και άλλες κατηγορίες ανθρώπων έχουν υποστεί μεγάλες μειώσεις, ωστόσο, σε αυτές τις κατηγορίες υπήρχε όλο το προηγούμενο διάστημα λίπος».

Από το σύνολο του υπόλοιπου φάσματος της αριστεράς, τα αναθέματα για τον εκπρόσωπο της περισσότερο από ποτέ απροκάλυπτα καθεστωτικής  αριστεράς στην Ελλάδα, δίνουν και παίρνουν.

Πως όμως μας πρόκυψε έτσι ξαφνικά μια τόσο συστημική αριστερά; Έχει άραγε το πολιτικό σύστημα του αστικού κόσμου κάποιο μαγικό ραβδάκι που μεταμορφώνει την πεντάμορφη σε τέρας, όποτε θελήσει;

Προφανώς, πρέπει να γίνει μια σοβαρότερη συζήτηση. Εδώ και τώρα, μπροστά στα μάτια μας βλέπουμε μια πολιτική δύναμη να μιλά στο όνομα της αριστεράς και ταυτόχρονα να συμμετέχει στην οργάνωση μιας ατέλειωτης κοινωνικής ληστείας του κόσμου της εργασίας, συμμετέχοντας στην οργάνωση της επίθεσης της ΕΕ και του ελληνικού κεφαλαίου. Αλλά,  πρέπει να κοιτάξουμε και πέρα από το προφανές, αν θέλουμε να βγάλουμε στέρεα συμπεράσματα.

Από τα αλώνια στα σαλόνια

Η ΔΗΜΑΡ δεν δημιουργήθηκε τώρα και δεν την συγκρότησαν τεχνικά το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ για να έχουν κυβερνητικό εταίρο στην τρόϊκα εσωτερικού. Μέχρι το 2009, ήταν το μισό σχεδόν του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη πιο πίσω, οι δυνάμεις που συμμετέχουν σε αυτήν, αποτελούσαν στελέχη του ιστορικού ρεύματος του ευρωκομμουνισμού στην Ελλάδα, με αξιόλογη πολιτική, θεωρητική δραστηριότητα, αλλά και αγωνιστική δράση στο χώρο της ευρύτερης κομμουνιστικής αριστεράς.

Δεν πρόκειται  όμως  για τη  μοναδική περίπτωση ξαφνικού έρωτα με την εξουσία και την πολιτική της. Aυτό το φαινόμενο, κάθε άλλο παρά   αφορά μόνο τον συγκεκριμένο χώρο. Δεν χρειάζεται να γυρίσουμε πριν το 1970 υπενθυμίζοντας ότι ο Πάγκαλος ήταν στέλεχος του ΚΚΕ.

Η Μαρία Δαμανάκη, μέλος της ΚΝΕ στην δικτατορία, έλαβε μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα και ήταν η φωνή πίσω από το ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου που επαναλάμβανε το "Εδώ Πολυτεχνείο". Συνελήφθη και υποβλήθηκε σε ταπεινώσεις από τη χούντα. Μετά από μια σύντομη (αποτυχημένη) θητεία της στην προεδρία του ΣΥΝ, προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ, στην πιο εκφυλιστική του φάση, δίπλα στο Γιώργο Παπανδρέου. Το 2009 διορίστηκε κοινοτική επίτροπος  της Ευρωπαϊκής ένωσης, αρμόδια για Θέματα Ναυτιλίας και Αλιείας.

Ανάλογη ήταν και η διαδρομή του Μ. Ανδρουλάκη. Από την άκρα Αριστερά (ΚΟ Μαχητής), στη συνέχεια στην  Αντι-ΕΦΕΕ, ανώτατο στέλεχος της ΚΝΕ και του ΚΚΕ (μέλος του ΠΓ), στη συνέχεια του Συνασπισμού, σήμερα βουλευτής του υπολείμματος  ΠΑΣΟΚ.

Αν κάνει κανείς τον κόπο να επισκεφθεί την ιστοσελίδα του  Ανδρέα Λοβέρδου, θα τον δει να περηφανεύεται για την ένταξη του κάποτε στην   ΚΝΕ, από όπου διαγράφηκε το 1979, έχοντας μάλιστα θητεύσει για ένα διάστημα και σε μια …αριστερή ομαδοποίηση εντός της.

Άπειρος κόσμος της άκρας αριστεράς, θαμπώθηκε και τραβήχτηκε προς το ‘’μπλοκ της αλλαγής’’ του 1981, με ιδιαίτερο τότε ρόλο σε αυτή τη ρυμούλκηση να παίζουν  ο Κ. Λαλιώτης και η  Μ. Μερκούρη.  Από τον Δημήτρη Παπαχρήστο, εμβληματική μορφή και αυτός της γενιάς του Πολυτεχνείου, μέχρι στελέχη του μαοϊκού χώρου. Δεν έλειψαν και αυτοί που βρέθηκαν στην Νέα Δημοκρατία, με πιο γνωστές ίσως περιπτώσεις του Π. Τατούλη (ΕΚΚΕ) και του Χ. Λαζαρίδη (Ρήγας Φεραίος-Β Πανελλαδική). Να μην ξεχάσουμε βεβαίως και άλλους όπως ο Ν. Κοτζιάς που αποχώρησε από τα αριστερά από το ΚΚΕ, με αφορμή την συγκρότηση των κυβερνήσεων συνεργασίας της αριστεράς με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ το 89-90, θήτευσε για σύντομο διάστημα στο ΝΑΡ, για να επανεμφανιστεί ως βασικός σύμβουλος του Γ. Παπανδρέου και Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚικού ΙΣΤΑΜΕ.

Θα έπρεπε ωστόσο στους παραπάνω επιφανείς, που δραστηριοποιούνται στην δημόσια πολιτική, να προσθέσει κανείς  πολλούς πρώην αριστερούς και μάλιστα στελέχη κομμουνιστικών και αριστερών οργανώσεων, που διάλεξαν καριέρα ως στελέχη ή/και αφεντικά μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Αυτοί, αξιοποίησαν κάπως διαφορετικά όσα έμαθαν στις οργανώσεις τους για την διαχείριση του κόσμου.

Ας αποφύγουμε για οικονομία να ασχοληθούμε εδώ με διεθνή ανάλογα όπως ο Γιόσκα Φίσερ, ο Μπαρόζο ή ο Ζοσπέν.

Όλοι ίδιοι είναι;

 ‘’Βρε άμα τους δοθεί η ευκαιρία, οι αριστεροί γίνονται χειρότεροι…’’. Πρόκειται για τον πλέον εύπεπτο μύθο, που αναπαράγουν χαιρέκακα οι δυνάμεις του συστήματος, αξιοποιώντας τον αριστερό γενιτσαρισμό. Επιδιώκουν να δικαιώσουν τον εαυτό τους. Είναι η μέθοδος του ανεμιστήρα. Τους λασπώνουμε όλοι και μέσα στην ασχήμια δεν ξεχωρίζει και η δική μας μπόχα.

Φυσικά δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Ο αστικός κόσμος έχει την εξουσία, με τα οικονομικά και πολιτικά προνόμια, την ιδεολογική χειραγώγηση και βεβαίως το μονοπώλιο της βίας. Είναι οι από πάνω. Ο κόσμος της εργασίας, συγκροτείται με το εργατικό κίνημα, τα κομμουνιστικά κόμματα, την αριστερά. Επιχειρεί να συγκροτηθεί. Είναι οι από κάτω. Σε αυτόν τον σκληρό αγώνα, οι πολλοί ματώνουν και κάποιοι αλλάζουν στρατόπεδο, ειδικά σε στιγμές αρνητικών συσχετισμών. Δεν υπάρχει κοινωνικός και πολιτικός αγώνας που να μην υπάρχουν αποστασίες. Αυτό δεν  απαξιώνει αυτό τον αγώνα, ούτε  αφαιρεί την ιστορική αλήθεια πως  η μια πλευρά είναι πιο κοντά στο δίκιο και η άλλη εκπροσωπεί το άδικο.

Η μεγαλύτερη απώλεια για τις δυνάμεις της αριστεράς και της απελευθέρωσης από τα δεσμά της εκμετάλλευσης, της ανισότητας, της ανελευθερίας και του σκοταδισμού, δεν βρίσκεται σε αυτούς που αλλάζουν στρατόπεδο. Συνίσταται στην έλλειψη μιας επαρκούς συζήτησης σχετικά με τα βαθύτερα αίτια των μεταστροφών και τη σχέση που αυτές έχουν  με τα ίδια τα τακτικά και στρατηγικά όπλα που χρησιμοποιεί (ή δεν χρησιμοποιεί) το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα.

‘’Να παίξουμε ρόλο στη συγκυρία, αξιοποιώντας τις αντιφάσεις…’’

Δεν πρέπει να δαιμονοποιήσουμε πρόσωπα ή ρεύματα της αριστεράς, που αίφνης θεωρούμε ότι βρίσκονται απέναντι. Αντίθετα, χρειάζεται εμβάθυνση στα επιχειρήματα και την προβληματική που αναπτύσσουν όταν υπερασπίζουν τις επιλογές τους. Δεν αποτελούν ‘’φτηνές δικαιολογίες’’, αλλά αντιπροσωπεύουν συνειδητά ή ασυνείδητα υπαρκτές υλικές αντικειμενικές τάσεις που πιέζουν προς την υποταγή στο αστικό πολιτικό σύστημα, οι οποίες αναπτύσσονται σταδιακά.

Θα παραθέσουμε κάποια συγκεκριμένα κλισέ, πολύ γνώριμα σε όλους μας.

‘’Το ζήτημα είναι να παίξουμε ένα  άμεσο ρόλο και όχι να περιμένουμε τη Δευτέρα Παρουσία’’. Με αυτό τον τρόπο η προβολή ενός συνολικά άλλου δρόμου έξω από την καπιταλιστική βαρβαρότητα εξοβελίζεται, ενώ η διεκδίκηση μιας καλύτερης διαχείρισης του ΕΣΠΑ είναι ‘’άμεσο ζήτημα’’.

‘’ Η αριστερά κρίνεται με το αν παρεμβαίνει στους συσχετισμούς, αξιοποιώντας τις αντιφάσεις του αντιπάλου’’. Έτσι, το να κάνεις κυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ ή το συναγελάζεσαι με τη δεξιά στα συνδικάτα ή το να ξημεροβραδυάζεσαι συζητώντας με την μια ή την άλλη τάση του ΠΑΣΟΚ παλιότερα ή του ΣΥΡΙΖΑ τώρα, είναι ‘’αξιοποίηση των αντιφάσεων’’, ενώ η βασική δουλειά  για την οργάνωση και πολιτική δράση του κόσμου της εργασίας είναι ‘’εργατισμός’’.

‘’Βασικό κριτήριο ρεαλιστικής πολιτικής δράσης, η παρέμβαση στη συγκυρία και όχι στο στρατηγικό υπερπέραν’’. Το μονοπώλιο της ιστορικής μνήμης, του ιστορικού απολογισμού, της πρόβλεψης των εξελίξεων, του σχεδιασμού με μακρόπνοο τρόπο, εντελώς ασυλλόγιστα, παραδίνεται  στον αστικό κόσμο και τα επιτελεία του. Η αριστερά μπορεί να κοιτάει μέχρι τη μύτη της…

‘’Η αριστερά πρέπει να μην φοβάται να αναλάβει εδώ και τώρα ευθύνες στη διαχείριση των πραγμάτων’’. Έτσι τα ‘’πράγματα’’ γίνονται ουδέτερα, όπως και η διαχείριση τους. Απόδειξη ‘’ευθύνης’’ αποτελούν η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση με τα λαμόγια της αστικής πολιτικής, ένα δημαρχιλίκι με τη στήριξη των τοπικών μεγάλων συμφερόντων ή η υπογραφή συμβάσεων μείωσης των μισθών. Αντίθετα, μια απεργία ή πολύ περισσότερο ένα κάλεσμα για λαϊκή εξέγερση συνιστούν ένα ‘’στείρο  πολιτικό αρνητισμό’’.

‘’Δεν πρέπει να είμαστε φοβικοί απέναντι σε τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες’’. Το κάψιμο των φακέλων από τη συγκυβέρνηση δεξιάς και Συνασπισμού το 89-90, το περίφημο κοινό πόρισμα ΚΚΕ-ΕΑΡ που έθαβε την αντι-ΕΕ τοποθέτηση της αριστεράς ή η υποταγή σε ένα νέο-ρεφορμιστικό σχέδιο μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΔΗΜΑΡ μέσα στην ευρωζώνη, είναι ορισμένες μόνο ‘’μη-φοβικές’’ πολιτικές πρωτοβουλίες.

‘’Το ζήτημα είναι τα άμεσα ζητήματα του κόσμου και όχι οι ιδεολογικές τοποθετήσεις’’. Έτσι για παράδειγμα μια αύξηση μισθών είναι  ‘’άμεσο αίτημα’’, η απαίτηση αποχώρησης από την Ευρωζώνη που επιβάλει μείωση μισθών είναι  άσχετη ‘’ιδεολογική τοποθέτηση’’ και φυσικά η αποδοχή ή/και υπεράσπιση συμμετοχής σε αυτήν είναι απλά ‘’ρεαλισμός’’.

Σε όλους αυτούς τους συλλογισμούς, υπάρχει και ένα κοινό επιμύθιο: Η επίθεση σε όσους αντιστέκονται και δεν πειθαρχούν, στο όνομα  της αντιμετώπισης του ‘’σεχταρισμού’’  και του ‘’αριστερισμού’’.  Πάντα με υπαρκτά ή/και μαρξιστικά ή λενινιστικά επιχειρήματα. Μου έχει μείνει στο μυαλό μια ειρωνική αποστροφή ενός στελέχους των Σαντινίστας σε ερώτηση για το πώς βλέπουν το Κομμουνιστικό Κόμμα στη Νικαράγουα: ‘’ Αυτοί καλοί είναι, δε λέω, αλλά κοίτα, από το έργο του Λένιν ξέρουν απέξω μόνο τον Αριστερισμό’’.

Μεθοδολογικά επιχειρείται μια πλήρης ιστορική αντιστροφή.

Η ιστορία και οι ευθύνες για τις ήττες στο αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα, δεν συγκροτούνται από την ταπεινωτική συμφωνία της Βάρκιζας, αλλά μάλλον από …τους τυχοδιωκτισμούς του Βελουχιώτη.

Η καταστροφική  πολιτική ουράς της ΕΔΑ απέναντι στο αστικό κόμμα της Ένωσης Κέντρου, οι γελοιότητες του Τσιριμώκου με το βασιλιά και τον Μητσοτάκη το 64, το πιάσιμο της αριστεράς με τις πιζάμες κατά την κήρυξη της δικτατορίας, ξεχνιούνται, αλλά προβάλλονται τα φωτοστέφανα των εκλογικών ποσοστών της ΕΔΑ το 1958, σε αντίστιξη με την προσπάθεια για την αυτοτέλεια μιας σύγχρονης επαναστατικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Η  επιδίωξη ‘’εθνικής αντιδικτατορικής ενότητας’’ με  τη δεξιά και το βασιλιά στη δικτατορία, παραγράφεται, ακριβώς για να σβήσει ή να ενσωματωθεί  το μήνυμα της πολιτικής παραφωνίας της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, με πρωτότυπη συμμετοχή δυνάμεων της ΚΝΕ, του Ρήγα Φεραίου και της άκρας αριστεράς, κόντρα στην απροθυμία και τη δειλία των ηγεσιών.

Το ‘’μορατόριουμ’’ του ΚΚΕ  με το ΠΑΣΟΚ μετά το 81, το αλήστου μνήμης ‘’άθροισμα των δημοκρατικών δυνάμεων’’ του Χ. Φλωράκη, οι κοινοπραξίες του ΚΚΕ Εσωτερικού και του ΣΥΝ αργότερα με το ΠΑΣΟΚ σε Δήμους και Περιφέρειες, οι συγκυβερνήσεις στη ΓΣΕΕ, παίρνουν άφεση αμαρτιών για την αξιακή και ιδεολογική καταβαράθρωση της αριστεράς στα μάτια του κόσμου. Για να δικαιολογηθούν φυσικά τα  νέα μέτωπα και συμπράξεις στη βάση του ‘’μικρότερου κακού’’ και του ‘’εφικτού’’.

Με τούτα και τα άλλα, ‘’αποδεικνύεται’’ πως το ιστορικό πρόβλημα της αριστεράς είναι ο ‘’σεχταρισμός’’ και όχι η υποταγή στην αστική πολιτική. Άρα και η ‘’λύση’’ του προβλήματος βρίσκεται στην εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας για συγκρότηση μιας σύγχρονης επαναστατικής πολιτικής που να συνδέει οργανικά την αντίσταση για επιβίωση και ανατροπή με ένα συνολικό αντικαπιταλιστικό κομμουνιστικό διεθνιστικό σχέδιο για την Ελλάδα, την Ευρώπη και  όλο τον κόσμο, σε στιγμή μάλιστα καπιταλιστικής κρίσης.

Όπως σε όλα τα επιχειρήματα, επιστρατεύονται υπαρκτές αλήθειες ή αξιοποιούνται τραγικά λάθη του κομμουνιστικού κινήματος και της αριστεράς, για να δικαιολογηθεί η εγκατάλειψη μιας συνολικής επαναστατικής πολιτικής, που θα συμπυκνώνει μια τακτική και στρατηγική παρέμβαση ανατροπής της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων προς όφελος του κόσμου της εργασίας.

Να ερμηνεύσουμε και όχι απλά να αναθεματίσουμε

Η πολιτική πράξη της αριστεράς απαιτείται να έχει σαφείς ταξικούς και κοινωνικούς καθορισμούς. Αλλά και αντίστοιχους τακτικούς και στρατηγικούς στόχους και συνακόλουθη διαμόρφωση των οργάνων και μεθόδων πάλης. Η επαναστατική πολιτική, η αριστερή πολιτική παρέμβαση, νοείται ως τέτοια, όταν μπορεί να συμπυκνώνει με ρηξιακό τρόπο τα συνολικά και μακροπρόθεσμα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας.  Η αριστερά δεν απευθύνεται γενικά στην κοινωνία ή στον κόσμο. Δεν είναι καθόλου ενιαία αυτά. Έξω από αυτή την αντίληψη, μια λογική συγκρότησης απλά γύρω από ‘’θέσεις’’ που μπορούν να προσαρμόζονται  ή μια λογική ‘’πολιτιστικής ταυτότητας’’ αποσπασμένης από τις ταξικές συγκρούσεις, αφήνει ελεύθερο το πεδίο για την κατανόηση της πολιτικής ως παίγνιο ή ως άθροισμα πρωτοβουλιών. Οι απολογητές της συστημικής αριστεράς έχουν έτοιμη στο τσεπάκι την  απάντηση σε αυτή την άποψη, καταλογίζοντας της μια ανιστορική σχέση ειδώλου – αντικειμένου ανάμεσα στις τάξεις και την πολιτική και θεωρητική πάλη. Είπαμε, για όλα υπάρχουν επιχειρήματα… Και επιστρατεύονται ανάλογα με τη συνολική στόχευση ή έλλειψη στόχευσης.

Είναι εντυπωσιακό από αυτή την άποψη η τεράστια υστέρηση που υπάρχει, αλλά και η έλλειψη του αναγκαίου ενδιαφέροντος από την κυρίαρχη πλέον ‘’ευρωπαϊκή’’ αριστερά,  για την οργάνωση του κόσμου σήμερα, για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, την οργάνωση των ανέργων, την διαμόρφωση εργατικών και λαϊκών θεσμών, την συγκρότηση εργατικών μαχών.

Θα μπορούσε να πει κανείς, με δόση υπερβολής, πως μιλάμε για μια ‘’απογευματινή αριστερά’’, που προβάλλει προγράμματα και προτάσεις, ακόμη και κυβερνητικά σχεδιαγράμματα, αλλά το πρωί στο μακελειό του χώρου εργασίας απλά δεν υπάρχει.

Καθοριστικό ζήτημα είναι η σχέση της αριστεράς με το ζήτημα της δημοκρατίας και επομένως με το αστικό κράτος και την ανάγκη επανάστασης. Η κυρίαρχη ρεφορμιστική αριστερά, αναγορεύει σε κέντρο της δράσης της, όχι τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά την κυβερνητική εξουσία, πρακτικά και μοναδικά μέσω των εκλογών. Όλα τα άλλα, συμπεριλαμβανομένων και των κοινωνικών αγώνων, πρέπει να βοηθούν σε αυτό. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και αν η προβαλλόμενη στρατηγική είναι η επανάσταση και ο κομμουνισμός, η κοινοβουλευτική αριστερά είναι διαρκώς με το μισό πόδι στο κατώφλι της αστικής διαχείρισης. Δεν αντιλαμβάνεται το κράτος, (αλλά και το παρά-κράτος) σαν όργανο ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, αλλά σαν ουδέτερο τιμόνι προς κατάκτηση. Συνακόλουθα, η κοινωνική επανάσταση δεν εννοείται σαν δημοκρατικό δικαίωμα της κοινωνικής πλειονότητας για κατάργηση του σφετερισμού του παραγόμενου πλούτου και επιβολή της λαϊκής θέλησης για  διακιοσύνη, ισότητα, ελευθερία και αυτοκυβέρνηση, αλλά ως γιακωβίνικο ή λενινιστικό παρωχημένο αντίλαλο του παρελθόντος. Στην καλύτερη περίπτωση, γίνεται ''αποδεκτή'' ως μια αφηρημένη ιδέα με ιστορική και πολιτιστική αξία, που πρέπει να διατηρηθεί ως ένδειξη σεβασμού στην παράδοση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο καθεστωτικός χαρακτήρας τμημάτων της αριστεράς φανερώνεται ακριβώς σε στιγμές όξυνσης της ταξικής διαπάλης όπου αντικειμενικά τίθεται το ερώτημα της εξέγερσης και η δυνατότητα των επαναστατικών γεγονότων. Ποια αριστερά θέτει τέτοιο ζήτημα στην σημερινή κρίση;

Η παρούσα καπιταλιστική κρίση, με την ειδική οξύτητα που παίρνει λόγω του κλυδωνισμού της  ευρωζώνης και της κρίσης χρέους, δοκιμάζει με πιο συγκεκριμένο τρόπο τη στάση της αριστεράς απέναντι στους θεσμούς αστικής κυριαρχίας. Ο λόγος γίνεται για την στάση απέναντι στις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις. Τις τελευταίες,  κατά τεκμήριο, η ρεφορμιστική αριστερά δεν τις  αντιλαμβάνεται ως  μορφές οργάνωσης και επίτασης  της κυριαρχίας του εθνικού και διεθνούς κεφαλαίου πάνω στον κόσμο της εργασίας. Αντίθετα, τις θεωρεί  ‘’αντικειμενικά προοδευτική διαδικασία’’ και ‘’πεδίο πάλης’’. Είναι το ανάλογο της αντίληψης για το ρόλο του κράτους ως ‘’σχέση’’ μεταξύ των τάξεων χωρίς καθοριστικότητα της αστικής κυριαρχίας.

Τα παραπάνω κριτήρια, μαζί με πολλά άλλα, θέτουν αφετηρίες για να εκτιμήσει κανείς, τον πραγματικό χαρακτήρα δυνάμεων που μιλούν στο όνομα του κομμουνισμού και της αριστεράς και να μη ξαφνιάζεται όταν μας προκύπτει μια ΡΗΜΑΔΟ αριστερά σε μια ΔΗΜΑΡΟκυβέρνηση.

‘’Δεν το αποφασίζεις, δεν το καταλαβαίνεις. Απλά γίνεται…’’

‘’Μα πως γίνεται; Μιλάμε για αγωνιστές που έχουν προσφέρει στο κίνημα’’. Είναι ένα εύλογο ερώτημα.

Στην  πολύ όμορφη ταινία ‘’Οι μέρες της αφθονίας σας είναι μετρημένες’’, τρείς νεαροί ακτιβιστές απαγάγουν χωρίς να το έχουν πολυσχεδιάσει ένα πλούσιο άντρα, που αποδεικνύεται εκτός από υψηλόβαθμο στέλεχος πολυεθνικής και παλιό μέλος αριστερής τρομοκρατικής οργάνωσης. Όταν κάποια στιγμή με  δέος τον ρωτούν ‘’μα πως από αγωνιστής, κατάντησες έτσι;’’, αυτός περίπου απαντά: ‘’Δεν το αποφασίζεις, δεν το καταλαβαίνεις. Απλά γίνεται…’’ Και είναι μια σωστή περιγραφή, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από τις ειδικές περιπτώσεις της προδοσίας, που δεν αρκούν για να εξηγήσουν πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες.

Το δυνατό αυτό βιογραφικό διπλής εμπειρίας, προσφέρει υπεροχή φυσικά στον όμηρο, απέναντι στους άπειρους νεαρούς. Στο τέλος της ταινίας, όταν τους πείθει πως δεν έχουν άλλη επιλογή από το να τον αφήσουν ελεύθερο, αυτοί ταλαντεύονται: Να πιστέψουν ότι λόγω αγωνιστικού παρελθόντος δε θα τους καρφώσει στην αστυνομία και άρα μπορούν να γυρίσουν σπίτια τους ή να το σκάσουν στο εξωτερικό για να γλυτώσουν; Την τελευταία στιγμή αποφασίζουν το δεύτερο και ευτυχώς για αυτούς γιατί η μεγάλη οθόνη στη συνέχεια δείχνει την επέλαση της αντιτρομοκρατικής στο σπίτι τους.

Στην πραγματική κοινωνική και πολιτική ζωή, δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένο ένα τέτοιο ευτυχές τέλος. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα, ότι ο διακηρυγμένος από το ΣΥΡΙΖΑ εταίρος του  σε μια πιθανή ‘’αριστερή κυβέρνηση’’  στις πρόσφατες εκλογές, ήταν ακριβώς η αναθεματιζόμενη σήμερα ΔΗΜΑΡ.

Κριτικές

Βαθμολογία Αναγνωστών: 0.00% ( 0
Συμμετοχές )



7 σχόλια στο “Που αρχίζουν και που τελειώνουν τα όρια της συστημικής αριστεράς;

  1. Μητσος Π.Περιστερι

    Οι εκάστοτε επαναστάτες φρασεολόγοι,  καμώνονται τον πολύ «επαναστάτη» και τον «ταξικά αδιάλλακτο» για να κρύψουν τον τρόμο και τον πανικό τους μπροστά στην φαινομενική «παντοδυναμία» του αντιπάλου, για να κρύψουν την παραίτηση και τη συνθηκολόγηση τους με ηχηρές φράσεις και συνθήματα. Όι επαναστατικές αναφορές στην ανάγκη μιας «άλλης εξουσίας»αντικαπιταλιστικής η ο,τι αλλο, που χρησιμοποιουν σαν άλλοθιαπ’ την στιγμή που δεν πηγάζει, άμεσα και πρακτικά, μέσα απ’ την πάλη της εργατικής τάξης για κατακτήσεις, έχει τόση αξία όσο οι αναφορές του χριστιανισμού στον επουράνιο παράδεισο.http://seisaxthia.wordpress.com/2012/09/10/e%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B7-%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84-2/

    Reply
    1. communistis

      δυστυχως μπηκα στον κοπο και διαβασα το αρθρο που παραπεμπει ο Μητσάρας και εχασα πολυτιμο χρονο απο την ζωή μου. Απόλυτα γελοίο αρθρο, αν δεν εχετε πολύ χρονο μην τον σπαταλήσετε αδικα, αν πάλι δεν έχετε τι να κάνετε διαβάστε μια τυπική απολογία ακραίου ρεφορμισμού βασισμένη σε ασήμαντη περιπτωσιολογία. Α και τέλος ζήτω η επανάσταση και η ταξικη αδιαλλαξία!

      Reply
  2. κωστας

    συγχαρητηρια στον communistis για την απολυτα τεκμηριωμενη κριτικη του στο άρθρο…Α και τέλος για την ευγενεια του και το ηθος του….

    Reply
  3. βασω Χαλαρη

    το κειμενο ειναι εξαιρετικό και πολύ χρήσιμο για την συζήτηση που (δεν) γίνεται σήμερα στην αριστερα.. Καποτε ερχεται η ωρα της κρισης και αυτη τη στιγμη στη χωρα μας, που εξανδραποδιζομαστε, η αριστερα ουτε θελει, αλλά ούτε και μπορεί πλεον, καθώς εχει αυτοκτονήσει μόνη της, να θέσει ζήτημα λαΙκής εξέγερσης και σωτηρίας των εργαζομένων από τη λαίλαπα της επίθεσης του ελληνικόυ και ευρωπαικού κεφαλαίου. σωστά στο κειμενο αναφερεται: ''Η πολιτική πράξη της αριστεράς απαιτείται να έχει σαφείς ταξικούς και κοινωνικούς καθορισμούς.'' ωστόσο λειπει εδω κατι βασικο. Για να εχει ενα κομμονιστικό κόμμα ή αριστερη οργανωση προτεραιοτητα στα συμφερονταα των εργαζόμεων στρωματων και τον αγωνα για αυτο, δεν αρκει να το ''θελει'' και να το ''διαλέγει'' χρειαζεται να εχει και την αντιστοιχη σύνθεση μελών αλλα και στελεχών…δε γινεται κομματα χωρις εργαζομενους, χωρις ανθρωπους που δουλευουν και αναπνεουν μαζι τους, να παλεψεουν και να ρισκάρουν για λαικα δικαιωματα..ουτε μπορουμε να περιμενουμε οτι κομματα τροφιμοι της κρατικης χρηματοδότησης, να παλαιψουν εναντια στο αστικο κρατος   ευχαριστω

    Reply
  4. Δημήτρης Πατέλης

    Θα μπορούσα να προσυπογράψω τις περισσότερες σκέψεις του σ/φου και φίλου Παναγιώτη. Θα σταθώ σε 2 επισημάνσεις – επιφυλάξεις, αν όχι διαφωνίες, τονίζοντας την ιδιάζουσα πρόσληψη των πραγμάτων και των παρεμβάσεων σε μια κλιμακούμενη άκρως κρισιακή συγκυρία, στον ασθενή κρίκο της περιφέρειας της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης.

    1. στο “Να παίξουμε ρόλο στη συγκυρία, αξιοποιώντας τις αντιφάσεις…” γίνεται μια ολισθηρή και μάλλον επικίνδυνη ταχυδακτυλουργία: επιχειρείται να ταυτιστεί με τον χυδαίο συστημικό κυβερνητισμό της εκφυλισμένης-πουλημένης αριστεράς κάθε εγχείρημα-πρόταγμα άμεσης παρέμβασης στις δραματικές αντιφάσεις της συγκυρίας. Μιας συγκυρίας που μπορεί να εξελιχθεί α) σε ελπιδοφόρο προεξεγερσιακή-προεπαναστατική (αν ευοδωθεί η σύμπηξη ενός ευρύτατου μετώπου μάχης βάσει βραχυ-μεσοπρόθεσμων προταγμάτων, ικανών να συνεγείρουν ένα πλειοψηφικό λαϊκό κίνημα, κλιμακώνοντας στη σωστή για το επαναστατικό κίνημα κατεύθυνση τη ριζοσπαστικοποίησή του),ή β) σε φρικαλέα αντεπανάσταση με εκφασισμό όλου του καθεστώτος, μετά από πανωλεθρία του ασύντακτου και κατακερματισμένου κύματος ασυνείδητης και ανοργάνωτης (άρα ευάλωτης) οργής και αγανάκτησης. Αν ισχύει αυτό το τρικ, τότε οι πιο “συστημικοί” θα είναι όλοι οι επαναστάτες που άφησαν παρακαταθήκες στο επαναστατικό κίνημα μέσα ακριβώς από (νικηφόρες και ηττημένες) παρεμβάσεις σε ανεπίλυτες αντιφάσεις του συστήματος, σε κρισιακές, επαναστατικές κ.ο.κ. συγκυρίες.

    Άρα, το πρόβλημα δεν είναι η απριόρι παραίτηση-αποστασιοποίηση από κάθε παρέμβαση στη συγκυρία, αλλά η επιλογή των εκάστοτε βέλτιστων για τις προοπτικές της επανάστασης και του κομμουνισμού όρων εμπλοκής του επαναστατικού κινήματος και ιδιαίτερα της όποιας πρωτοπορίας του (εντός ή εκτός εισαγωγικών).

    Κάθε άλλη τοποθέτηση -εκούσια ή ακούσια- είναι επικίνδυνη και μπορεί να αποβεί ολέθρια για το κίνημα.

    Οι ιστορικές αναλογίες με άλλες φάσεις (π.χ. 1989) είναι μάλλον άστοχες. Τέτοιες κρισιακές συγκυρίες, δεν εμφανίζονται συχνά στην ιστορία μιας χώρας ή περιφέρειας χωρών. Είναι μοναδικές, και ως εκ τούτου εξαιρετικά πολύτιμες ως προς το δυναμικό που περικλείουν και ως προς τις εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις-εκβάσεις του φάσματος δυνατοτήτων τους ως συμπυκνώσεις χωροχρονικές της ιστορικής εποχής. Κατευθύνσεις επαναστατικές και αντεπαναστατικές. Ο λαός μας βίωσε την ήττα σε δύο επαναστάσεις-αντεπαναστάσεις (ή δύο φάσεις μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας) στη δεκαετία του 1940-50, και άλλες τραγικές καμπές.

    Αν επιτρέψουμε να πάει χαμένη και αυτή η κρισιακή συγκυρία, αν αφήσουμε ανενόχλητο το παραπαίον καθεστώς να ανακτήσει την ηθικοπολιτική ηγεμονία και να συντρίψει η μαύρη φασιστική αντίδραση κάθε ίχνος κινήματος, ακιζόμενοι φιλάρεσκα στην “καθαρότητα” της φραστικής ορθοδοξίας μας και αλληλοκανιβαλιζόμενοι, αφήνοντας στον αδίστακτο αντίπαλο την πλήρη πρωτοβουλία κινήσεων στο πεδίο του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων, ειλικρινά, δεν θα υπάρχει ούτε άλλοθι ούτε δικαιολογία απέναντι στις επόμενες γενιές που θα την πληρώσουν για αυτή την αυτοκτονική προδοσία-αποστασία μας από το κίνημα.

    ΠΡΟΣΟΧΗ λοιπόν! Έχουμε καθυστερήσει επικίνδυνα. Το δίλημμα τίθεται αμείλικτο: τάχιστη και βέλτιστη συγκρότηση νικηφόρου μετώπου (που θα είναι και αντιφασιστικό) ή θάνατος!

    2. Η φράση “Πάντα με υπαρκτά ή/και μαρξιστικά ή λενινιστικά επιχειρήματα” αποτυπώνει μια καταστροφική για το κίνημα εργαλειακή-χρησιμοθηρική σχέση προς τη θεωρία, η οποία ανάγεται σε παράθεση αποσπασματικών χωρίων δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν…, από κάθε κλασικό ή μη θεωρητικό (εντός ή εκτός εισαγωγικών) προς επιστημονικοφανή (προπαγανδιστική) επένδυση των εκάστοτε ειλημμένων αποφάσεων της όποιας ηγεσίας, με την εσαεί “σωστή γραμμή”…

    Η πρωτόγνωρη συγκυρία και εποχή, απαιτούν αυτοτελή και θεμελιώδη ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας και μεθοδολογίας, ώστε αυτή -μέσω της αντικειμενικής περιγραφής, εξήγησης και πρόγνωσης, μέσω του όλο και πιο συγκεκριμένου θετικού προσδιορισμού του σκοπού, της κομμουνιστικής ενοποίησης της ανθρωπότητας (πέρα από εκδοχές επιφανειακών αρνητικών ετεροπροσδιορισμών, αφηρημένων “αντικαπιταλισμών” κ.ο.κ.)- να λειτουργεί ως οδηγός για τη στρατηγική προοπτική και τις αντίστοιχες βέλτιστες τακτικές κινήσεις, για τη συνειδητή οργάνωση των μέσων και των τρόπων διεξαγωγής του αγώνα, για την πρωτοβουλία των κινήσεων από το επαναστατικό υποκείμενο και όχι από τον αντίπαλο, που με απανωτά στοχευμένα πλήγματα μας σέρνει ως απολολώτα πρόβατα επί σφαγή.

    Να είστε καλά

    Δ.Π.

     

    Reply
    1. Βάσω Λιάτη

      οι παρατηρησεις του Δ.Π φυσικά βοηθούν στο να γινει συζήτηση, ωστόσο, εχω να σχολιασω τα εξης:

      1. σε σχεση με την πρωτη παρατήρηση του: όταν κριτικάρει καποιος μια θέση, απο που προκύπτει αξιωματαικά ότι υποστηρίζει την αντίθετη. Για να γίνω πιο σαφής, γραφει ο ΔΠ:

      ''Άρα, το πρόβλημα δεν είναι η απριόρι παραίτηση-αποστασιοποίηση από κάθε παρέμβαση στη συγκυρία, αλλά η επιλογή των εκάστοτε βέλτιστων για τις προοπτικές της επανάστασης και του κομμουνισμού όρων εμπλοκής του επαναστατικού κινήματος και ιδιαίτερα της όποιας πρωτοπορίας του (εντός ή εκτός εισαγωγικών). ''

      Δηλαδή αν κανεις αποστρεφεται αποστρεφεται την συγκυριακή οπτική και την εγκαταλειψη της στρατηγικής ενόρασης, άρα και την σύνδεση τους, σημαίνει ότι ''αποστασιοποιειται από κάθε παρέμβαση στη συγκυρία'' ; ε οχι και ετσι!

      2. σε σχεση με τη δευτερη παρατηρηση, μενω άναυδη: μα νομιζω ότι το άρθρο κάνει ακριβως το αντιθετο απο αυτο για το οποιο επικρινεται από το ΔΠ. Ειρωνευεται και δεν παινευει την επικληση τσιτατων και παραθεματων των κλασσικών, που συνήθως επιστρατευονται στην υπερασπιση των πλεων δεξιών πρακτικών

      Reply
  5. Δημήτρης Πατέλης

    Αναφορικά με την παρέμβαση της σ. Βάσως Λιάτη, την οποία ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις της:

    1. Συμφωνώ απολύτως με το λογικό επιχείρημά σας: η όποια κριτική τοποθέτηση έναντι μιας θέσης, δεν συνιστά αυτομάτως θετική τοποθέτηση υπέρ της αντίθετης. Ωστόσο, στο εν λόγω κείμενο του σ. Παναγιώτη, δεν γίνεται σαφής οριοθέτηση έναντι των υπό κρίση θέσεων. Τουναντίον -τουλάχιστον σε εμένα δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση και αν κάνω λάθος, θεωρώ ευπρόσδεκτη κάθε διευκρίνιση- ο λόγος αρθρώνεται με τρόπο κατά τον οποίο κάθε εγχείρημα-πρόταγμα άμεσης παρέμβασης στις δραματικές αντιφάσεις της συγκυρίας επιχειρείται να ταυτιστεί με τον χυδαίο συστημικό κυβερνητισμό της εκφυλισμένης-πουλημένης αριστεράς.

    Επιπλέον, δεν αναφερόμαστε εδώ σε ακαδημαϊκού τύπου παράθεση – έκθεση ιδεών σε ελεύθερο θέμα, αλλά σε παρεμβάσεις πολιτικού χαρακτήρα, στο φορτισμένο κλίμα μιας πρωτόγνωρης κρισιακής συγκυρίας (σπανιότατο ιστορικό φαινόμενο, δεδομένου ότι τέτοιες συγκυρίες ενδέχεται να προκύπτουν με συχνότητα μία ανά μισό ή και έναν αιώνα). Ακριβώς σε αυτή τη συγκυρία, όταν γίνονται (δυστυχώς, απελπιστικά καθυστερημένα και με βραδύτατους ρυθμούς) βασανιστικές ζυμώσεις – διαπραγματεύσεις για τη μετωπική συγκρότηση του αγώνα.

    Μέτωπο σημαίνει: κτυπάμε μαζί στα επιτακτικά & ζωτικής σημασίας βραχυμεσοπρόθεσμα που συμφωνούμε, επιφυλασσόμεθα – παλεύουμε για τα περαιτέρω. Δεν συγκαλύπτουμε, δεν κουκουλώνουμε τις όποιες διαφωνίες, αλλά τις αναδεικνύουμε, με πλήρη σεβασμό στους συντρόφους μας που είναι φορείς τους, κτίζοντας συντροφικές σχέσεις ανεξιγνωμίας και συναγωνιστικότητας. Επομένως, είναι ζωτικής σημασίας:

    α. η σαφήνεια στη διατύπωση των θέσεων-απόψεων, ώστε να καταστούν σαφή και τα πλαίσια της όποιας συμφωνίας ή διαφωνίας, ώστε να δούμε στην κρίσιμη φάση τι πραγματικά μας ενώνει και τι μας χωρίζει,

    β. η σαφής διατύπωση των άμεσων βραχυμεσοπρόθεσμων, μεταβατικών στόχων παρέμβασης, όχι στο απροσδιόριστο μέλλον, αλλά ακριβώς στο πλέγμα αντιφάσεων της συγκυρίας που καθιστά ευάλωτο και αδύναμο το καθεστώς, που παρέχει τις βέλτιστες δυνατότητες αλλαγής των συσχετισμών με κλιμάκωση της ριζοσπαστικοποίησης και αγωνιστική διαπαιδαγώγηση του λαού,

    γ. η δημιουργία κλίματος-ατμόσφαιρας εμπιστοσύνης, καλής προαίρεσης, άρσης κάθε καχυποψίας και όλων των συσσωρευμένων φορτίσεων (που καθιστούν ενίοτε το διάλογο με τον ταξικό αντίπαλο πιο εύκολο από το διάλογο μεταξύ -κατά τα λοιπά- ομοϊδεατών)…

    Σας διαβεβαιώ, ότι -όσο κι αν φαίνεται παράδοξο και ανέφικτο- σχέσεις αυτού του τύπου δομούμε με εξαιρετική επιτυχία εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον στα πλαίσια των Ομίλων Επαναστατικής Θεωρίας (βλ. http://www.omilos.tuc.gr/). Και είναι καταλυτική η σημασία των κομμουνιστών σε αυτές τις σχέσεις.

    Σχέσεις ευνοϊκές για τέτοια μετωπική προοπτική δεν δομούνται, αν σε δημόσιες παρεμβάσεις συντρόφων, έστω και εκ παραδρομής, διατυπώνονται θέσεις και υπαινιγμοί, που επιτρέπουν να ερμηνεύεται το ίδιο το (ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του λαού σε συνθήκες κοινωνικού πολέμου με όρους γενοκτονίας) εγχείρημα της μετωπικής παρέμβασης ως ομοειδές με το χυδαίο συστημικό κυβερνητισμό της εκφυλισμένης-πουλημένης αριστεράς.

    Κατανοώ την κρισιμότητα της συγκυρίας και το βίωμα της ματαίωσης που δοκιμάσαμε όλοι, όσοι πονάμε για την εκλογική συρρίκνωση της αντικαθεστωτικής αριστεράς. Ας μην αφήσουμε αυτό το βίωμα να γίνει οδηγός για σεχταριστική περιχαράκωση και περαιτέρω συρρίκνωση της απήχησης των κομμουνιστικών προταγμάτων.

    Το δίλημμα σήμερα δεν έχει τη μορφή της μεταφυσικής-αντιδιαλεκτικής αποκλειστικής διάζευξης: “είτε συγκρότηση του κομμουνιστικού πόλου-κόμματος, είτε μετωπικά ανοίγματα”. Η διαλεκτική, η “άλγεβρα της επανάστασης” (Για να θυμηθούμε τον Γκέρτσεν και το Λένιν), αποκλείει τέτοια μεταφυσικά και τελικά καταστροφικά διλήμματα σε αυτή τη συγκυρία. Ακριβώς μέσα από τη μετωπική κλιμάκωση του αγώνα και παράλληλα με αυτή μπορεί να ανασυνταχθεί, να επαναθεμελιωθεί και να αναδειχθεί η οργάνωση και η επαναστατική προοπτική του κομμουνισμού.

    Επιπλέον: η διεθνής ιστορική εμπειρία (της πρόσφατης ελληνικής συμπεριλαμβανομένης) δείχνει ότι μέτωπο μάχης με επαναστατική προοπτική δεν γίνεται: α) ως δήθεν μέτωπο, στην πραγματικότητα περιχαρακωμένο Ι.Χ. “μετωπικό” σχήμα-υποχείριο ενός παγιωμένου κομματικού μορφώματος-μηχανισμού, β) χωρίς την ενεργό, συνειδητή και πρωτοπόρο συμμετοχή σε αυτό (όχι καπελωτική-χειραγωγική, αλλά με πλήρη σεβασμό στη σχετική αυτοτέλεια του Μετώπου) του κόσμου της αριστεράς, και ιδιαίτερα αγωνιστών, συλλογικοτήτων και φορέων της κομμουνιστικής (κομμουνιστογενούς, κ.ο.κ.) αριστεράς, ή -ακόμα χειρότερα- εναντίον αυτής της αριστεράς.

    Μια αναγκαία διευκρίνιση: καιροσκοπισμός-οππορτουνισμός δεν είναι η όποια εμπλοκή-παρέμβαση στη συγκυρία, αλλά εκείνος ο τύπος παρέμβασης χωρίς αρχές, χωρίς διάγνωση των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων, συσχετισμών και διακυβευμάτων της εποχής-συγκυρίας, χωρίς τη βέλτιστη συνειδητή υπαγωγή αυτής της εμπλοκής στο στρατηγικό σκοπό της κομμουνιστικής ενοποίησης της ανθρωπότητας. Είναι ο τακτικισμός, η σπουδή διαχειριστικής εμπλοκής-προσαρμογής στο αστικό σύστημα, με τους όρους του τελευταίου, είναι απουσία επαναστατικής θεωρίας και αντίστοιχης συνειδητής στάσης που καταλήγει σε πρόθυμη υποταγή των συμφερόντων της μισθωτής εργασίας σε αυτά των αστών, των εθνικών και υπερεθνικών τους οργάνων, με αντίστοιχη μετάθεση του αγώνα για ριζικό επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό στο απροσδιόριστο μέλλον. Οφείλουμε να διαχωρίζουμε την προσαρμοστική προθυμία για συμβιβασμούς χωρίς αρχές και στρατηγική των οππορτουνιστών από τις συμφωνίες και τους τακτικούς συμβιβασμούς βάσει αρχών. Χωρίς τα τελευταία είναι ανέφικτη η διεξαγωγή πραγματικής (όχι φανταστικά “καθαρής”) ταξικής πάλης.

    Τυπική περίπτωση καιροσκοπισμού-αποστασίας, είναι και η μη εμπλοκή στη μοναδική κρισιακή συγκυρία (με το προκάλυμμα εκδοχών “ορθοδοξίας” και “επαναστατικής καθαρότητας” κ.ο.κ.), που επιτρέπει στην καθεστωτική αντίδραση να αλωνίζει…

    1. Επ' ουδενί λόγω δεν αποδίδω στο σ. Παναγιώτη τη φράση “Πάντα με υπαρκτά ή/και μαρξιστικά ή λενινιστικά επιχειρήματα” και αν δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση, ζητώ συγνώμη. Απλώς τονίζω: α) τη σημασία που έχει η συνειδητή αποστασιοποίησή μας από αυτήν την καταστροφική για το κίνημα εργαλειακή-χρησιμοθηρική σχέση προς τη θεωρία – θεραπαινίδα των εκάστοτε ειλημμένων αποφάσεων της όποιας ηγεσίας, με την εσαεί “σωστή γραμμή”… β) την επιτακτική ανάγκη δημιουργικής ανάπτυξης-διαλεκτικής άρσης του κεκτημένου της επαναστατικής θεωρίας, πέρα από δογματισμούς, στερεότυπα και αγκυλώσεις, πέρα από καιροσκοπικές αναθεωρήσεις και “ανανεώσεις” με ιδεολογήματα του αστισμού, για τη διάγνωση-πρόγνωση μιας πρωτόγνωρης εποχής και συγκυρίας.

    Η ίδια η επιλογή της μετωπικής συγκρότησης του αγώνα στην εποχή-συγκυρία, δεν είναι θέμα γούστου ή απότοκο “χαλαρότητας των αρχών” ορισμένων, αλλά επιτακτική ανάγκη, την οποία μπορεί να διαγνώσει ο επαναστάτης μέσα από επιστημονική έρευνα των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων, συσχετισμών και διακυβευμάτων του σήμερα.

    Για μια διεξοδικότερη αναφορά στην πολιτική, την εποχή και τη συγκυρία:

    Η πολιτική ως μορφή κοινωνικής συνείδησης και πρακτικής.//Περίληψη διάλεξης (Χανιά – 12/09/2012). http://www.ilhs.tuc.gr/gr/arthra.htm

    On the Historical Specificity of the current stage of Capitalism and on the nature of the Era.// CONGRESSO INTERNACIONAL MARX EM MAIO 3, 4, 5 MAIO 2012. FACULDADE DE LETRAS DA UNIVERSIDADE DE LISBOA. http://www.ilhs.tuc.gr/en/articles0.htm κ.ά.

    Να είστε όλοι/-ες καλά

    Συντροφικά

    Δημήτρης Πατέλης

     

    Reply

Γράψτε απάντηση στο Δημήτρης Πατέλης Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *